Η δύσκολη σχέση της γενιάς μας με την εργασία & της εργασίας με την γενιά μας
Το κάθε μυθιστόρημα είναι μυστήριο το τι συναισθήματα πρόκειται να ξυπνήσει. Διαβάζω το εξαιρετικό Παρτάλι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Περιγράφει σκηνικά οικεία -το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, την φοιτητική ζωή στη Θεσσαλονίκη, τις κινηματογραφικές λέσχες, το να διασχίζεις την Εγνατία από το Συντριβάνι έως τον Βαρδάρη. Όμως για κάποιον άγνωστο λόγο, με εκνευρίζει.
Καθώς εξήγηση δεν φανερώνεται, τα νεύρα διογκώνονται τις μέρες που περνούν, εωσότου παρουσιαστεί μπροστά μου μια αφίσα στην πόρτα της δημοτικής βιβλιοθήκης, ανεβαίνοντας την Εθνικής Αμύνης. «Ποιος είπε ότι πρέπει να περιμένεις τα 70 για να περνάς καλά;» γράφει. Όντως ποιος, αναρωτιέμαι.
Οι περιγραφές του Παρταλιού μου φαίνονται σαν χθες, κυρίως γιατί ήταν χθες. Η καθημερινότητα του πανεπιστημίου αποτελεί πρόσφατη και ολοζώντανη ανάμνηση την στιγμή, που η απότομη μετάβαση στην νέα πραγματικότητα μοιάζει σαν μια βουτιά σε ένα άγνωστο κενό. Όπως και για κάθε γενιά, έτσι και για τη δική μας, το κεφάλαιο “εργασία” σηματοδοτεί μια νέα αρχή. Πριν όμως καν γίνει αυτή η αρχή, είναι ήδη βεβαρυμένη με στερεότυπα: ότι βαριόμαστε και είμαστε τεμπέληδες, ότι τα παρατάμε εύκολα και δεν αντέχουμε την πίεση, ότι ζητάμε πολλά που δεν αξίζουμε.
«Στ’ άσπρα σπίτια μεγαλώνουνε τέλεια παιδιά δεν κάνουν λάθη» γράφει ο Pan Pan, σ’ένα τραγούδι που χορεύαμε έντονα κάποτε, όταν «βγαίναμε βράδυ». Τα τέλεια παιδιά, που υπήρξαν συνεπείς, εργατικοί στο σχολείο, τις πανελλήνιες, τα φροντιστήρια, τα προ και μετα-πτυχιακά έφτασαν ως εδώ, και τους αποδίδονται αυτοί οι πλούσιοι χαρακτηρισμοί. Και συμβαίνει το εξής παράδοξο.
Εμείς οι ίδιοι τους πιστεύουμε. Έτσι όσα και να κάνουμε, αισθανόμαστε ανεπαρκείς, ξεκινάμε κι άλλα tasks για να νιώσουμε «χρήσιμοι» ή «παραγωγικοί» (ωσάν σωστές μηχανές) και φυσικά φοβόμαστε και αναλύουμε ώρες το πως θα ζητήσουμε μια μέρα άδεια, όσο σημαντικός κι αν είναι ο λόγος απουσίας μας, μην φανούμε και αχάριστοι.
Μέσα σ’όλα αυτά ξεχνάμε το πώς ξεκινήσαμε και σίγουρα το γιατί ξεκινήσαμε. Τα πρώτα όνειρα, τις κοπιώδεις προσπάθειες που ακόμα κι όταν τελικά μας οδηγούν στο επάγγελμα/θέση που (λέγαμε ότι) θέλουμε, η απόλαυση να λείπει. Και αυτή απαραίτητη είναι στη ζωή, κι ας λείπει από τα job descriptions.
Δεν είναι λοιπόν ότι δεν θέλουμε να δουλέψουμε. Είναι ότι φοβόμαστε ότι αυτό για το οποίο αγωνιστήκαμε δεν υπάρχει. Ή κι αν υπάρχει, όταν το βρούμε θα μας απογοητεύσει. Και οι αποδείξεις γι’αυτό δεν είναι λίγες.
Ο φίλος που έκανε τη δουλειά του main character trait, γιατί δεν πρόλαβε να βρει τον εαυτό του πριν απ’αυτή. Η φίλη που τα καταφέρνει, δημιουργώντας δικούς της όρους στην εργασία της, όμως νιώθει ότι κάνει κάτι λάθος που δεν δουλεύει 8ωρο. Ο φίλος που θα αναστενάξει, όταν μάθει για πρώτη φορά το ποσό της εισφοράς του ΕΦΚΑ. Η φίλη που κάνει δύο δουλειές -αυτήν που θέλει και αυτή που πρέπει- και αγωνιά για το ποια τελικά θα την καταπιεί.
Το αστείο με το «άντε να βγούμε στη σύνταξη» υπήρχε από παλιά. Ίσως το αρχίσαμε υπερβολικά νωρίς, από τα πρώτα έτη. Σήμερα βλέπουμε τους γονείς μας, να ντρέπονται να πουν ότι είναι στη σύνταξη, να εξακολουθούν να δουλεύουν. Έχουν συνδέσει την εργασία με τη ζωτικότητα, τη νεότητα ή εν πάσει περιπτώσει τη διατήρηση μιας ασφαλούς απόστασης από το γήρας.
Εμείς πάλι, όντως το εννοούμε πια το αστείο: κουραστήκαμε πριν καν αρχίσουμε. Η σημερινή εργασία δεν είναι αρκετή για να μας ικανοποιήσει και εμείς αντίστοιχα, είμαστε ανεπαρκείς για εκείνη.
Υπάρχει μια οικουμενικότητα στους σχετικούς με την εργασία προβληματισμούς, κι αυτό φανερώθηκε στους δρόμους της Γαλλίας και της Αλβανίας, στην πολιτική ανατροπή στη Σερβία. Είναι ενδιαφέρουσα η πληθώρα των αιτημάτων που όσο κι αν διαφοροποιούνται σε επίπεδο χώρας, μπορούν και να γενικευθούν και συμπυκνωθούν σε ένα: στο αίτημα για αισιοδοξία.
Είχαμε κι εδώ στη Θεσσαλονίκη μια πορεία. Η γιαγιά μου φοβάται γενικά τις πορείες, κάθε χρόνο στα Τέμπη είναι σε επιφυλακή στην τηλεόραση, να με πάρει τηλέφωνο για το που ρίχνουν δακρυγόνα. Μου την είπε όμως, που δεν κατέβηκα με τους μαθητές, γιατί «φαινόταν πολύ όμορφα». Μεγάλωσα με τις περιγραφές του δικού της εργασιακού βίου, την σχολαστικότητα και τη λεπτομέρεια με την οποία δίπλωνε τα πουκάμισα στο εργοστάσιο στην Γερμανία. Θεώρησε δίκαια τα αιτήματα των μαθητών για ένα καλύτερο μέλλον.
Όταν ήμουν στο σχολείο, διάβασα τον Μικρό Ναυτίλο, το πιο σημαντικό ανάγνωσμα για έναν νεό όπως (καλώς) μας είπαν, και έφτασα σ’αυτόν τον άτιμο στίχο, που λέει «Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι». Τότε αγχώθηκα, γιατί δεν έδινε οδηγίες χρήσης γι’αυτό το γδάρσιμο ο Ελύτης. H πρωτοβουλία της αντίστασης, το ξύπνημα μιας εξέγερσης, αποτελεί ένα ενθαρρυντικό δείγμα για μια γενιά εκπαιδευμένη να υπακούει σε ΠΡΕΠΕΙ, της οποίας η παθητικότητα εξυπηρετεί αφάνταστων διαστάσεων συμφέροντα- που μόνο δικά της δεν είναι.









