Αν κάποιος έλεγε πριν από έναν μήνα ότι σε αυτό το παράθυρο για τους αγώνες του Nations League, η εθνική ομάδα θα συγκέντρωνε οχτώ βαθμούς, πιθανότατα όλοι θα ήταν δύσπιστοι. Και όμως το σύνολο του Ιβάν Γιοβάνοβιτς διέψευσε τους πάντες και με τέσσερις εξαιρετικές εμφανίσεις κατάφερε να κερδίσει τους φιλάθλους της, αλλά και να λάβει εγκωμιαστικά σχόλια από όλους τους αντιπάλους της.
Το μεγαλύτερο κεκτημένο όμως είναι ο ενθουσιασμός και η πίστη που μετέδωσε σε όλους τους υποστηρικτές της, οι οποίοι τώρα ανυπομονούν να την ξαναδούν. Αυτή όμως η άκρως θετική και πολλά υποσχόμενη παρουσία εγκυμονεί κινδύνους, από τους οποίους η Ελλάδα καλείται να απομακρυνθεί, για να μπορέσει να πετύχει τον στόχο της, αυτόν της συμμετοχής στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2028.
Γιατί το λέμε αυτό; Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και πριν από δύο χρόνια, όταν η εθνική έκλεισε το Nations League με πέντε νίκες σε έξι παιχνίδια, μεταξύ των οποίων και ένα μεγάλο διπλό στο Λονδίνο με την Αγγλία. Τότε, το τέλος εκείνου του κύκλου αγώνων επέφερε μία άνευ προηγουμένου ευφορία και μία κομπορρημοσύνη, τις οποίες η Ελλάδα πλήρωσε, αφού στα προκριματικά του Μουντιάλ του περασμένου καλοκαιριού τερμάτισε στην τρίτη θέση, πίσω από την Σκωτία και τη Δανία, χωρίς ποτέ να φτάσει πραγματικά κοντά στην πρόκριση. Εκεί έγκειται τώρα η μεγαλύτερη πρόκληση.
Η διαχείριση της κατάστασης απαιτεί νηφαλιότητα και προσήλωση στον στόχο και όχι υπερβολικό ενθουσιασμό, συνοδευόμενο από υπερφίαλα σχόλια. Μπορεί η «γαλανόλευκη» να στάθηκε πολύ καλά απέναντι σε χώρες με πολύ πιο ισχυρό ποδοσφαιρικό βεληνεκές, όμως κακά τα ψέματα, το διακύβευμα είναι μικρό, ενώ γενικότερα οι μεγάλες εθνικές ομάδες βλέπουν αυτήν τη διοργάνωση ως μία ευκαιρία για δοκιμές και πειραματισμούς.
Από την άλλη, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί το γεγονός, ότι οι Έλληνες διεθνείς όχι μόνο στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, αλλά απέδειξαν, ότι έχουν αδικήσει τους εαυτούς τους και στο χέρι τους είναι να το αλλάξουν. Στους κερδισμένους αυτής της διαδικασίας ήταν αναμφίβολα ο Κώστας Τσιμίκας, ο οποίος έδειξε, ότι παρά τον μικρό συμμετοχής στη Λίβερπουλ, διαθέτει ακόμη την ποιότητα, για να παίζει απέναντι σε αντιπάλους υψηλού επιπέδου και να βελτιώνεται ακόμη και μέσα στο ίδιο ματς.
Ο Κωνσταντής Τζολάκης βρίσκεται σε μία απίθανη φόρμα και έχει συγκεντρώσει ενδιαφέρον από τεράστια κλαμπ, ο Ντίνος Μαυροπάνος, ένα πραγματικά τείχος στην αμυντική λειτουργία, ο Φώτης Ιωαννίδης, που έβαλε ένα υπέροχο πλασέ με την Ολλανδία και ανάγκασε τον Τιαό να τον σταματάει μόνο με φάουλ με τη Γερμανία. Επιπλέον, ο Βαγγέλης Παυλίδης μπορεί να μην σκόραρε, όμως ανέλαβε έναν ηγετικό ρόλο, τόσο εντός όσο και εκτός γηπέδου, με τις δηλώσεις του για την ανάγκη της ομάδας να πετύχει και να μην μένει στα λόγια.
Όλοι οι Έλληνες διεθνείς απέδειξαν, ότι διαθέτουν περίσσευμα πάθους και αγάπης για το εθνόσημο, με τις αντιδράσεις τους να φανερώνουν την κάψα τους και τη θέληση να επαναφέρουν την εθνική σε μία μεγάλη διοργάνωση, έπειτα από την ανομβρία 12 χρόνων.
Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τα ματς για προκριματικά του Μουντιάλ, στα οποία η εθνική κατέβηκε με ένα εντελώς άναρχο και αφελές στιλ ποδοσφαίρου, σε αυτή τη σειρά αγώνων δεν δίστασε να υιοθετήσει και μία πιο αμυντική προσέγγιση, όταν το απαιτούσαν οι συνθήκες του εκάστοτε αγώνα, με τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς να δείχνει ότι έμαθε και αυτός από τα λάθη του. Είδαμε την εθνική να επιτίθεται μαζικά και να χάνει τη μία ευκαιρία μετά την άλλη με τη Σερβία, είδαμε όμως να παίζει και σε χαμηλά μέτρα απέναντι σε Ολλανδία και Γερμανία, όταν το απαιτούσαν οι συνθήκες.
Το έλλειμμα ποιότητας στη μεσαία γραμμή εξακολουθεί να συνιστά τροχοπέδη και μία πληγή, που θα συνεχίσει να μας ταλαιπωρεί, αφού η προώθηση του παιχνιδιού από εκεί γίνεται με δυσκολία, όμως η χρήση τριάδας στον αγώνα με τη Γερμανία (με έναν εξαιρετικό Θανάση Ανδρούτσο) έδειξε, ότι μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο σύμμαχο σε παιχνίδια απαιτητικά, όταν η μπάλα «θα καίει».
Η Ελλάδα θα είναι σίγουρα επικεφαλής στον όμιλο για τα προκριματικά του επόμενου Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, όμως ο εφησυχασμός και η αλαζονεία αποδείχθηκαν καταστροφικός συνδυασμός στο πρόσφατο παρελθόν. Με ταπεινότητα και χαμηλά το κεφάλι, έχει όλα τα φόντα, για να πετύχει κάτι καλό, μετά από πάρα πολλά χρόνια.
ΥΓ: Πόσο καλύτερη θα ήταν η «γαλανόλευκη», αν ήταν διαθέσιμος ο Γιάννης Κωνσταντέλιας άραγε;








