Ο Ευάρεστος Πιμπλής, με το συγγραφικό ντεμπούτο του Πέρα από τη Συναίνεση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΌΛΙΣ, δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, παρά μόνο θέτει γόνιμα ερωτήματα για καίρια, σύγχρονα ζητήματα όπως είναι αυτό του τίτλου του. Το βιβλίο γράφτηκε παράλληλα στα ελληνικά και στα γαλλικά και είναι υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Μένης Κουμανταρέας. Γεννημένος το 1999, ο Ευάρεστος είναι εκπρόσωπος μιας νέας λογοτεχνικής γενιάς και των προβληματισμών της.
Η ιστορία τοποθετείται στο 2032, δεκαπέντε χρόνια μετά το κίνημα #MeToo, όποτε και η συναίνεση έχει κατοχυρωθεί και το «όχι» είναι ξεκάθαρο, όμως τα όρια του «ναι» παραμένουν ασαφή και ανεξερεύνητα. Όταν ο Ενζό, ένας στερεοτυπικά μάτσο άνδρας, γνωρίζει τον Εμίλ, ο οποίος διεκδικεί μια queer ταυτότητα, οι επιθυμίες τους συναντώνται, δοκιμάζοντας τα όρια της συναίνεσης μέσω της βίας. Η σχέση τους γίνεται δημόσια, και γεννά το #BeyondConsent, ένα κίνημα που προκαλεί και διχάζει τον δημόσιο διάλογο.
Σε μια συζήτηση που περιστράφηκε γύρω από τις θεματικές του βιβλίου του, ο Ευάρεστος μας μίλησε για την πρωτότυπη δομή του, με τις εναλλαγές στις οπτικές γωνίες των πρωταγωνιστών, την σημασία της πρωτοπρόσωπης αλλά και αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας, καθώς και την υπόσχεση ελευθερίας με την οποία ολοκληρώνεται η αφήγηση. Τον ευχαριστούμε!
-Λίγα λόγια για σένα, ποια η σχέση σου με τα βιβλία και τη συγγραφή;
-Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1999, όπου και μεγάλωσα μέχρι τα 18 μου. Το 2017 μετακόμισα στο Παρίσι. Σπούδασα αρχικά πολιτικές επιστήμες και ιστορία, ενώ αργότερα εξειδικεύτηκα στη πολιτική του πολιτισμού, στον τρόπο με τον οποίο αλλάζει λόγω των νέων τεχνολογιών και σε αυτό τον τομέα εργάζομαι στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.
Όταν ήμουν παιδί, υπήρχαν πάντα πάρα πολλά βιβλία στο σπίτι. Μου διάβαζε πολύ η μητέρα μου, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Πηγαίναμε από τον Harry Potter και τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών στον Ζολά, τον Προυστ και τον Γκόρκι- πραγματικά υπήρχε μεγάλη ποικιλία. Με θυμάμαι στο παιδικό μου δωμάτιο, να την ακούω να διαβάζει και να έχω την εντύπωση ότι δεν είμαι πια εκεί, αλλά ότι η λογοτεχνία με μεταφέρει σε χιλιάδες μέρη.
Σιγά σιγά άρχισα να διαβάζω κι εγώ ίδιος. Δεν είχα πάντα μια εύκολη σχέση με τη λογοτεχνία. Στην εφηβεία, δεν ήθελα καθόλου να ασχοληθώ. Η σχέση η οποία έχω σήμερα με τη λογοτεχνία χτίστηκε όταν ήμουν στο λύκειο και άκουγα τις συζητήσεις των γονιών μου γύρω από βιβλία που διάβαζαν. Τότε κατάλαβα ότι ήταν ένας τρόπος να μπορέσω να συζητήσω ό,τι ήθελα με τους γονείς μου ή και με άλλους ανθρώπους. Νομίζω ότι η λογοτεχνία ανοίγει τη συζήτηση, χωρίς να υπάρχουν ταμπού.
Κάπως έτσι άρχισα να αγαπώ τη λογοτεχνία ξανά. Μάλιστα τότε είχα διαβάσει ένα βιβλίο -δυστυχώς δεν θυμάμαι ποιο- που μου άρεσε πολύ όλο, εκτός από το τέλος του. Αποφάσισα να ξαναγράψω τις δεκαπέντε τελευταίες σελίδες. Από εκεί και πέρα, άρχισε η αγάπη του γραψίματος. Δυσκολευόμουν να σκεφτώ ότι θα μπορούσα κι εγώ να γράψω ένα ολόκληρο βιβλίο. Το άφησα στην άκρη σαν ιδέα όσο σπούδαζα και το έπιασα στο τέλος των σπουδών μου.
“Μου φαίνεται ότι στα πρώτα βιβλία που γράφουμε, συχνά θέλουμε να τα πούμε όλα ταυτόχρονα”
-Έγραφες το Πέρα από τη Συναίνεση ή κάτι άλλο;
-Είχα γράψει ένα άλλο βιβλίο πριν, το οποίο όμως το έβαλα σε ένα συρτάρι, σε έναν φάκελο του υπολογιστή. Δεν είναι ότι δεν μου άρεσε, αλλά θεωρούσα ότι δεν είχα καταφέρει να το ολοκληρώσω σωστά.
Μου φαίνεται ότι στα πρώτα βιβλία που γράφουμε, συχνά θέλουμε να τα πούμε όλα ταυτόχρονα, ό,τι μας απασχολεί. Δεν είχα καταφέρει να συγκεντρωθώ πάνω σε μια πλοκή η οποία να είναι αποτελεσματική. Όταν το άφησα, ξεκίνησα να γράφω το Πέρα από τη Συναίνεση.
–Έγραψες το βιβλίο τόσο στα ελληνικά όσο και στα γαλλικά. Ποια ήταν η διαδικασία: έγραφες ταυτόχρονα ή ξεκίνησες με την μια γλώσσα και το μετέφρασες στην άλλη;
-Βρισκόμουν στο τέλος του πανεπιστημίου στη Γαλλία, επομένως ό,τι διάβαζα από κοινωνικές επιστήμες ήταν στα γαλλικά. Αποφάσισα αρχικά να γράψω μια πρώτη εκδοχή στα γαλλικά, καθώς ένιωθα πιο άνετα στο λεξιλόγιο αυτών των θεμάτων.Ήθελα όμως από την αρχή να το γράψω και στις δύο γλώσσες. Άρχισα λοιπόν να μεταφράζω την πρώτη αυτή εκδοχή στα ελληνικά. Η μετάφραση όμως με ανάγκαζε να αποδομώ κάθε πρόταση: την επιλογή των λέξεων, το νόημα, τη σύνταξη, τις κρυμμένες αποχρώσεις. Ήταν μια μορφή ανατομίας και ένιωθα διαρκώς την ανάγκη να αλλάξω κάποια σημεία.
Σιγά σιγά, το ελληνικό κείμενο έγινε πρωτότυπο, και όλο και περισσότερα κομμάτια του γαλλικού έγιναν με τη σειρά τους μεταφράσεις του. Η διαδικασία ήταν κάπως σαν πινγκ-πονγκ μεταξύ των δύο γλωσσών. Θα έλεγα εν τέλει ότι και τα δύο βιβλία είναι πρωτότυπα, δεν είναι το ένα μετάφραση του άλλου. Απλώς δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα. Το καθένα συνδέεται οργανικά με το άλλο, και τα δύο ανήκουν στην ίδια δημιουργική διαδικασία. Η κοινή διαδικασία, αυτό το πινγκ-πονγκ, είναι επίσης ένας τρόπος να υπάρχει μέσα στο έργο, η διπλή μου ταυτότητα.
Μου άρεσε πολύ αυτή η διαδικασία και θα την συνεχίσω, γιατί μου επιτρέπει να βλέπω όλη την ουσία του κειμένου και να σκέφτομαι το κοινωνικό νόημα της γλώσσας. Όταν μεταφράζεις ή ψάχνεις μια λέξη σε δύο γλώσσες, καταλαβαίνεις ότι δεν έχει καθόλου την ίδια ουσία, ούτε τον ίδιο χώρο στο γλωσσικό τοπίο της χώρας, της κοινωνίας.
-Σκέφτομαι την έννοια της μυχιότητας που έχεις ως disclaimer στην αρχή της ελληνικής έκδοσης.
-Ακριβώς. Ο νεολογισμός αυτός που επέλεξα για να ανταποδώσω το γαλλικό intimité, είναι εμβληματικός του κοινωνικού υπόβαθρου της γλώσσας και της λογοτεχνίας.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΙΣ (@ekdoseispolis)
-Η ιστορία του βιβλίου τοποθετείται στο 2032, δεκαπέντε χρόνια μετά το #MeToo. Τι εξυπηρετεί αυτή η χρονική απόσταση;
-Το 2032 το επέλεξα επειδή είναι ένα πολύ κοντινό μέλλον που επέτρεπε να φανταστώ μια κοινωνία που να είναι λίγο διαφορετική, αλλά όπου να χρησιμοποιούνται οι ίδιοι όροι με τους σημερινούς. Ήθελα να ασχοληθώ με θέματα τα οποία μας απασχολούν σήμερα και σίγουρα θα μας απασχολούν μέχρι το 2032. Δεκαπέντε χρόνια μετά το #MeToo να μπορέσουμε να φανταστούμε πως η κοινωνία θα έχει εξελιχθεί. Αυτό μας επιτρέπει η λογοτεχνία και ειδικά η μυθοπλασία: να διαμορφώσουμε το μέλλον έτσι όπως υποθέτουμε ότι θα μπορούσε να είναι. Ή όπως θα θέλαμε να είναι.
Μου επέτρεπε ακριβώς αυτό, η συζήτηση γύρω από τη συναίνεση να έχει ολοκληρώσει έναν πρώτο κύκλο, μέσα από τα κοινωνικά κινήματα και την εξέλιξη του νομικού πλαισίου, με την ένταξη στον ποινικό κώδικα, στην Ελλάδα το 2019 και στη Γαλλία το 2025, της έννοιας της συναίνεσης ως προϋπόθεση της νομιμότητας μιας σεξουαλικής σχέσης. Ήθελα να αφήσω ένα περιθώριο ώστε αυτή η νομική αλλαγή να μπορέσει να έχει γίνει ευρέως σεβαστή και όλοι να θεωρούν ότι ένα όχι σημαίνει όχι, αλλά και να μπορέσουμε να σκεφτούμε ποιες είναι οι πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις ενός ναι.
Το 2032 μου έδινε αυτό το περιθώριο. Έδινε το περιθώριο επίσης να χτίσω τον χαρακτήρα του Ενζό ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, αφού νιώθει περιθωριοποιημένος λόγω των κοινωνικών αλλαγών και της αναδιαμόρφωσης της ανδρικής ταυτότητας. Ο Ενζό, είναι πράγματι ένας μάτσο άντρας που θεωρεί ότι περιθωριοποιείται από τις γυναίκες και προσπαθεί να ανακτήσει τη χαμένη θέση εξουσίας που είχε στην κοινωνία μέσω της σχέσης με τον Εμίλ, τον άλλον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, έναν νεαρό γκέι άντρα.
“Δεν ήθελα να είναι καρικατούρα, αλλά ούτε να του δώσω βήμα μέσω της αισθητικοποίησης της γλώσσας του”
-Όπως ανέφερες, οι δύο πρωταγωνιστές φαίνονται να εκπροσωπούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές της ανδρικής ταυτότητας. Στο πρώτο μέρος, διαβάζουμε την οπτική γωνία του Ενζό, ενός στερεοτυπικού alpha male. Παρότι η αρχική διάθεση του κοινού είναι (πιστεύω) να τον κρίνει, ο ειλικρινής τρόπος με τον οποίο τον παρουσιάζεις, κινητοποιεί μια προσπάθεια να τον κατανοήσουμε. Ποιες οι σκέψεις σου πίσω από την εν λόγω επιλογή;
-Θεωρείς ότι τον συμπάθησες κατά κάποιο τρόπο;
-Αρχικά είχα αρνητική προδιάθεση απέναντί του. Ωστόσο στο βιβλίο, μπήκα μέσα στο κεφάλι του, ένιωσα ότι το να μεγαλώνεις και να περιμένεις ότι θα είσαι ο πατριάρχης και εν τέλει να μην έχεις αυτή την εξουσία που ανέφερες, πρέπει να είναι λίγο σοκ…
– Το να γράψω τις σκέψεις του Ενζό ήταν, θα έλεγα, το δυσκολότερο κομμάτι της λογοτεχνικής διαδικασίας, ακριβώς επειδή ήθελα να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ μίσους και κατανόησης απέναντι σε αυτόν τον άνθρωπο, με τον οποίο ούτε εγώ θα ήθελα να συναναστραφώ στην κοινωνική μου ζωή. Δεν ήθελα να είναι καρικατούρα, αλλά ούτε να του δώσω βήμα μέσω της αισθητικοποίησης της γλώσσας του. Γι’αυτό παρέμεινε βίαιη η γλώσσα στο πρώτο μέρος του βιβλίου, επειδή και ο Ενζό είναι ένας βίαιος άνθρωπος.
Όμως ήθελα να μπω μέσα στον ψυχισμό του, ακριβώς επειδή θεωρούμε πολύ συχνά ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν σκέφτονται -που μπορεί και να ισχύει σε πολλές περιπτώσεις- αλλά ήθελα εδώ να του δώσω τη δυνατότητα να μοιραστεί αυτό που του συμβαίνει, μέσω μιας ενδοσκόπησης γιατί θεωρώ ότι ακόμη και αυτός ο χαρακτήρας, ο οποίος είναι καταπιεστής, είναι εγκλωβισμένος σε κοινωνικά σχήματα, τα οποία πρέπει να μπορέσει και ο ίδιος να αμφισβητήσει για να αλλάξουν.
Θέλησα επίσης να υπάρξει μια συμβολική διαδρομή, από τη στιγμή που αρχίζει το βιβλίο με τον Ενζό, που εκπροσωπεί την όψη της ανδρικής ταυτότητας, η οποία ήταν πάντα κυρίαρχη. Σιγά σιγά του ξεφεύγει ο λόγος μέσω της κοινωνίας, η οποία ενδιαφέρεται με το συμβάν μεταξύ των δύο ανδρών και φτάνει στον Εμίλ, που εκπροσωπεί μια ανδρική ταυτότητα η οποία δεν είχε βήμα μέχρι τώρα. Ο Εμίλ τότε μπορεί να εκφραστεί και να εκφράσει τη δίψα του για ελευθερία.

-Στο ενδιάμεσο, δοκιμιακό, μέρος αναπαριστάς τις mediακές αντιδράσεις (γράφοντας αντίστοιχα άρθρα εφημεριδών π.χ.) για το κύριο γεγονός της πλοκής. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Ήταν απαιτητική αυτή η άσκηση ύφους του κάθε μέσου που αξιοποίησες;
-Σήμερα διαβάζουμε διαρκώς μεγάλες ποσότητες κειμένου στα δίκτυα, αλλά όλο και λιγότερα βιβλία. Υπάρχει αυτή η διαφορετική χρονικότητα με την οποία ήθελα να παίξω, ώστε να μπορέσω να τοποθετήσω το βιβλίο στη σημερινή κοινωνία, να μπορέσει να συμμετάσχει στη δημόσια συζήτηση από τη μία, και από την άλλη να αναμίξω αυτές τις δύο χρονικότητες: την πιο αργή χρονικότητα της λογοτεχνίας, με την ταχύτατη των media.
Διαβάζω από πολλές εφημερίδες, διαφορετικών απόψεων κι έτσι μου άρεσε που μπόρεσα να μπω στο ύφος των διαφορετικών εφημερίδων ή και να γράψω pastiche γνωστών συγγραφέων. Ένα είδος λογοτεχνικού χαμαιλεοντισμού.
– Διαβάζεις έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο;
– Γενικά διαβάζω εφημερίδες στο κινητό. Έχω συνδρομές σε δύο τρία μέσα. Θεωρώ ότι η δημοσιογραφία είναι μια πολύ σημαντική δουλειά και ότι αξίζει να χρηματοδοτείται ίσα με άλλες συνδρομητικές υπηρεσίες, ίσως και περισσότερο. Βέβαια, μου αρέσει και ο έντυπος τύπος. Όταν έχεις την έντυπη εφημερίδα διαβάζεις πιο εύκολα πράγματα που δεν θα διάβαζες στην ψηφιακή έκδοση της, με την έννοια ότι βλέπεις ολόκληρο το άρθρο, δεν βλέπεις μόνο ένα τίτλο και έχεις γενικότερα μια οπτική επαφή με ολόκληρο το περιεχόμενο της εφημερίδας. Όποτε έχω να κάνω μεγάλο ταξίδι με λεωφορείο, τρένο ή αεροπλάνο, αγοράζω έντυπη εφημερίδα.
Στο βιβλίο, επέλεξα αυτά τα τρία μέρη γιατί ήθελα πέρα από τους δύο πρωταγωνιστές, τον Εμίλ και τον Ενζό, να είναι και ο ίδιος ο δημόσιος διάλογος ένας τρίτος πρωταγωνιστής, επειδή διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται τον εαυτό τους στην κοινωνία.
-Τα ΜΜΕ είναι καθοριστικά για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και αντίστροφα από την πλευρά των αναγνωστών: τι σημαίνουν για κάθε άτομο τα μέσα από τα οποία επιλέγει να ενημερώνεται;
– Στον έντυπο τύπο είναι εντελώς δική μας η επιλογή, ενώ στα social media μας εγκλωβίζουν τα ίδια στο τι είμαστε. Υπάρχει μία τάση να εγκλωβίζεται ο άνθρωπος σε κάποια filter bubbles, σε content με το οποίο συμφωνεί.
Αυτή τη στιγμή στη Γαλλία με τις μαθητικές διαδηλώσεις και τα μαθητικά κινήματα είναι πραγματικά εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει. Γύρω μου βλέπω άτομα τα οποία παρακολουθούν συνέχεια αστυνομική βία στα social media και άλλα που βλέπουν μόνο τη βία κάποιων διαδηλωτών, λες και υπάρχουν δύο παράλληλοι κόσμοι οι οποίοι δεν επικοινωνούν.
Είναι αυτή ακριβώς η τάση του εγκλωβισμού, που με οδήγησε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Ήθελα να συνυπάρχουν άρθρα τα οποία μας δίνουν την άποψη ενός δεξιού αρθογράφου και άλλα που να δίνουν την άποψη ενός αριστερού διανοούμενου. Νομίζω ότι έχει ένα νόημα να γνωρίζουμε τη ρητορική των άλλων ακόμα κι αν είναι πολιτικοί μας αντίπαλοι.
-Πιστεύεις ότι η ελληνική κοινωνία, έχει ανοίξει επαρκώς τη συζήτηση περί συναίνεσης ή εξακολουθούμε να τη βλέπουμε μανιχαϊστικά, άσπρο-μαύρο;
-Κοίτα, υπάρχει αυτό το νομικό βήμα το οποίο είναι σημαντικό, δηλαδή στη Γαλλία χρειάστηκαν άλλα έξι χρόνια για να συμβεί. Είναι αρκετά εντυπωσιακό και υπήρξε αποτέλεσμα του ελληνικού #MeToo και των κινητοποιήσεων φεμινιστικών οργανώσεων. Η νομική τροποποίηση βέβαια δεν αρκεί από μόνη της. Πρέπει να υπάρχουν μέσα στήριξης των θυμάτων και ευαισθητοποίηση τόσο των αστυνομικών δυνάμεων όσο και του νομικού κόσμου.
Το θέμα της συναίνεσης συνδέεται βαθιά με τις κοινωνικές δομές και το εάν στην κοινωνία υπάρχει ισότητα μεταξύ των φύλων, μεταξύ των ανθρώπων, εάν υπάρχουν δηλαδή οι προϋποθέσεις μιας γνήσιας ατομικής ελευθερίας. Θα είναι πάντα πιστεύω αντανάκλαση μιας κοινωνίας καθώς και των σχέσεων εξουσίας που επικρατούν εντός αυτής, ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε το ζήτημα της συναίνεσης. Το θέμα που με απασχολούσε εδώ είναι πώς μπορούμε μέσα από την τέχνη να διευρύνουμε το κοινό που ενδιαφέρεται για σχετικά θέματα.
“Το σοκ είναι ο εχθρός της αδιαφορίας”
-Και επειδή είναι ένα δύσκολο θέμα προς κατανόηση, ειδικά άμα ανήκεις σε μια διαφορετική γενιά, πιστεύεις ότι η λογοτεχνία οφείλει να θέτει αυτά τα δύσκολα ερωτήματα; Έχει ευθύνη απέναντι στον δημόσιο διάλογο;
-Σίγουρα η λογοτεχνία πρέπει να θέτει αυτά τα δύσκολα θέματα. Λέγαμε ότι το πρώτο κεφάλαιο μπορεί να προκαλέσει σοκ και νομίζω ότι ισχύει όχι μόνο επειδή τελικά μπορεί να μην μισείς εντελώς τον Ενζό, αλλά και επειδή η γλώσσα και η βία που μεταφέρει μπορεί να προκαλέσει σοκ.
Το σοκ όμως πιστεύω ότι είναι ο εχθρός της αδιαφορίας. Κι εγώ όταν διαβάζω βιβλία ή όταν βλέπω ταινίες, αν δεν υπάρχει ένα σοκ είτε πολιτικό, είτε αισθητικό, είτε κοινωνικό ή και ηθικό, δεν με ενδιαφέρει τόσο. Πιστεύω ότι το σοκ ενεργοποιεί τη σκέψη του αναγνωστή ή του θεατή.
Συχνά αναφέρομαι σε μια πρόταση του Ζωρζ Μπατάιγ ο οποίος έλεγε ότι «η λογοτεχνία είναι το ουσιώδες, αλλιώς δεν είναι τίποτα». Για εκείνον, η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να εκφράζει το κακό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει ηθική. Αντιθέτως λέει ότι απαιτείται μια υπερ-ηθική. Νομίζω ότι αυτή η υπερ-ηθική του λογοτέχνη είναι η γνώση του ότι μπορεί το έργο του να είναι σαν μια χρονοβόμβα που μπορεί να εκραγεί αργότερα στο μυαλό του αναγνώστη και να αλλάξει πολλά στον τρόπο με τον οποίο βλέπει κανείς την κοινωνία.
Έτσι υπάρχει και ένα θέμα ευθύνης στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το σοκ σε ένα έργο. Μπορεί να σπάσεις κάποια ηθικά ταμπού αλλά πρέπει να υπάρχει μια ουσία και ένας σκοπός πίσω από αυτή την επιλογή. Αυτή είναι η ευθύνη του λογοτέχνη.

-Στο τρίτο κεφάλαιο, του Εμίλ, αναφέρεις τον Εντουάρ Λουί και την Ανί Ερνό, που είναι Γάλλοι λογοτέχνες- χαρακτηριστικοί της αυτοβιογραφικής αφήγησης. Ποια είναι η γνώμη σου για την πρωτοπρόσωπη γραφή; Νομίζω ότι το shocking factor για το οποίο μιλήσαμε, αυξάνεται ακόμα παραπάνω, όταν πρόκειται για ένα προσωπικό βίωμα…
– Πριν κερδίσει το Νόμπελ το 2022, η Ανί Ερνό κρίθηκε στη Γαλλία ως εγωκεντρική, επειδή έγραφε για προσωπικά της βιώματα. Λέγανε ότι δεν μπορούσε να κάνει αυτό που κάνουν οι μεγάλοι λογοτέχνες. Εγώ πιστεύω ότι αυτό το είδος λογοτεχνίας, η αυτοβιογράφηση, έχει μία δύναμη: ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του στο βιβλίο που διαβάζει και στην εμπειρία για την οποία διαβάζει μέσω της αφήγησης ενός προσωπικού βιώματος που γίνεται οικουμενικό. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς επιτρέπει η αυτοβιογράφηση, να μπει ο καθένας σε ένα ξένο εγώ. Δεν είναι ο ίδιος, αλλά θα μπορούσε να είναι, και μπορεί να βρει σε αυτό το εγώ κάτι που να τον εκπροσωπεί.
Κάποιοι συγγραφείς όπως ο Εντουάρ Λουί ή η Ανί Ερνό μιλάνε για δύσκολα βιώματα, για τα οποία συχνά δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε. Και εκφράζονται με έναν τρόπο απλό, μια λογοτεχνία σχετικά λιτή. Δεν ψάχνουν υποχρεωτικά μια αισθητική λογοτεχνία, ψάχνουν μια αλήθεια. Η Ανί Ερνό, λέει ότι ψάχνει μια φωτογραφική λογοτεχνία, όπου οι λέξεις περιγράφουν τα γεγονότα, χωρίς να είναι συναισθηματικές. Η πρωτοπρόσωπη λογοτεχνική αφήγηση μας επιτρέπει επίσης να θέτουμε ερωτήματα για τα οποία είναι δύσκολο να υπάρξει προφορικός λόγος.
Την περασμένη εβδομάδα, γνώρισα την Ανί Ερνό, η οποία διάβασε το βιβλίο μου και μου είπε ακριβώς αυτό, ότι θέτει μέσω μιας επεξεργασίας του πρωτοπρόσωπου λόγου ερωτήματα τα οποία δεν τολμάμε να θέσουμε.
-Πώς ήταν η επαφή με μια νομπελίστρια λοιπόν;
-Ήταν ακριβώς όπως είναι και η λογοτεχνία της: μπορούσε να εκφράσει όλη την ουσία του τι ήθελε να πει σε λίγες λέξεις. Ήταν πολύ συγκινητική συνάντηση. Η Ερνό είναι μια προσωπικότητα που θαυμάζω πολύ και ήταν πάρα πολύ μεγάλη τιμή να διαβάσει το πρώτο μου μυθιστόρημα.
– Είναι σήμερα οι έννοιες αρρενωπότητα και θηλυκότητα, αν όχι παρωχημένες, τουλάχιστον σχετικές;
-Μου φαίνεται ότι έχουμε προχωρήσει, ότι υπάρχουν και εναλλακτικά μοντέλα, τα οποία έχουν τη θέση τους στην κοινωνία. Μπορείς σήμερα πολύ πιο εύκολα απ’ ότι πριν από 15-20 χρόνια, να είσαι άντρας αλλιώς, να εκφράζεις δηλαδή μια εναλλακτική αρρενωπότητα. Αυτό είναι κι ένα από τα μεγάλα ερωτήματα του βιβλίου: μπορεί ο Εμίλ να θεωρήσει τον εαυτό του αντάξιο άντρα του Ενζό; Με τη δικιά του ανδρική ταυτότητα και τον δικό του τρόπο με τον οποίο ζει την αρρενωπότητά του, πως μπορεί να κατακτήσει μια ισάξια θέση στην κοινωνία;
-Αν ένας αναγνώστης ξεκινούσε το βιβλίο πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αποκλειστικά γύρω από το #MeToo, ποια θα ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη που θα τον περίμενε στις σελίδες του;
-Νομίζω ότι θα συνειδητοποιούσε αρκετά γρήγορα πως το βιβλίο ξεφεύγει από το ίδιο το κίνημα του #MeToo, του οποίου η ύπαρξη είναι βέβαια προϋπόθεση της ύπαρξης του βιβλίου και της πλοκής του. Όμως το βιβλίο είναι, μου φαίνεται, πάνω απ’ όλα μια σκέψη πάνω στην έννοια της ελευθερίας σήμερα. Γι’ αυτό κιόλας επέλεξα να αναφερθώ στην αρχή του βιβλίου στο ποίημα Κρυμμένα του Καβάφη. Είναι κι’ αυτό μια λογοτεχνική αναζήτηση αυτής της “τελειωτέρας κοινωνίας”.
-Πέρα από τη συναίνεση, ποιο είναι το βαθύτερο ερώτημα που θα ήθελες να πάρει μαζί του ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο;
– Αυτό ακριβώς που μόλις ανέφερα: Τι σημαίνει για τον καθένα μας να νιώθει ελεύθερος, σήμερα, στην κοινωνία, αλλά και στη μυχιότητα, συνδυαστικά.
Συνέντευξη: Αφροδίτη Κεραμέως
Το «Πέρα από τη Συναίνεση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΌΛΙΣ.







