Αγάπη.
Αυτό που ψάχνουν όλοι και κάποιοι βρίσκουν.
Αυτό για το οποίο όλοι, ακόμη και να μην το ξέρουν, ξυπνάνε κάθε πρωί και τους βοηθάει να κοιμούνται κάθε βράδυ.
Αυτό το οποίο σε ελευθερώνει, αλλά και σε παγιδεύει.
Αυτό που σε γεμίζει, αλλά και σε αδειάζει, αυτό που σε κάνει να ανακαλύψεις όλο το φάσμα των συναισθημάτων που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος, από τα highest highs μέχρι τα lowest lows.
Τα πάντα, αλλά ταυτόχρονα και τίποτα.
Τα πάντα αλλά ταυτόχρονα και τίποτα; Τι σημαίνει αυτό; Πώς γίνεται οι λέξεις αγάπη και τίποτα να συνυπάρχουν στην ίδια πρόταση;
Μήπως πάλι αποφάσισε να το παίξει έξυπνος στο διαδίκτυο κάποιος αντιρομαντικός κυνικός λάτρης του hustle culture;
Η απάντηση είναι πως όχι, το σημερινό άρθρο δεν φτάνει στις οθόνες σας με σκοπό να αποδομήσει ή να απομυθοποιήσει την έννοια της αγάπης. Κάθε άλλο μάλιστα, ενώπιόν σας βρίσκεται ένα ερωτικό γράμμα προς την αγάπη, το οποίο όμως έρχεται να κοιτάξει την έννοια αυτή από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες.
Τι είναι πραγματικά η αγάπη λοιπόν;
Μάλλον μια από τις πιο δύσκολες ερωτήσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς η αγάπη, ανάλογα τον τομέα της ζωής στον οποίο εκφράζεται, αλλά και στο άτομο το οποίο την εκφράζει, μπορεί να έχει χίλιους δύο ορισμούς.
Ή μάλλον, επιδέχεται η αγάπη έναν ολοκληρωτικό ορισμό;
Νομίζω πως είναι μια από αυτές τις έννοιες που είναι κατακερματισμένες σε πολλά υποσύνολα, τα οποία αλληλοεπικαλύπτονται, αλλά δεν συνιστούν ποτέ έναν ολοκληρωτικό ορισμό.
Για παράδειγμα, άλλο αγάπη για τη δουλειά, άλλο αγάπη για ένα άθλημα, άλλο αγάπη για έναν ερωτικό δεσμό, άλλο αγάπη για οικογένεια.
Το ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη κοινή ουσία πίσω από αυτές τις ειδικές εκφάνσεις της αγάπης και ίσως να υπάρχει, αλλά η ανάλυση αυτή είναι για μια άλλη μέρα και στο συγκεκριμένο άρθρο θα επικεντρωθώ στην αγάπη μεταξύ ανθρώπων.
Κάποιοι ορισμοί που μου αρέσουν και θα μπορούσα να δώσω, είναι “το να θέλεις για κάποιον πιο πολλά καλά πράγματα από όσα θέλει ο ίδιος για τον εαυτό του” (shoutout J Cole).
Είναι το “να βγαίνεις από το comfort zone σου για να είσαι εσύ ο ίδιος η προσωποποίηση της αγάπης με τον τρόπο που θέλει να την εισπράξει ο άνθρωπός σου και όχι με τον τρόπο που σου βγαίνει αυθόρμητα να την εκφράσεις εσύ”.
Είναι το να αποδέχεσαι τον άλλο με τα ελαττώματά του, και όχι απλά να τον αποδέχεσαι, αλλά να τα αγκαλιάζεις.
Και αυτή είναι η κύρια διαφορά του να σου αρέσει κάποιος ή κάτι, με το να τον/το αγαπάς.
“Like you because, love you despite”
Εδώ λοιπόν, είναι που πραγματικά η αγάπη είναι τα πάντα. Το να νιώσεις για έναν άνθρωπο κάποιον από αυτούς τους ορισμούς -ή από τους χίλιους δύο άλλους- που μπορεί να σκεφτεί ο καθένας, είναι κάτι που σε γεμίζει τόσο πολύ, που σε κάνει να νιώθεις ότι έχεις πραγματικά τα πάντα, τον κόσμο όλο, στα χέρια σου.
Τι γίνεται όμως όταν τα αρνητικά της μίας πλευράς συγκρούονται με τις βαθιές επιθυμίες ή ανάγκες της άλλης;
Ξέρω, η αγάπη είναι συμβιβασμοί, είναι αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά τι συμβαίνει όταν ανάμεσα στην αγάπη μπαίνουν τόσο πελώρια εμπόδια, που για να υπάρξει συμφωνία θα πρέπει η μία πλευρά να φλερτάρει με τη ζώνη του να γίνει κάτι που δεν είναι;
Ένα τέτοιο παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι η σύγκρουση της αγάπης που έχει ένα παιδί για τους γονείς του με την επιθυμία των γονιών του να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο μονοπάτι στη ζωή.
Η έλλειψη επιθυμίας ενός μέλους της σχέσης για τεκνοποίηση και η βαθιά επιθυμία του άλλου μέλους της σχέσης να κάνει οικογένεια.
Ένας άνθρωπος που φοβάται για την αβεβαιότητα που συνοδεύει το νέο κεφάλαιο της ζωής του συντρόφου του (είτε οικονομική, είτε σωματική), και απαιτεί από εκείνον να το παρατήσει, παρόλο που αυτός το αγαπάει.
Δύο άνθρωποι, που έχουν τόσο μεγάλη διάσταση στην καθημερινότητά τους, που οι καθημερινές τους επιθυμίες αλληλοακυρώνονται.
Τι συμβαίνει πραγματικά σε αυτές τις περιπτώσεις;
Ισχύει ότι αν η αγάπη είναι “meant to be”, θα ξεπεραστούν όλα τα εμπόδια, ή μήπως δεν υπάρχει “meant to be” και η αγάπη είναι επιλογή αντί για πεπρωμένο;
Αν εμφανίζονται συνεχώς διαφωνίες, διαμάχες και αντίθετες θέσεις σε καθημερινή βάση, η αγάπη χαρακτηρίζεται ως ότι “δεν ήταν για να κρατήσει”, ή μήπως αυτό είναι κάτι που δημιούργησε ο άνθρωπος για να αφαιρέσει από πάνω του την ευθύνη του ότι η αγάπη είναι μια ενεργητική καθημερινή απόφαση να χτίζεις γέφυρες;
Η πραγματική, ατόφια αγάπη, μπορεί να ξεπεράσει οποιοδήποτε εμπόδιο ή καμιά φορά δεν είναι αρκετή και παρόλο που υπάρχει, δεν μπορεί να συντηρήσει την καθημερινή συνύπαρξη;
Αν δεν μπορεί να συντηρηθεί όμως η καθημερινή συνύπαρξη, μήπως τελικά δεν μιλάμε για αληθινή αγάπη;
Όλα αυτά και πολλά ακόμη παίζουν στο κεφάλι μου τον τελευταίο καιρό και οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι αμφισβητήσιμες ή μάλλον ο καθένας μπορεί να παραθέσει την δική του οπτική γωνία. Για αυτό και ο ορισμός της έννοιας “αγάπη” καθίσταται φιλοσοφικός στοχασμός.
Θεωρώ πως όλο αυτό αποτελεί ένα παράδοξο, του αν πραγματικά η αγάπη βρίσκει πάντα την λύση ή αν η λύση καμιά φορά μπορεί να είναι το letting go. Ή μάλλον, αν το letting go, όταν επιλέγεται, αποτελεί την ύψιστη έκφραση αγάπης ή την ολοκληρωτική της ήττα.
Γιατί, τι γίνεται αν πραγματικά κάνεις τον συμβιβασμό και “ξεχάσεις” μια συναισθηματική σου ανάγκη;
Αν πραγματικά δεχτείς μια ζωή χωρίς τεκνοποίηση, αν πραγματικά ακολουθήσεις το όνειρο κάποιου άλλου;
Αν αναγκαστείς να απαρνηθείς δομικά τον ίδιο σου τον εαυτό και να κρύψεις κάτω από το χαλάκι τις βαθύτερες επιθυμίες σου;
Τότε χάνεις τον εαυτό σου, δηλαδή το άτομο το οποίο ερωτεύτηκε το άλλο μέλος της σχέσης. Θυσιάζοντας εσένα για να κερδίσεις την αγάπη, πρακτικά σκοτώνεις την εκδοχή του εαυτού σου που αγαπήθηκε.
Αν υπάρχουν λοιπόν, τόσα δομικά “προβλήματα”, τι πρέπει να κάνουν οι δύο χαρακτήρες του εκάστοτε love story; Τι είναι το “σωστό”;
Υπάρχει “σωστό” και “λάθος”;
Αν οι δύο χαρακτήρες πηγαίνουν σε τόσο αντίθετες κατευθύνσεις, που στο τέλος στο κάδρο δεν φαίνεται κανένας, θα έχει μείνει μόνο η αγάπη ή θα έχει μείνει ένα κενό;
Αξίζει να μείνουν στο κάδρο μόνο και μόνο επειδή τους κρατάει ένα σχοινί, μουτζουρώνοντας το κάδρο κάθε μέρα;
Στο τέλος της ημέρας αν το κάνουν αυτό, τι τους μένει, τα πάντα, ή τίποτα;








