Τους γνωρίσαμε μέσα από το πρώτο τους από κοινού εγχείρημα, την πρωτοποριακή παράσταση “Προσοχή: εκτελούνται έργα”, ένα έργο για το μετρό της Θεσσαλονίκης, που αγαπήθηκε από χιλιάδες θεατές. Αυτό το φθινόπωρο, η ομάδα θεάτρου Τροχιές επιστρέφει με την παράσταση-ψευδοντοκιμαντέρ “Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα”, σε σκηνοθεσία της Νοεμής Βασιλειάδου, που πρωτοπαρουσιάστηκε την άνοιξη στη Θεσσαλονίκη. Μια παράσταση για “ομάδες που διαλύθηκαν και ομάδες που θα διαλυθούν”, αλλά, κυρίως, για το όνειρο της συλλογικής συνύπαρξης και όσους το πρεσβεύουν.
Πώς στήνεται ένα συλλογικό εγχείρημα; Ποιοι είναι αυτοί που, σε πείσμα των καιρών και των κατεστημένων ιδεολογιών, παλεύουν για κοινότητες κολλεκτιβιστικές; Πώς παλεύουμε για κάτι, όταν το βλέπουμε να καταρρέει πριν καν ολοκληρωθεί; Αυτά και πολλά ακόμη πραγματατεύονται επί σκηνής η Σοφία Στυλιανού, ο Βασίλης Μπόγδανος, η Χάρις Σερδάρη, η Μαρία Καραγκιοζίδου, ο Δημήτρης Γούλιος και ο Γρηγόρης Λιόλιος. Τους ευχαριστούμε για το μοίρασμα και την όμορφη συζήτηση!
“Πώς θα αλλάξουμε τον γ@μημένο τον κόσμο;”
-Δεν μπορούμε παρά να ξεκινήσουμε από εκεί που σας αφήσαμε. Πώς έγινε, λοιπόν, η μετάβαση από το “Προσοχή: εκτελούνται έργα” στο “Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα’’;
Δ.Γ: Ένας καφές στο Κούσκο ήταν, ε; (γέλια)
Χ.Σ: Είχαμε βρεθεί για να δούμε τι θα κάνουμε, ποια θα είναι η επόμενη δουλειά, με τί θέμα μας ενδιαφέρει να ασχοληθούμε. Είχαμε περάσει από διάφορα θέματα. Μας είχε επηρεάσει πολύ μια παράσταση που κάναμε στις φυλακές Διαβατών και οι πρώτες ιδέες γύριζαν γύρω από μια τέτοια θεματική. Ύστερα, έγιναν πολλά που μετακίνησαν την ιδέα..
Δ.Γ: Νομίζω μία κυρίαρχη ατάκα που έπαιζε σ΄εκείνο το τραπέζι ήταν: “Πώς θα αλλάξουμε τον γ@μημένο τον κόσμο;”. Τι θα κάνουμε για να αλλάξει έστω και λίγο; Νομίζω πως μέσα και γύρω από αυτήν την ερώτηση κάπως προχωρούσαμε.
-Ποια ήταν η δημιουργική διαδικασία που ακολουθήσατε, μέσα από τις συνεντεύξεις και οποιοδήποτε άλλο υλικό αξιοποιήσατε; Πόσο διήρκησε η όλη διαδικασία;
Σ.Σ: Ξεκινήσαμε με μία προεργασία, μέσα από συναντήσεις που πραγματοποιούνταν μερικές φορές την εβδομάδα. Στη συνέχεια, αρχίσαμε πρόβες τον Δεκέμβριο και από τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο συνεχίσαμε πιο εντατικά.
Χ.Σ: Ωστόσο, τις συνεντεύξεις τις ξεκινήσαμε από τον Νοέμβριο και συνεχίσαμε μέχρι τον Ιανουάριο. Πήραμε συνεντεύξεις από διάφορους ανθρώπους σε όλο αυτό το διάστημα.
Σ.Σ: Ναι, μιλήσαμε με ανθρώπους από καταλήψεις, από πολιτικές ομάδες, από μπάντες που έχουν διαλυθεί, από χώρους και μαγαζιά που έχουν κλείσει.
Δ.Γ: Από ανθρώπους που έκαναν αυτό που επιδιώκουμε να κάνουμε κι εμείς στην παράσταση.
Β.Μ: Κυρίως από ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει κοινότητες που λειτουργούσαν με μη ιεραρχικό τρόπο. Ξεκινήσαμε από φίλους, γνωστούς, γνωστούς γνωστών και κάπως παρατηρούσαμε κοινά μοτίβα στις αφηγήσεις τους. Παράλληλα με τις συνεντεύξεις μας, κι εμείς στις συναντήσεις μας είτε γράφαμε κείμενα, είτε διαβάζαμε πιο θεωρητικά κείμενα πάνω στην έννοια του συλλογικού και του τι σημαίνει να ανήκεις σε μία ομάδα. Κείμενα που πραγματεύονταν το πολιτικό πρόσημο αυτών των επιλογών.
Στην αρχή αυτοσχεδιάζαμε πάνω σε δοσμένες συνθήκες καθημερινότητας αυτής της φανταστικής ομάδας, που δεν ξέραμε ακόμα ποιος ακριβώς θα είναι ο χαρακτήρας της, και από αυτήν την αλληλεπίδραση προέκυπταν διάφορες στιγμές ανθρώπινης συνύπαρξης. Βιντεοσκοπούσαμε ή ηχογραφούσαμε τους αυτοσχεδιασμούς και έπειτα δουλεύαμε με αυτό το υλικό. Μετά, το υλικό της πρόβας άρχισε να συντίθεται με το υλικό των συνεντεύξεων. Και τελικά, το υλικό αυτό σε συνδυασμό με την κινησιολογική δουλειά που κάναμε με τον Αλέξανδρο το συγκεντρώσαμε και καταλήξαμε στο πώς θα συνθέσουμε αυτούς τους χαρακτήρες και την ομάδα τους και την πορεία τους μέσα στον χρόνο.

-Το στεγαστικό ζήτημα, όμως, το είχατε σκεφτεί εξαρχής; Δηλαδή αυτή ήταν η απάντηση στο “Πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο;” ή ήταν κάτι που προέκυψε μετά;
B.M: Όχι, αυτό προέκυψε αργότερα.
Χ.Σ: Γενικά, η ιδέα της παράστασης ήταν οι συλλογικότητες, το πώς και γιατί δημιουργείται μια ομάδα και γιατί, εν τέλει, διαλύεται. Το είδος της ομάδας ήταν ένα μέσο για να μιλήσουμε για αυτό το ζήτημα και προέκυψε στην πορεία. Κατά τα τέλη Γενάρη, συγκεκριμένα, ενώ είχαμε αρχίσει να δουλεύουμε από τον Νοέμβριο.
-Θυμάστε πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Ήταν ήταν προϊόν μιας συζήτησης;
Β.Μ: Πρώτα είχαμε βρει τον τίτλο και μετά είχαμε προτείνει ιδέες για το τι μπορεί να σημαίνει αυτός ο τίτλος. Κάπως έτσι σκεφτήκαμε ότι αυτή θα μπορούσε να είναι μια ομάδα που σχετίζεται με σπίτια. Οι ιδέες, δηλαδή, που προτείναμε, είχαν κυριολεκτική σχέση με τα σπίτια. Τότε έπρεπε να κάνουμε και κάποιες δραματουργικές επιλογές: “Αυτή η ομάδα κατασκευάζει σπίτια; Επιδιορθώνει βλάβες; Τι σκοπό επιτελεί;”.
Γ.Λ: Τελικά, τι σκοπό επιτελεί; (γέλια)
-Στην παράσταση ακούμε τα πραγματικά σας ονόματα. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είστε ομάδα για χρόνια, μας κάνει να πιστεύουμε ότι όσα αφηγείστε, πράγματι, με κάποιον τρόπο έχουν συμβεί. Πώς εξηγείτε αυτή την επιλογή;
X.Σ: Να ξέρεις, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που μας ξέρουν και αναρωτιούνται. Ο άντρας της αδελφής μου ήρθε να δει την παράσταση και με ρώτησε “Ρε ‘συ, έχουν γίνει όλα αυτά;” .
Σ.Σ: Νομίζω πως μέχρι στιγμής, ό,τι φτιάχνουμε είναι πολύ κοντά σε εμάς και στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε και μεταξύ μας και με τον υπόλοιπο κόσμο. Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία που ψάχνουμε ανάμεσα σε εμάς και τους ήρωες, ανάμεσα στο πραγματικό και το κατασκευασμένο. Αυτό αποτυπώνεται και στο κείμενο που είναι ένας συνδυασμός από πραγματικές αφηγήσεις που ακούσαμε και πρωτότυπες ιστορίες που γεννήθηκαν στην πρόβα. Θα έλεγα ότι παίζουμε ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Εξάλλου, υποδυόμαστε και χαρακτήρες που είναι πολύ κοντά σε εμάς, έχουν όμως και στοιχεία που μας διαφοροποιούν.
Γ.Λ: Στην ουσία, είμαστε εμείς, η ομάδα μας, σε ένα παράλληλο σύμπαν. Αν γυρίσει η γη ανάποδα, πρόκειται για την ομάδα που βρίσκεται εδώ αυτή τη στιγμή και ψάχνει σπίτια αντί να κάνει παραστάσεις.

“Κάποτε υπήρξε μία ομάδα που προσπάθησε να κάνει κάτι”
-Μέσα από την επαφή σας με ομάδες που διαλύθηκαν, άλλαξε ο τρόπος που αντιλαμβάνεστε την έννοια της συλλογικότητας. Γιατί είναι δύσκολο να λειτουργήσει ή να επιβιώσει μια ομάδα σήμερα;
Γ.Λ: Σίγουρα δεν επιβιώνουν. Αργά ή γρήγορα, κάθε αυτόνομη ομάδα διαλύεται, γιατί κάπως έτσι ζούμε. Ό,τι δεν αφορά στο κέρδος, φθείρεται. Έτσι, τουλάχιστον, πιστεύω εγώ και έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός.
Β.Μ: Εγώ θα πω για το πρώτο σκέλος ότι μέσα από τις συνεντεύξεις, ήρθαμε σε επαφή με ανθρώπους και σχήματα και είδαμε πώς λειτουργούν και οργανώνονται από μέσα. Και πόσο όμορφες στιγμές μπορεί αυτό να σου προσφέρει. Το είδαμε αυτό, και σε ομάδα από τον πολιτικό χώρο, κι ενώ για μένα φάνταζε ως κάτι πολύ μακρινό, είδαμε τελικά πόσο ανθρώπινο είναι, πόσο κοντά σε εμάς.
Πόσο όμορφες στιγμές μπορεί να σου προσφέρει, βαθιά ανθρώπινες, όχι πολιτικής νίκης και εξουσίας. Την ελπίδα ότι κάτι μπορεί να πάει καλύτερα στον κόσμο. Αυτή η συνειδητοποίηση, μέσα από συνεντεύξεις με φίλους, με ταρακούνησε. Τότε κατάλαβα πόσο καθοριστικές είναι σε επίπεδο σκέψης και ωρίμανσης οι ομάδες για τα ίδια τα μέλη που τις συναποτελούν. Η παράλληλη πορεία με ανθρώπους που παλεύουν για τον ίδιο σκοπό σε καθορίζει.
Σ.Σ: Εμένα αυτό που μου αρέσει πολύ στα συλλογικά εγχειρήματα είναι ότι, παρόλο που κάποια στιγμή θα διαλυθούν και δεν υπάρχει περίπτωση να μην συμβεί αυτό, προσπαθούν να αφήσουν ένα αποτύπωμα. Δηλαδή σκέφτομαι όλες αυτές τις συζητήσεις, τον χρόνο που χρειάζεται να αφιερώσει κανείς στην προσπάθεια να δημιουργήσει αυτόνομους χώρους, το πώς προχωράει σε κάθε επόμενο βήμα. Όλες τις εσωτερικές διεργασίες από τις οποίες περνάει κανείς για το τι είναι λάθος και τι σωστό.
Σκέφτομαι τις δυσκολίες, τις πτώσεις, που προσπαθήσαμε να τις αποτυπώσουμε και στην παράσταση. Όλος αυτός ο χρόνος μπορεί να φαίνεται χαμένος, όμως αφήνει ένα “αρχείο”, ένα αποτύπωμα για τις επόμενες γενιές ανθρώπων, οι οποίες θα ξέρουν ότι κάποτε υπήρξε μία ομάδα που προσπάθησε να κάνει κάτι, να φέρει μια αλλαγή στον κόσμο.
-Αυτό που λες είναι ότι ακόμη κι αν είναι αναπόφευκτο ότι θα διαλυθεί η ομάδα, αξίζει τον κόπο.
Χ.Σ: Ναι, γιατί πάντα κάτι αφήνει.
Σ.Σ: Και μπορεί να εμπνεύσει και άλλους ανθρώπους.
-Στην παράσταση υπάρχει έντονα το στοιχείο του διαλόγου και της επιχειρηματολογίας. Σε κάποια φάση που ο Βασίλης και η Σοφία διαφωνούν, εγώ σκεφτόμουν ότι τη μία έχει δίκιο ο ένας, την άλλη η άλλη. Και παρατήρησα ότι συχνά η ομάδα διαφωνούσε για απλά πράγματα, όπως για τη χρήση μιας λέξης. Πιστεύετε ότι έχει ουσία, τελικά, η μία λέξη για την οποία μπορεί να διαφωνήσετε;
Γ.Λ: Ναι, μπορεί να έχει ουσία, γιατί μία λέξη ίσως είναι αποτέλεσμα πολλών διεργασιών που κρύβονται από πίσω.
Χ.Σ: Εγώ πιστεύω ότι αυτό μπορεί να καθορίσει ολόκληρο το νόημα. Το αν θα χρησιμοποιηθεί η λέξη “ζητάμε” ή “απαιτούμε” ή “αιτούμαστε” διαφοροποιεί το νόημα.
Γ.Λ: Είναι σαν τα events που έχουν κουτί ελεύθερης συνεισφοράς και λένε έχουμε “ελεύθερη είσοδο” με “προτεινόμενη συνεισφορά”, ενώ σε άλλα δεν λένε τίποτα. Πιστεύω πως πρέπει εκ των προτέρων να ξέρεις τι στάση κρατάς απέναντι σε τέτοια θέματα.
-Άρα, οι λέξεις είναι κάτι που δείχνει πώς στεκόμαστε απέναντι στα πράγματα;
Γ.Λ: Σίγουρα, ναι.

“Η εποχή μας πάντως ζητάει διαρκώς το πρόσωπο”
-Όσον αφορά στο ίδιο το θέατρο, είναι κάτι που παράγεται από συλλογικότητες μέσα στα χρόνια; Όσο δυσκολεύει η ύπαρξη συλλογικοτήτων, αλλάζει και ο τρόπος που υπάρχει το ίδιο το θέατρο;
X.Σ: Νομίζω πως σίγουρα επηρεάζει το θέατρο το εάν φτιάχνεται από πρόσωπα ή ομάδες. Πάντα το να συναποφασίζεις, το να συν-σκηνοθετείς, το να συν-γράφεις, το να συν-δημιουργείς απαιτεί δεκαπλάσιο χρόνο και δεκαπλάσια ζύμωση. Εδώ δεν μπορούν οι κάτοικοι μιας πολυκατοικίας να αποφασίσουν από κοινού το χρώμα της εξώπορτας, όχι το να φτιάξεις μια παράσταση από το μηδέν. Ωστόσο, μπορεί μεν αυτό να αυξάνει τις πιθανότητες μη συνεννόησης, αλλα αν πετύχει, πιθανά να φέρει κάτι πραγματικά καινούργιο. Υπάρχουν εποχές στις οποίες άτομα ήταν που έφεραν κάτι καινούργιο και εποχές που ομάδες γέννησαν μια πρωτοπορία. Η εποχή μας πάντως ζητάει διαρκώς το πρόσωπο, είναι προσωποκεντρική, θέλει ένα όνομα που γύρω του να μπορεί να φτιάξει έναν μύθο.
-Εσείς, όμως, δράτε αυτόνομα;
Χ.Σ: Το θέμα της αυτονομίας είναι πολύ δύσκολο. Όσον αφορά τη σχέση μας με το “έξω” προσπαθούμε να δρούμε όσο πιο ανεξάρτητα αντέχουμε κάθε φορά, και να επιλέγουμε εμείς τους χώρους που παίζουμε, τους ανθρώπους που συνεργαζόμαστε, τον τρόπο που δουλεύουμε και τον τρόπο που επικοινωνούμε τη δουλειά μας.
Σ.Σ.: Ωστόσο, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, γιατί οι κανόνες της αγοράς είναι τόσο σκληροί που συχνά το να τους αρνηθείς σημαίνει να είσαι έτοιμος να αποκλειστείς εντελώς.
Χ.Σ.: Σε μια γενική εικόνα, αυτή τη στιγμή 7 παραγωγοί κατέχουν το 70-80% των θεάτρων. Και άρα βάζουν τους δικούς τους όρους της αγοράς. Ακόμα ψάχνουμε αν υπάρχουν τρόποι να αντισταθούμε σε αυτό και ποιοι είναι.
Σ.Σ.: Τώρα εντός της ομάδας, για θέματα παραγωγής και βιωσιμότητας και καθημερινής διαχείρισης παίρνουν κυρίως τις αποφάσεις η Χάρις και η Νοεμή, ενώ για σημαντικές αποφάσεις, για το τί στόχους έχουμε και πώς θέλουμε να συνυπάρχουμε και να δημιουργούμε παίρνουμε αποφάσεις όλοι μαζί.

“Το νέος ηθοποιός στην Αθήνα είναι μια βαρύγδουπη ταυτότητα”
-Στην προηγούμενη συνέντευξή μας, συζητούσαμε για το πόσο δύσκολο είναι για έναν νέο ηθοποιό να ζει στην Θεσσαλονίκη. Και πράγματι πλέον οι περισσότεροι μετακομίσατε στην Αθήνα. Πώς ήταν αυτή η μετάβαση;
Β.Μ: Θα μιλήσω για εμένα: εγώ κατέβηκα για τα παιδιά (ενν.την ομάδα), αν δεν ήταν τα παιδιά θα έμενα στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ποιότητα ζωής. Στην Αθήνα, το περιβάλλον σε βάζει σε μια διαδικασία, καλλιτεχνικά και επαγγελματικά, να ψαχτείς. Όλα τρέχουνε με έναν τρόπο, οι άνθρωποι κυριολεκτικά τρέχουν. Αναπόφευκτα μπαίνεις στη διαδικασία ή θα τρέξω κι εγώ ή θα το πάω πιο αργά. Και αν πάω με τους ρυθμούς μου, θα μείνω πίσω; Σε βάζει σε δύσκολες, σκέψεις η Αθήνα, αχρείαστες.
Το νέος ηθοποιός στην Αθήνα είναι μια βαρύγδουπη ταυτότητα: “-είμαι ηθοποιός -πώς πάει αυτό; -σερβίρω”.
Όταν βέβαια ξεκινήσαμε τις πρόβες για την παράσταση, είπα εγώ γι’αυτό κατέβηκα εδώ. Επειδή η συνθήκη αυτή είναι πολύ αγχωτική, είναι σημαντικό να έχεις τους σωστούς ανθρώπους κοντά σου.
Σ.Σ: Στην Αθήνα, υπάρχει σίγουρα η αίσθηση ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες. Είναι αρκετές οι ευκαιρίες- το θέμα είναι πως τις χειρίζεσαι. Είναι απαιτητικό το να βρεις την ισορροπία του τι κάνεις ξεκάθαρα για βιοποριστικούς λόγους και το τι σε αφορά σαν καλλιτέχνη.
-Σε μια εποχή υπεραπλούστευσης των νοημάτων, δημιουργήσατε ένα πολύπλοκο κείμενο που κρατά τον θεατή σε διαρκή εγρήγορση. Μπήκατε ποτέ στον πειρασμό να το κάνετε πιο εύπεπτο;
Χ.Σ: Μας απασχολεί πάντα το κείμενο. Το ύφος του, το είδος του, το πόσο δύσκολο είναι. Σκεφτόμασταν ότι έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την ταχύτητα και το κινητό, που δυσκολευόμαστε πια να παρακολουθήσουμε κάτι που έχει διάρκεια, έναν σύνθετο συλλογισμό ή μια συζήτηση με μεγάλες προτάσεις. Επίσης, ζούμε στην εποχή της εικόνας, της εντύπωσης. Συχνά μετράει περισσότερο το πώς λες κάτι παρά το τι λες. Το ποιος είσαι παρά το τι προτείνεις για τον κόσμο.
Πιστεύουμε ότι έχει σημασία να παλέψουμε με τις λέξεις, μας ενδιαφέρει πολύ το τί λένε αυτοί οι ήρωες επί σκηνης. Γι’ αυτό και στην αρχή της παράστασης ο λόγος είναι πιο απλός, έχουμε λίστες, μικροσυζητήσεις, τσιτάτα. Όσο η ομάδα ωριμάζει, αρχίζουν να μιλάνε αλλιώς, να αρθρώνουν συλλογισμούς, να κατακτούν ένα κομμάτι της γλώσσας. Μπορεί για κάποιους αυτό να είναι κουραστικό, αλλά πιστεύουμε ότι έχει μια σημασία. Επίσης για εμάς, είναι απολύτως εντάξει να μην τα καταλαβαίνουμε και όλα. Αν κάποιος αφαιρεθεί και σκεφτεί κάτι δικό του, αυτό είναι κομμάτι της παράστασης.
Γ.Λ: Αν μπεις στο σκεπτικό να αλλάζεις αυτά που θες να πεις προκειμένου να … το οτιδήποτε, φτάνεις σε μια μετάφραση της αρχικής ιδέας που ενδεχομένως απέχει από την ουσία της.
Β.Μ: Μετά την παράσταση πολλοί μας είπανε “Δεν καταλάβαινα τι λέγατε, αλλά καταλάβαινα τι λέγατε” . Πολλές φορές οι λέξεις μπερδεύουνε, αλλά το τί υποστηρίζει ένας άνθρωπος και μια ομάδα είναι ξεκάθαρο. Αν παρατηρείς τις ανθρώπινες συμπεριφορές, καταλαβαίνεις. Ακόμα και στα μεγάλα κείμενα που βρίθουν εννοιών και βάθους, μπορείς να καταλάβεις γιατί κρύβουν μια απλότητα στα συναισθήματα και στους χαρακτήρες. Κι ας έχουν χιλιάδες στίχους.

-Η παράσταση έχει γίνει αλλεπάλληλες φορές sold-out στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Τι κρατάτε από τα σχόλια του κοινού;
Χ.Σ: Το πιο σημαντικό είναι όταν έρχονται άνθρωποι και μας λένε “λόγω της παράστασής σας, πιστεύουμε ότι μπορούμε κι εμείς να κάνουμε κάτι: μια ομάδα, μια συλλογικότητα στην πόλη ή τη γειτονιά μας”.
Δ.Γ: Ένας φίλος που είχε αποχωρήσει από μια συλλογικότητα και μάλιστα μου είχε δώσει συνέντευξη για το κείμενο της παράστασης, μου είπε ότι αφού μας είδε ένιωσε μια εξιλέωση. Ένιωσε ότι καθάρισαν τα πράγματα, γιατί έτσι είναι: οι ομάδες φτιάχνονται και διαλύονται ανάλογα με το τι συμβαίνει τη δεδομένη στιγμή στα άτομα που τις απαρτίζουν. Τότε ένιωσα ότι η παράσταση λειτουργεί και έξω από την παράσταση, κάνει κάποιους ανθρώπους να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα, να τακτοποιήσουν κάτι στο μυαλό τους, να νιώσουν λίγο πιο όμορφα. Τότε ένιωσα αληθινή ικανοποίηση. Ίσως αυτό είναι κοντά σε αυτό που λέγαμε αρχικά, το μεγαλειώδες “να αλλάξουμε τον κόσμο”.
Χ.Σ: Χαιρόμαστε επίσης πολύ να ακούμε ότι κάποιοι έρχονται ξανά και ξανά στην παράσταση. Το σηκώνει το κείμενο, μπορείς να έρθεις όσες φορές θες και κάθε φορά να εστιάσεις σε κάτι άλλο.
-Επόμενα σχέδια;
Σ.Σ: Τα σπίτια θα αλλάξουν πόλεις την νύχτα!
Ταυτότητα παράστασης
Μια ομάδα ανθρώπων αναμετριέται επί σκηνής με τη διάλυση της. Καλούμενη να μιλήσει για το εγχείρημά της λίγα χρόνια μετά τη λήξη του, επιχειρεί έναν ιδιότυπο απολογισμό: από την πρώτη ιδέα μέχρι την πρώτη πράξη, από τις πρώτες νίκες στα πρώτα σημάδια ρήξης, από τις ιδεολογικές διαφορές μέχρι την απόφαση που τους ανάγκασε να «διαλέξουν πλευρά».
Τα γεγονότα θολώνουν από τις υποκειμενικές αφηγήσεις των ερμηνευτών οι οποίοι, σε μια προσπάθεια διάσωσης της μνήμης, αναβιώνουν ποιητικά τις στιγμές του παρελθόντος. Πραγματικές ιστορίες, ερευνητικό υλικό, πολιτική φιλοσοφία και προσωπικές σκέψεις, συνθέτουν ένα ψευδοντοκιμαντέρ που διερευνά το κοινό νήμα που συνδέει τη διάλυση της αγαπημένης μας μπάντας, τη διάσπαση των πιο σπουδαίων πολιτικών κινημάτων, αλλά και την αποτυχία της απογευματινής συνέλευσης της πολυκατοικίας.
Αν «η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία έχει κάνει σχεδόν αδύνατη τη φαντασίωση μιας συλλογικής εναλλακτικής», τι περιθώρια ρωγμής υπάρχουν;
Μια παράσταση για τις ομάδες που διαλύθηκαν.
Και για εκείνες που θα διαλυθούν.
Κυρίως όμως για τους ανθρώπους που επιμένουν να ονειρεύονται και να ζουν συλλογικά.
Συντελεστές
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Νοεμή Βασιλειάδου
Έρευνα: Ομάδα Τροχιές
Δραματουργία: Νοεμή Βασιλειάδου, Χάρις Σερδάρη
Κίνηση: Αλέξανδρος Νούσκας Βαρελάς
Πρωτότυπη Μουσική: Γρηγόρης Λιόλιος
Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Κουρελιά
Σχεδιασμός φωτισμών: Ιωάννα Αθανασίου
Φωτογραφίες: Μαίρη Λεονάρδου, Λευτέρης Τσινάρης
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου Τροχιές
Παίζουν: Δημήτρης Γούλιος, Μαρία Καραγκιοζίδου, Γρηγόρης Λιόλιος, Βασίλης Μπόγδανος, Χάρις Σερδάρη, Σοφία Στυλιανού
Στο θέατρο “Αμαλία” από 29/10 έως 01/11. Εισιτήρια εδώ.
Συνέντευξη: Αφροδίτη Κεραμέως & Σοφία Συμεωνίδου






