Πλήρωμα «φύσει ζώον απολίτιστον»

Πλήρωμα

Η φωτογραφία είναι δημιούργημα του @__allaboutfootball

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ο άνθρωπος είναι «φύσει πολιτικόν ζώον». Μια φράση με την οποία όλοι μας είμαστε εξοικειωμένοι, ακόμη και περήφανοι. Η όψη της σημερινής κοινωνίας, ωστόσο, αποτυπωμένη στον τραγικό θάνατο που βρήκε ο 36χρονος Αντώνης Καρυώτης στο λιμάνι του Πειραιά, όταν τον έσπρωξαν από τον καταπέλτη μέλη του πληρώματος του πλοίου Blue Horizon, προσομοιάζει περισσότερο στον κτηνώδη χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης, έτσι όπως την πρόβαλε ο Thomas Hobbes.

Στη φυσική κατάσταση του Hobbes, οι άνθρωποι βρίσκονται σε ένα προκοινωνικό στάδιο. Φύσει ανταγωνιστικοί, τρέφουν ένα εγγενές πάθος για εξουσία και επικράτηση, τιμές και αξιώματα και λειτουργούν βάσει του φυσικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο μπορούν να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε μέσο, με στόχο την προβολή της ισχύος τους. Σε αυτόν τον προπολιτικό βίο, βασιλεύουν τα στοιχεία της βιαιότητας, της βαναυσότητας, της επιθετικότητας και του φόβου. Οι άνθρωποι γίνονται απάνθρωποι, δέσμιοι των παθών και των φυσικών τους ενστίκτων.

Σε αυτόν τον προπολιτικό βίο, ζούμε κι εμείς. Έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου η ωμή βία κανονικοποιείται και η ανθρώπινη ζωή υποβαθμίζεται τόσο, ώστε κανείς αναρωτιέται αν, πράγματι, έχει κάποια αξία. Είναι τρομακτικό το πόσο έχουμε συνηθίσει, ως κοινωνία, στη φρίκη και στην ασχήμια των ειδήσεων που καθημερινά γινόμαστε αποδέκτες.

Ο Αντώνης Καρυώτης σκόπευε να ταξιδέψει από το λιμάνι του Πειραιά για Κρήτη, όταν το πλήρωμα που βρισκόταν στον καταπέλτη του πλοίου άρχισε να τον σπρώχνει, ώσπου τον έριξε στη δίνη των απόνερων και εκείνα τον κατάπιαν. Το πλοίο έφυγε, συνεχίζοντας κανονικά την πορεία του, σαν να μην συνέβη το παραμικρό. Μα πώς γίνεται…

Πώς γίνεται οι άνθρωποι, οι ίδιοι οι άνθρωποι που τον έριξαν, να συμπεριφέρονται με τόση αναισθησία; Πώς γίνεται να προσπερνούν τις φωνές των επιβατών, να μην ειδοποιούν, να μην προσφέρουν το χέρι σε εκείνον που έπεσε στη θάλασσα; Η μόνη έγνοια φάνηκε να είναι η ενημέρωση των επιβατών πως για το «συμβάν» και την καθυστέρησή τους δεν έφερε ευθύνη η εταιρεία.

Κι έπειτα υπάρχουν και οι αγκαθωτές φωνές που επιμένουν σε ένα κυνικό «…αυτοί που θρηνούν γι’ αυτούς που πήγαν να κάνουν τη δουλειά τους και σήμερα βρίσκονται κατηγορούμενοι για δολοφονία», αναφερόμενες στους τραμπούκους ναυτικούς, που θεώρησαν ότι η εξουσία τους στο πλοίο τούς επιτρέπει ακόμα και να οδηγήσουν στον θάνατο κάποιον επιβάτη. Δεν τους θρηνούμε καθόλου. Απεναντίας, αναρωτιόμαστε σε πόσες καταδικαστέες πράξεις είχαν προβεί έως τώρα, στη δουλειά, στο σπίτι, στη βόλτα τους, που δεν φωτίστηκαν ποτέ.

Πρόκειται, άραγε, για επαγγελματισμό, που επιβάλλεται να είναι ανάλγητος και κτηνώδης, αποδεσμευμένος από κάθε στοιχείο ανθρωπιστικής συμπεριφοράς; Ο «επαγγελματισμός» αυτός ξυπνά μνήμες του αδικοχαμένου 19χρονου Θανάση Καναούτη, τον Αύγουστο του 2013, όταν, μη έχοντας επικυρώσει εισιτήριο στο τρόλεϊ, βρέθηκε αντιμέτωπος με την επιθετική συμπεριφορά ενός ελεγκτή, ο οποίος τον έριξε στο οδόστρωμα, όπου και σκοτώθηκε. Η ζωή του κοστολογήθηκε όσο ένα εισιτήριο. «Τη δουλειά του έκανε ο ελεγκτής», είπαν πολλοί και τότε.

Το μέτρο της ηθικής και της ανθρωπιάς μας έχει απολεσθεί, όταν νιώθουμε την ανάγκη να δικαιολογήσουμε ενέργειες σαν την παραπάνω. Όταν αυθόρμητα η πρώτη σκέψη που κάνουμε αφορά στο αν το θύμα είχε ή όχι εισιτήριο, τότε ανάγουμε την ανθρώπινη ζωή σε κάτι το μηδαμινό.

Είναι λάθος να αποδίδουμε την κοινή παλιανθρωπιά και τις κακές πρακτικές στα «απόνερα» μιας οικονομικής κρίσης ή στον εγκλεισμό που επέβαλαν τα χρόνια της πανδημίας. Το πρόβλημα μιας κοινωνίας που είναι βυθισμένη στον ατομικισμό, την αδιαφορία και τον κυνισμό, σχετίζεται με την έλλειψη παιδείας, συναίσθησης και ενσυναίσθησης και αφορά όλους τους ανθρώπους: από εκείνους που απολαμβάνουν θέσεις εξουσίας, μέχρι τους απλούς πολίτες, που εύκολα χρησιμοποιούν φονικά μαχαίρια και επιτίθενται σε συνανθρώπους.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα βαθύτερο και καταλήγει να είναι δομικό, όταν το σύστημα όχι μόνο δεν αποθαρρύνει τέτοιες πρακτικές, αλλά πολύ συχνά τις δικαιολογεί ή τις συγκαλύπτει. Τι θα γινόταν, άραγε, αν δεν καταγραφόταν η τραγική στιγμή, κι αν δεν συνέβαινε στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας…;

Μοιράσου το:

Λεωνόρα Χριστοφοράκη

Λεωνόρα Χριστοφοράκη

Γεννημένη το 2001 και φοιτήτρια 4ου έτους στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Επικοινωνιακή, τουλάχιστον έτσι με χαρακτηρίζουν, θεωρώ τον λόγο κατεξοχήν όπλο συνεννόησης και γεφύρωσης χασμάτων. Μου αρέσει να ανακαλύπτω συνεχώς νέες πτυχές του εαυτού μου, γι’ αυτό αντιμετωπίζω την αρθρογραφία αφενός ως πρόκληση να επικοινωνήσω σκέψεις και απόψεις, αφετέρου, ως πρόσκληση των αναγνωστών για αφύπνιση, προβληματισμό και παρακίνηση.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα