Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, η Θεσσαλονίκη έγινε μάρτυρας ενός ακόμα ανησυχητικού περιστατικού, το οποίο προστίθεται στον μακρύ ιστορικό κατάλογο όσων έχουν συμβεί στην πόλη σε βάρος της Εβραϊκής κοινότητας.
Αυτοαποκαλούμενοι περιπολάρχες πραγματοποιούν, ανενόχλητοι, «αντι-σιωνιστική περιπολία» στους δρόμους του κέντρου κατά του «ιδιόμορφου εποικισμού» των ελληνικών πόλεων από το ισραηλινό κεφάλαιο.
Φορώντας μαύρα μπλουζάκια με τη σημαία της Παλαιστίνης και με τη γνωστή παραστρατιωτική τους οργάνωση, μέλη του Ρουβίκωνα περιπολούν περήφανα τα σοκάκια, όπως έκαναν τέτοιες μέρες πριν από 95 χρόνια οι εθνικιστές της «Τρία Έψιλον» στους Εβραϊκούς συνοικισμούς.
Λίγα χρόνια αργότερα, με τη φανερή συνέργεια των τοπικών αρχών και τη σιωπηρή συνενοχή της πλειοψηφίας των κυρ-Παντελήδων της εποχής, οι τότε κατέχοντες την εξουσία έκαναν τα στραβά μάτια στα σχέδια των ναζί και ξεφορτώθηκαν τους «ενοχλητικούς» Εβραίους (και το ακόμα πιο ενοχλητικό νεκροταφείο τους!), αδιαφορώντας για την κατάληξη των 46.000 ανθρώπων που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Σήμερα, το ίδιο αντισημιτικό αίσθημα πατά πάνω στην εγκληματική πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, για να νομιμοποιήσει εκ νέου μια ισοπεδωτική ρητορική, που φαντασιώνεται εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν.
Ασχέτως ιδεολογικής προέλευσης, το έργο είναι γνωστό και πολυπαιγμένο: οι Εβραίοι και σε αυτήν την περίπτωση συνδέονται με το κεφάλαιο, θεωρούνται εκ προοιμίου φιλάργυροι και επιδιώκουν να επιβάλλουν την οικονομική τους κυριαρχία σε βάρος του Έλληνα βιοπαλαιστή.
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πολύ διαφορετική από τον μύθο. Πράγματι, πολλοί Ισραηλινοί ενδιαφέρονται να επενδύσουν στην πόλη, όχι μόνο επειδή βλέπουν προοπτικές ανάπτυξης σε αυτήν, αλλά και επειδή για ορισμένους υπάρχει μια στενή ιστορική και πολιτισμική σύνδεση με τη Θεσσαλονίκη. Αρκετοί, άλλωστε, κουβαλούν οικογενειακές ρίζες από τη σεφαραδίτικη Θεσσαλονίκη, η οποία μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποκαλούνταν και «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων».
Αλήθεια είναι βέβαια ότι ανάλογο ενδιαφέρον εκδηλώνουν μεταξύ άλλων Τούρκοι και Βούλγαροι ιδιώτες (ή funds) με τη μόνη διαφορά ότι η καταγωγή τους περνά συχνά σε δεύτερη μοίρα. Σε τρίτη και τέταρτη μοίρα περνούσε για ευνόητους λόγους και εκείνη των Ρώσων επενδυτών που μέχρι το 2022 έκαναν «πάρτι» στην ελληνική αγορά.
Κι ενώ συμβαίνουν αυτά στους δρόμους, η πόλη σφυρίζει αδιάφορα και μάλλον αποδέχεται άκριτα αυτού του είδους τα εύπεπτα αφηγήματα, τα οποία ταιριάζουν με το ευρύτερο κλίμα κοινωνικής αποστροφής προς το Ισραήλ. Οι επιλογές της κυβέρνησης Νετανιάχου τροφοδοτούν μέρα με τη μέρα το θηρίο του αντισημιτισμού, προσφέροντας συλλογιστικές αφετηρίες που δικαιολογούν τον οποιοδήποτε αφοριστικό ισχυρισμό και το κάθε λογής τσουβάλιασμα.
Πολύ φοβάμαι ότι η κρατική ανοχή σε αυτά τα περιστατικά θα δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο. Πριν από έναν μήνα, η παρέμβαση σε εκδήλωση του ΑΠΘ, μόνο και μόνο για να μην επιτραπεί σε Ισραηλινή καθηγήτρια να τοποθετηθεί σε διεθνές συνέδριο κλασικών σπουδών, πέρασε και δεν ακούμπησε. Όπως και πολλά άλλα παρόμοια περιστατικά, τα οποία, όχι μόνο δεν καταδικάζονται, αλλά συχνά επιβραβεύονται από μέρος της κοινής γνώμης…
Μπορεί αυτή τη φορά η «περιπολία» να μην συνοδεύτηκε από κάτι περισσότερο, αλλά τι μπορεί να γίνει την επόμενη, σε περίπτωση που οι περιπολάρχες συναντήσουν κάποιον Έλληνα Εβραίο ή κάποιον Ισραηλινό τουρίστα; Ούτε όλοι οι τουρίστες είναι στρατιώτες των IDF, ούτε άπαντες υποστηρίζουν τα εγκλήματα πολέμου που διαπράττει ο ισραηλινός στρατός. Για να αποφύγουμε τα χειρότερα, τα οποία έχουμε δει να συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο και η Ολλανδία, Πολιτεία και Δικαιοσύνη οφείλουν να αναλάβουν άμεσα τις ευθύνες τους. Η εισαγγελική παρέμβαση, που έγινε, ας είναι ένα πρώτο βήμα κι όχι απλώς ένα πυροτέχνημα.









