Ντίνος Δηματάτης: «To ροκ είναι επανάσταση, τρόπος ζωής και καταφύγιο»

Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία του ελληνικού ροκ μέσα από προσωπικές εμπειρίες, σπάνια αρχεία και αμέτρητες ώρες ακρόασης, αυτός είναι ο Ντίνος Δηματάτης. Δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας, συλλέκτης και πάνω απ’ όλα παθιασμένος ακροατής, αποτελεί εδώ και δεκαετίες μια από τις σημαντικότερες μορφές της μουσικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα.

Με αφορμή το πιο πρόσφατο βιβλίο του “It’s Only a Rock ‘n’ Roll” (εκδ. Όγδοο), αλλά και μια ζωή αφιερωμένη στη μουσική, συναντηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη (την πόλη που σημάδεψε τη διαδρομή του και που ο ίδιος γνωρίζει όσο λίγοι). Πάντα με χιούμορ, συγκίνηση και την αμεσότητα που τον χαρακτηρίζει, συζητήσαμε τη μουσική ταυτότητα της πόλης και ταξιδέψαμε στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, στα πρώτα βινύλια, στα θρυλικά συγκροτήματα, στις μεγάλες συναυλίες, στις ιστορίες πίσω από τα βιβλία του και στους ανθρώπους που συνάντησε στην πορεία του.


– Κ. Δηματάτη, είστε ένας άνθρωπος που ξέρει την Θεσσαλονίκη πολύ καλά. Πάντα στις συνεντεύξεις που κάνουμε, ξεκινάμε ή τελειώνουμε με την Θεσσαλονίκη. Θα ήθελα λοιπόν να προσαρμόσω την ερώτηση και να μου πείτε τι είναι για εσάς η Θεσσαλονίκη μουσικά;

-Πολλές φορές κυριαρχεί ο μύθος από την Αθήνα που λέει ότι η Θεσσαλονίκη έχει βγάλει σπουδαίες μπάντες και γκρουπ. Αυτό συνέβαινε γιατί η μουσική πλευρά της Θεσσαλονίκης ήταν συγκεντρωμένη, πιο μικρή, κι έτσι την ανακάλυπτες ευκολότερα. Στο χάος της Αθήνας δεν ήταν τόσο εύκολο να γνωρίσουμε τον άλλον, ενώ εδώ  ήταν πολύ πιο εύκολo να βρεθούν οι μουσικοί, να βγάλουν τις ιδέες τους, τις δουλειές τους και να γίνουν τα συγκροτήματα πιο γνωστά.

Νομίζω ότι πάνω στο θέμα των γκρουπ, αυτή είναι η διαφορά της Θεσσαλονίκης με την Αθήνα. Η Θεσσαλονίκη έχει βγάλει πάρα πολλούς μουσικούς που στη συνέχεια φύγανε και πήγανε στην Αθήνα.

-Πότε ασχοληθήκατε πρώτη φορά με την δημοσιογραφία; Θυμάστε τα πρώτα χρόνια;

-Ξεκίνησα το 1968, σε μια αθλητική εφημερίδα! Λεγόταν «Νέα Αλήθεια» και ξεκίνησα κυρίως με ρεπορτάζ πάνω στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, γι’ αυτό όταν γνωριστήκαμε σου είπα για τον Ποσειδώνα Μηχανιώνας! 

Από μικρός το λάτρευα το ποδόσφαιρο. Έκανα ρεπορτάζ για τον ΠΑΟΚ στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και παράλληλα ασχολιόμουν και με την μουσική, αλλά ξεκίνησα με το ποδόσφαιρο.

-Από εκείνη την εποχή τι θυμάστε μουσικά και κοινωνικά;

-Όλα ήταν διαφορετικά. Ας πούμε τότε δεν υπήρχε η ευκολία να πάρουμε δίσκους. Θυμάμαι ότι εγώ μάζευα τσούκου-τσούκου χρήματα για να πάρω κάποιο δίσκο. Έπρεπε να μαζέψεις λεφτά τότε για ένα άλμπουμ.

-Θυμάστε τον πρώτα σας δίσκο;

-Φυσικά, ήταν το Five Live Yardbirds, εισαγωγής. Δίσκος του 1965 από τον πρώτο τους live δίσκο. Από μικρό μου είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου τρία 45αρια, ένα ήταν των Beatles, ένα των Animals και ένα της Dalida.

-Ήταν μια εποχή που γέννησε μεγάλα ονόματα…

-Κοίταξε, η εποχή ήταν πολύ καλή, γιατί ακούγαμε τα πάντα, δηλαδή και ροκ και γαλλικά και ιταλικά κλπ. Άκουγα και ιταλικά και γαλλικά τραγούδια, είμαι λάτρης και των δύο.

«Ήμουν λάτρης των πάντων»

-Νιώθω πως είστε λάτρης των πάντων, παρόλο που ταυτιστήκατε με την ροκ…

-Τα αυτιά μου είναι ανοιχτά για τα πάντα. Δηλαδή, μπορώ να τρελαθώ και με ένα ροκ κομμάτι, και με ένα γαλλικό και με ένα ιταλικό. Ναι, ήμουν λάτρης των πάντων. Δεν έκανα επιλογές…

-Δεν μπαίνατε δηλαδή σε καλούπια, παρά τα δεδομένα της εποχής όπου κάθε μουσικό είδος είχε το αποκλειστικό κοινό του;

-Πάνω σε αυτό θα σου πω κι ένα παράδειγμα. Εκείνη την εποχή μαλώνανε οι ροκάδες με τους καρεκλάδες, δηλαδή με το soul. Έπαιζαν και ξύλο. Εγώ δεν είχα τέτοια κολλήματα. Άκουγα τα πάντα και αυτό είναι το καλύτερο για έναν ακροατή. Ακόμα και λαϊκά άκουγα!

-Από λαϊκά ας πούμε τι ακούγατε;

-Τα πάντα, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Θα σου πω και μια ιστορία, εγώ είχα ένα Άουντι και θυμάμαι μια μέρα που είχαν απεργία τα ταξί και εγώ κατέβαινα στο κέντρο. Εκεί λοιπόν στη Διαγώνιο με κάνουν οτοστόπ 5 κοπέλες, και μπαίνουν μέσα και ακούνε από το κασετόφωνο του αυτοκινήτου τις ροκιές, και με ρωτάνε «Καζαντζίδη δεν έχεις;» Και εγώ τις απαντάω «έχω Μενιδιάτη» και μένουν κόκκαλο!

-Θα ήθελα να ρωτήσω για τα πρώτα ακούσματα που είχατε στη ζωή σας, τι θυμάστε εκείνη την εποχή, τέλη 60s με αρχές 70s;

-Τότε μικρός άκουγα πολύ βρετανική μουσική. Από τα παιδικά μου χρόνια βρετανική μουσική, Beatles, Searchers, Hollies κλπ, αλλά και αμερικάνικα, μου άρεσαν πολύ οι Beach Boys γιατί ήταν ιδιαίτεροι με τα φωνητικά. Ήμουν λάτρης της βρετανικής μουσικής, όχι τόσο της αμερικανικής. Μετά τη δεκαετία του ’70 που εμφανίστηκε το ροκ ξεκίνησα να λατρεύω την progressive μουσική. Από αυτό το γεγονός ξεκίνησα και το πρώτο μου βιβλίο, «οι Άγνωστοι του Ροκ».

-Πως ξεκίνησε η ιδέα για αυτό το βιβλίο;

-Η ιδέα ξεκίνησε μια περίοδο που έγραφα σε ένα περιοδικό, το «Μουσικό Εξπρές», περιοδικό της Αθήνας που το εξέδιδε ένας Θεσσαλονικιός, ο Τάσος Ψαλτάκης. Επειδή πάντα είχα μεγάλο πάθος για τα άγνωστα γκρουπ, είχα μια ανάλογη στήλη στο περιοδικό και ξεκίνησα από εκεί να βγάλω το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο ήταν μια τρέλα, γιατί αυτό το έβγαλα με δικά μου χρήματα, με σκοπό να το προωθήσει το περιοδικό. Όταν όμως το έβγαλα εγώ, το περιοδικό έκλεισε. Έχασα λεφτά, αλλά έκανα την τρέλα μου.

Άρα η πρώτη σας συγγραφική απόπειρα δεν πήγε πολύ καλά…

-Όχι, αλλά από την άλλη μεριά, ήταν μια πρώτη προσπάθεια, δηλαδή μια αναγνώριση σε εμένα γύρω από το Rock στην εγχώρια σκηνή, γιατί από αυτό το βιβλίο με έμαθε πολύς κόσμος και έμαθε πολύς κόσμος το ροκ. Μιλάμε για ένα βιβλίο το οποίο έκανε μεγάλες πωλήσεις για χρόνια.

«Το ροκ ήταν πολύ παρεξηγημένο στην Ελλάδα»

-Παρόλο που μου είπατε όμως πως καταστραφήκατε οικονομικά για να βγάλετε αυτό το βιβλίο, δεν τα παρατήσατε. Δεν σκεφτήκατε να μην ξαναγράψετε βιβλίο;

-Όχι. Το 1990, όταν έφυγα από τον ραδιοφωνικό σταθμό του ΑΝΤ1 (όπου εκεί έκανα μια εκπομπή που έβγαινε δεύτερη σε ακροαματικότητα στην κατηγορία Pop/Rock) είπα μέσα μου «είναι ντροπή να μην έχει βγάλει κάποιος ένα βιβλίο για την ελληνική ροκ». Κι έτσι αποφάσισα να γίνω εγώ αυτός. Ήταν το πρώτο βιβλίο για την ελληνική ροκ, η οποία ήταν μια πολύπαθη σκηνή.

Θέλω να ξέρεις πως το ροκ ήταν πολύ παρεξηγημένο στην Ελλάδα. Είχα κάνει λοιπόν το «25 χρόνια ελληνικού ροκ» με τις εκδόσεις Λιβάνη. Μετά από αυτό έκανα μια μεγαλύτερη μελέτη και έβγαλα μια τριλογία με τίτλο «Get That Beat».

-Για να βγει όμως αυτή η τριλογία, η οποία μέχρι και σήμερα αποτελεί το «Ευαγγέλιο» του ελληνικού ροκ, φαντάζομαι πως ήταν πολύ δύσκολη η διαδικασία αναζήτησης, γιατί μέσα στο βιβλίο υπάρχουν και συγκροτήματα που δεν τα ήξερε κανένας…

-Βέβαια, εγώ είχα πάθει ας πούμε νευρικό κλονισμό για να βγάλω αυτό το πράγμα, γιατί έχω βγάλει μέσα μέχρι και γκρουπ που δεν είχαν βγάλει ούτε δίσκο.

-Παρόλο που έχετε πολλές ιδιότητες -συγγραφέας, δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, συλλέκτης και φυσικά ακροατής-, ποιά σας εκφράζει περισσότερο;

-Όλες με εκφράζουν. Έχω γράψει 7 βιβλία, είμαι ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες περιοδικών στην Ελλάδα. Σκέψου ότι μαζεύω περιοδικά από την δεκαετία του ’60 (αμερικάνικα περιοδικά κλπ.).

-Έχετε γνωρίσει πολλούς καλλιτέχνες, ποιον/α ξεχωρίζετε;

-Την Faithfull. Ήμουν μεγάλος θαυμαστής της, ο μεγαλύτερος στην Ελλάδα! Είχαμε βρεθεί στον Μύλο όταν είχε έρθει και της είχα πάει ένα άλμπουμ γεμάτο φωτογραφίες της από το αρχείο μου. Μάλιστα μου ζήτησε να της βρω και κάποιες φωτογραφίες της και τα κατάφερα και τις βρήκα. Θυμάμαι, όταν είχε έρθει στην Αθήνα στο Παλάς για συναυλία, την περίμενα στην είσοδο με ένα λευκό τριαντάφυλλο.

-Θα ήθελα να επιστρέψουμε ξανά στη Θεσσαλονίκη. Για πολλούς η Θεσσαλονίκη είναι μια από τις πιο ροκ πόλεις στην Ελλάδα. Ήταν πάντα Ροκ ή αυτή η εικόνα δημιουργήθηκε μετά;

– Πάντα. Από την δεκαετία του ’70 υπήρχαν ροκ άνθρωποι οι οποίοι ήταν μοναδικοί. Από εδώ βγήκαν πολλά κομμάτια. Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που ανακάλυψε το κοινό της Θεσσαλονίκης, όπως για παράδειγμα τον J.J. Cale ή τον Tony Joe White. Αυτοί ακούστηκαν πρώτη φορά στην Θεσσαλονίκη. Υπήρχαν πολλοί ροκ άνθρωποι εδώ, ίσως να φταίει και το ότι ήταν πιο στενά τα πλαίσια σε αντίθεση με την αχανή Αθήνα.

-Ποια είναι η συναυλία στη Θεσσαλονίκη που θεωρείτε ότι άλλαξε την μουσική ιστορία της πόλης; Πότε μπήκε συναυλιακά η ροκ στην ζωή των Θεσσαλονικέων;

-Κοίταξε, την δεκαετία του ’60 έγινε η μεγάλη συναυλία των Forminx στο Παλέ Ντε Σπορ που είχε 8.000 θεατές, είχε γίνει πανδαιμόνιο. Εξίσου μεγάλη συναυλία ήταν εκείνη του Rory Gallagher στη Θεσσαλονίκη που έγινε χαμός.

-Γιατί κατά τη γνώμη σας πλέον στη Θεσσαλονίκη δεν γίνονται τέτοιες συναυλίες; Θέλω να πω, παρόλο που είμαστε μια πόλη που «γέννησε την ροκ», έχουμε πολύ καιρό να δούμε τέτοιου τύπου συναυλίες στην πόλη μας…

-Στην Αθήνα υπάρχει περισσότερο κοινό καλώς ή κακώς. Όταν οι Metallica και η Βίσση γεμίζουν το ΟΑΚΑ, οι διοργανωτές επενδύουν στην Αθήνα και «όποιος θέλει έρχεται». Στην Αθήνα, μια από τις καλύτερες συναυλίες, ήταν του Alex Harvey. Αυτός είναι ένας από τους μεγαλύτερους ρόκερ της Αγγλίας. Τον φέρανε κάτι φίλοι μου εδώ και η συναυλία του έγινε μια από τις καλύτερες live συναυλίες που έχουν γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Ήταν μόνο με 300 άτομα στην Αθήνα, μεταξύ αυτών και ο Παύλος Σιδηρόπουλος.

-Θα ήθελα να σας ρωτήσω, μιας και η ζωή σας συνδυάστηκε με τα μουσικά περιοδικά, πώς νιώθετε που το 2026 υπάρχουν ελάχιστα;

-Είναι πολύ λυπηρό αυτό. Αυτό βέβαια συμβαίνει και στο εξωτερικό, όχι μόνο εδώ. Εγώ ας πούμε σταμάτησα να παίρνω περιοδικά γιατί τα είχαν γράψει όλα, επαναλαμβανόντουσαν συνεχώς. Μόνο το τι βρακί φορούσε ο Neil Young δεν είχαν γράψει. Γινόταν ένα αναμάσημα ασταμάτητο, γιατί δεν υπάρχει νέα μουσική, νέα αστέρια ή νέα μεγάλα συγκροτήματα.

«Εγώ μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, The Who. Πόσο εύκολα μπορώ να ενθουσιαστώ με νέα συγκροτήματα;»

Ντίνος Δηματάτης
Φωτ: dreamonline.gr

-Ξεχωρίζετε καινούριους δημιουργούς;

-Λίγα πράγματα, αλλά δεν θέλω να με παρεξηγήσεις. Σκέψου ότι εγώ μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, The Who. Πόσο εύκολα μπορώ να ενθουσιαστώ με νέα συγκροτήματα; Πώς μπορώ να κάνω συγκρίσεις;

-Από την μία έχουμε την εξαφάνιση των περιοδικών, αλλά από την άλλη έχουμε την επιστροφή του βινυλίου…

-Αυτό είναι παρήγορο, γιατί η νεολαία ξαναβρήκε το βινύλιο. Το μόνο κακό με την επιστροφή του βινυλίου είναι ότι οι δίσκοι είναι πανάκριβοι. Ενα βινύλιο 20-30 ευρώ δεν μπορεί να το πάρει η νεολαία και αυτές οι τιμές είναι και οι φθηνότερες.

Και ενώ η νεολαία θέλει να αγοράσει, να ακούσει. Σκέψου ότι τώρα με την ταινία του Michael Jackson βγαίνει η νεολαία και θέλει τους δίσκους του, είναι πολύ ελπιδοφόρο αυτό και παρήγορο. Παράλληλα όμως και τραγικό, να πρέπει να δώσεις 40€ για ένα Thriller.

-Ας είναι όμως καλά τα παλιατζίδικα που μπορούμε και αγοράζουμε δίσκους ακόμα και με 1€…

-Εσύ έχεις δίσκους;

-Ναι βέβαια, από το λύκειο μαζεύω δίσκους.

-Θυμάσαι τους πρώτους σου δίσκους;

-Δύο ελληνικοί και δύο ξένοι. Οι δύο ελληνικοί ήταν ο δίσκος των Νοστράδαμος και ο δίσκος των Πελόμα Μποκιού και οι ξένοι ήταν το Band on the Run και το Little Creatures των Talking Heads. Τους δύο τελευταίους τους αγόρασα στα τυφλά…

-Είχα γνωρίσει τον Μπονάτσο όταν δούλευα στο ραδιόφωνο του ΑΝΤ1, πολύ γαμάτος τύπος. Θυμάμαι τότε είχε χωρίσει με την Αλίκη και μας έλεγε πως «για 40 μέρες θα πενθεί»!

Όσον αφορά τους Talking Heads, τους είχα δει live στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στην Λεωφόρο. Βγήκαν πιο μπροστά θυμάμαι οι Tom Tom Club και τους πετούσαν κουτάκια, άλλοι μ@λ@κες και οι δικοί μας!

Σε κάποια φάση ο David Byrne κατεβαίνει από τη σκηνή και αρχίζει να τρέχει στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Οι μπάτσοι νομίζανε ότι κάτι έχει γίνει και άρχισαν να τον κυνηγάνε! Αυτός τους ξέφευγε και είχαμε πεθάνει στο γέλιο. Να βλέπεις τώρα τον Byrne να τον κυνηγάνε οι μπάτσοι μέσα στο γήπεδο!

-Ακραία ιστορία!  Έχω την εντύπωση ότι με αφορμή και αυτό που είπατε για τον Michael Jackson, η νέα γενιά ανακαλύπτει πολλούς καλλιτέχνες μέσω του virality, για παράδειγμα το ίδιο έγινε και με την Kate Bush όταν έπαιξε το κομμάτι της Running Up That Hill στην σειρά Stranger Things…

-Εγώ επειδή ασχολούμαι έτσι και με τους νέους πολύ, με ενδιαφέρουν τα ακούσματα τους. Έχω ανακαλύψει πολλά πράγματα που με αφήνουν άφωνο στον τρόπο που η νέα γενιά ανακαλύπτει παλιούς καλλιτέχνες. Η νεολαία ψάχνει και βρίσκει, είναι εντυπωσιακό το πόσο διψά η νεολαία. Έχει όμως αναλωθεί και πολύ με την trap.

-Υπάρχει κάποιο ελληνικό συγκρότημα που κατά τη γνώμη σας δεν πήρε ποτέ την αναγνωρίση που του άξιζε;

-Οι Socrates με διαφορά. Οι Socrates έπρεπε να είναι διάσημες σαν τους Led Zeppelin. Ήταν από τις πιο σπουδαίες μπάντες. Όπως και οι Aphrodite’s Child που βέβαια είναι αναγνωρισμένοι, έβγαλαν ένα από τα μεγαλύτερα προοδευτικά άλμπουμ όλων των εποχών, το 666.

-Αν είναι ένας νέος σήμερα σας ζητούσε να του προτείνετε μερικούς δίσκους για το ελληνικό ροκ ποιοι θα ήταν αυτοί;

-Σίγουρα το 666 που προαναφέραμε, τους δίσκους του Παύλου Σιδηρόπουλου, το Phos των Socrates, Πελόμα Μποκιού που ανέφερες εσύ και τα σιγκλάκια των MGC.

-Θα ήθελα να πάμε και στο πιο πρόσφατο βιβλίο σας, «It’s only rock ‘n’ roll» από τις εκδόσεις όγδοο, όπου εκεί συναντάμε περισσότερο προσωπικές ιστορίες από καλλιτέχνες που έχετε γνωρίσει, ένα με λίγα λόγια αυτοβιογραφικό βιβλίο. Πώς σας ήρθε η ιδέα να κάνετε ένα τέτοιο βιβλίο;

-Ήθελα να βγάλω μια αυτοβιογραφία, γιατί έχω ζήσει πολλά πράγματα που θα ήθελα να τα μοιραστώ με το κοινό. Σκέφτομαι να βγάλω κι άλλο βιβλίο ως συνέχεια αυτού.

-Το ροκ για εσάς παραμένει ζωντανό;

-Πάντα παραμένει ζωντανό γιατί είναι έμπνευση. Είναι επανάσταση για τους νέους, είναι επανάσταση, τρόπος ζωής, καταφύγιο, πες το όπως θες. Βέβαια το ροκ εξελίσσεται. Το ραπ ας πούμε είναι ένα είδος ροκ. Όπως παλιά, όταν εγώ έγραψα το Get That Beat, έλεγα ότι η μουσική θα στραφεί στην ηλεκτρονική μουσική, όπως και έγινε.

-Συνεπώς το ροκ υπάρχει, αλλά με παραλλαγές…

-Ακριβώς, η μουσική εξελίσσεται. Αλλά το ροκ παραμένει σταθερή αξία.

-Οι μουσικές πλατφόρμες έχουν επηρεάσει την μουσική βιομηχανία;

-Ναι, αλλά και θετικά και αρνητικά. Δεν βλέπω δηλαδή μόνο τα αρνητικά. Εγώ ας πούμε θα σε πάρω τώρα λίγο από τα μουσικά και θα σε πάω στα αθλητικά: Από το ίντερνετ βλέπω ας πούμε τα ματς της Αταλάντα που είμαι πιστός οπαδός από την δεκαετία του ‘60. Από Ισπανία είμαι Real Betis, από Αγγλία Blackpool F.C., αυτές τις ομάδες μόνο μέσω διαδικτύου μπορώ να τις δω.

-Τώρα με το Μουντιάλ τι βλέπετε;

-Για μένα τα φαβορί είναι Ισπανία, Γαλλία και Αργεντινή.

-Έχω ακούσει πως έχετε μια από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων και περιοδικών στην Ελλάδα, μπορείτε να μας απαντήσετε σε νούμερα;

-Είναι αδύνατο, σε δύο σπίτια είναι η συλλογή. Κάποτε μια φίλη, Αγγλίδα με ρώτησε πόσους δίσκους έχω, και εγώ την ρώτησα αν ξέρει πόσες τρίχες έχει στα μαλλιά της (γελάμε).

-Υπάρχουν τραγούδια που σας συγκινούν κάθε φορά που τα ακούτε; Εμένα ας πούμε με συγκινεί πάντα το Simple Man και το Stairway to Heaven…

-Θρυλικά κομμάτια, το Stairway to Heaven με συγκινεί και εμένα πολύ. Ένα τραγούδι που με συγκινεί, γιατί θυμάμαι τα χρόνια που ήμουν φοιτητής στην Ιταλία είναι το A Horse With No Name των America. Και με ταινίες συγκινούμαι εύκολα, γιατί είμαι μεγάλος σινεφίλ.

-Ας πάμε και στις ταινίες λοιπόν… Διαβάζοντάς σας, μου θυμίσατε τον πρωταγωνιστή από τους Almost Famous, έτσι έχω κάνει εικόνα την δεκαετία του ‘60. Εσείς με ποιον ταυτίζεστε;

-Εγώ με τον μπόμπιρα από το Cinema Paradiso θεωρώ ότι με βλέπω. Κάποια στιγμή ζούσαμε στην Κοζάνη λόγω του στρατιωτικού πατέρα μου. Δίπλα στο σπίτι μας ήταν ο κινηματογράφος «Ολύμπιον» που υπάρχει ακόμα, όπου εκεί ήμουν η μασκότ, όταν ήμουν παιδί. Έμπαινα και έβγαινα συνέχεια. Εκείνο το σινεμά ήταν η ζωή μου, η παιδική μου ηλικία. Οπότε κάθε φορά που βλέπω αυτήν την ταινία δακρύζω, γιατί είναι σαν να βλέπω την ζωή μου. Είναι η ταινία της ζωής μου.

-Αν κάτι σας δίδαξε η ροκ τι είναι;

-Να είσαι αληθινός. Να κάνεις αυτό που γουστάρεις και να μην μασάς.

-Κάπως έτσι έζησε και ο Σιδηρόπουλος που ασχοληθήκατε αρκετά μαζί του…

-Είχα γνωρίσει τον Σιδηρόπουλο, όταν είχε έρθει στο ξενοδοχείο Kapsis στην Θεσσαλονίκη και τραγούδησε σε μια σάλα. Δυστυχώς ο Σιδηρόπουλος είχε μπλέξει και δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τους δαίμονες του δυστυχώς. Ήταν όμως πολύ φιλότιμο άτομο και θα είχε προσφέρει πολλά.

«Η νέα γενιά πρέπει να μην τρώει παραμύθι και να ψάχνει»

-Τι θα θέλατε να πείτε στη γενιά μας, στη νέα γενιά που θα διαβάσει τη συνέντευξη;

– Η νέα γενιά πρέπει να βρει τον δρόμο της. Βασικά, πρέπει να ψάχνει τον δρόμο της. Να μην τρώει παραμύθι και να ψάχνει. Να ψάχνει και να κυνηγά το όνειρό της. Τα όνειρα ποτέ δεν πεθαίνουν.

Εγώ κυνηγούσα από μικρός το όνειρό μου. Όταν έβγαλα το πρώτο βιβλίο, ήταν μια τρέλα, αλλά κυνηγούσα το όνειρό μου. Γιατί όταν κυνηγάς το όνειρό σου, στο τέλος κερδίζεις, να ξέρεις.

-Εσείς κερδίσατε;

-Βέβαια, και αυτό θα πω και σε σένα. Θέλω να είσαι πάντα όπως είσαι τώρα, να κυνηγάς συνεντεύξεις, να ασχολείσαι με το όνειρο σου, να πηγαίνεις από ήττα σε ήττα και να κερδίζεις. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Χάρηκα πολύ για τις ερωτήσεις που μου έκανες, επιβεβαιώνεις ότι η νέα γενιά διψά για μουσική!

Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα