Ο όρος «slow cinema» («αργός κινηματογράφος») αναφέρεται σε ταινίες που εστιάζουν στη σιωπή και στην παρατήρηση του χρόνου που κυλάει. Χαρακτηρίζεται από αργά συνήθως μακράς διάρκειας πλάνα, ελάχιστη πλοκή με φτωχή αλληλουχία γεγονότων, διάθεση ενδοσκόπησης και έμφαση στην ατμόσφαιρα και στο τώρα.
Αν και συνδέθηκε με σκηνοθέτες όπως ο Andrei Tarkovsky, ο Abbas Kiarostami, ο Béla Tarr ή και ο δικός μας Θεόδωρος Αγγελόπουλος, σήμερα φαίνεται να φθίνει. Σε μια εποχή που όλα κινούνται γρήγορα, εξασκημένος σε μια ροή ζωής που απαιτεί συνεχώς νέα ερεθίσματα, ο θεατής δυσκολεύεται να απολαύσει ένα αργό πλάνο ή μια σιωπηλή σκηνή.
Κι όμως, κάπου εκεί υπάρχουν ταινίες που επιμένουν στην επιβράδυνση. Οι ήρωές τους δίνουν χρόνο στον εαυτό τους, δεν βιάζονται να προλάβουν να ζήσουν και παρατηρούν με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω τους. Συνήθως δεν έχουν smartphone παρότι ζουν σε αυτήν την εποχή και η σιωπή για αυτούς δεν είναι απειλητική.
Αυτός ο τρόπος ζωής μπορεί στην αρχή να μοιάσει περίεργος και άβολος για τον θεατή του τώρα. Αν όμως εξασκηθεί λίγο στη σιωπηλή παρατήρηση και αφουγκραστεί τον χρόνο που κυλάει, συνειδητοποιεί τη θεραπευτική ιδιότητα που μπορεί να έχει ο σύγχρονος αργός κινηματογράφος. Παρακάτω, τρεις ταινίες των τελευταίων δέκα ετών μας προσκαλούν σε μια αποτοξίνωση από την ένταση, σε μια ήρεμη καθημερινότητα που μας επιτρέπει να αναπνέουμε στον κενό χρόνο, χωρίς να πανικοβαλλόμαστε.
Υπέροχες μέρες, Βιμ Βέντερς (2023)
Ο Χιραγιάμα, πρωταγωνιστής αυτής της ταινίας του Βιμ Βέντερς, εργάζεται ως καθαριστής δημόσιων τουαλετών στο Τόκιο. Η καθημερινότητά του κυλά με απλότητα και ηρεμία. Δουλεύει, ακούει μουσική από κασέτες και διαβάζει. Στα διαλείμματά του απολαμβάνει να φωτογραφίζει τη φύση με την παλιά φωτογραφική μηχανή του, ιδιαίτερα το φως του ήλιου που περνά μέσα απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων, αυτό που στα ιαπωνικά λέγεται «komorebi».
Στην αρχή, παρακολουθώντας τον Χιραγιάμα να ζει μέσα στη ρουτίνα του, όπου τίποτα δεν άλλαζε και όλα κυλούσαν με μια σχεδόν ανιαρή αρμονία, ένιωσα μια θλίψη. Η ζωή του μου φάνηκε περιορισμένη, σαν να είχε παραιτηθεί από την ένταση της αλλαγής ή της εξέλιξης. Όσο όμως η ταινία επέμενε να τον παρατηρεί, τόσο μετατοπιζόταν και το δικό μου βλέμμα. Ο Χιραγιάμα χαμογελά κάθε μέρα που ξυπνάει, αναζητά το φως του ήλιου σαν να είναι κάτι μαγικό και οργανώνει τη συλλογή φωτογραφιών του με αφοσίωση. Εργάζεται με την ίδια σχολαστικότητα, τρώει με ηρεμία και διαβάζει με συγκέντρωση δίνοντας σημασία σε κάθε πρόταση. Τελικά δεν ζει λιγότερο, ζει μόνο πιο απλά.
Με την επίσκεψη της ανιψιάς του στο σπίτι του αποκαλύπτεται σταδιακά ότι αυτός ο τρόπος ζωής δεν πηγάζει από αδυναμία σύνδεσης ή από φόβο, αλλά από συνειδητή κλίση προς την απλότητα. Ο Χιαραγιάμα δεν έχει αποκοπεί από τον κόσμο, ούτε έχει παραιτηθεί από το συναίσθημα, απλώς έχει επιλέξει να τον κατοικεί διαφορετικά, με εστίαση στην παρατήρηση και λιγότερο θόρυβο.
O Κότζι Γιακούσο, βραβευμένος στο Φεστιβάλ των Καννών 2023 με το βραβείο καλύτερου ηθοποιού για την ερμηνεία του, εναρμονίζεται αβίαστα με τη λιτότητα του Χιραγιάμα. Ταυτόχρονα, η μουσική της ταινίας με τραγούδια από τη ροκ των δεκαετιών του ‘60 και ‘70, μαζί με το soundtrack ενισχύουν την αίσθηση αρμονίας και λειτουργούν σχεδόν παρηγορητικά, βεβαιώνοντας πως μέσα στην πιο απλή καθημερινότητα μπορεί να υπάρχει πληρότητα.
Paterson, Τζιμ Τζάρμους (2016)
Ο Πάτερσον είναι ένας νεαρός οδηγός αστικού λεωφορείου στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσει που ζει απολαμβάνοντας τη ρουτίνα του με τη γυναίκα του και τον σκύλο του. Σηκώνεται την ίδια ώρα κάθε πρωί, ακολουθεί τα ίδια βήματα προς την κουζίνα και ύστερα προς την αφετηρία των λεωφορείων για να αναλάβει το πόστο του. Αφιερώνει τον κενό χρόνο πριν τη δουλειά στην ποίηση, γράφοντας σ’ ένα χαρτόδετο τετράδιο που κουβαλά πάντα μαζί του σαν θησαυρό. Η έμπνευσή του πηγάζει από απλές καθημερινές στιγμές, από τους επιβάτες που παρατηρεί να μιλούν καθώς οδηγεί, από απλά αντικείμενα που περνούν από τα χέρια του ή από ιστορίες που ακούει τυχαία. Το απόγευμα επιστρέφει στη γυναίκα του, μια αυθόρμητη κοπέλα που ονειρεύεται πολύ και κάθε βράδυ βγάζει μια μεγάλη βόλτα τον σκύλο τους. Εκεί, κάνει στάση στο συνοικιακό μπαρ, όπου απολαμβάνει την ίδια μπίρα μιλώντας με τους υπόλοιπους θαμώνες.
Ο Πάτερσον δεν οργανώνει τη ζωή του γύρω από ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Ο κενός χρόνος για εκείνον αποτελεί ευκαιρία να αφοσιωθεί στις λέξεις και στην ποίηση. Ο Τζιμ Τζάρμους επιμένει στην επαναληψιμότητα και στην ηρεμία της καθημερινότητας. Ο νεαρός οδηγός δεν χρειάζεται έντονα ερεθίσματα για να παρασυρθεί στην ποιητικότητα της ρουτίνας. Αρκεί να είναι ανοιχτός στο τώρα, να παρατηρεί και να αφήνεται στις σιωπηλές στιγμές. Ακόμα και τις δυσκολίες ή τη θλίψη που μπορεί να έχει μια απλή ζωή, ο Πάτερσον τις αντιμετωπίζει με στωικότητα και αποδοχή. Δεν πανικοβάλλεται, ούτε δραματοποιεί.
Όπως και στο «Υπέροχες μέρες», ο Τζάρμους δεν παρουσιάζει διδακτικά ή εξιδανικευμένα αυτόν τον τρόπο ζωής. Εντάσσοντας στην πλοκή τη συμβίωσή του Πάτερσον με τη γυναίκα του, τη Λόρα, αναδεικνύει αρμονικά την αντίθεση ανάμεσα στη δική του στάση ζωής και σε μια πιο ζωηρή, γεμάτη επιθυμίες οπτική. Από τη μια, παρακολουθεί εκείνη που παραμένει διαρκώς σε κίνηση, μαγειρεύει cupcakes εντυπωσιάζοντας την κοινότητα, ενώ παράλληλα μαθαίνει κιθάρα για να γίνει τραγουδίστρια. Παρατηρεί όμως και τον Πάτερσον, χωρίς επικριτικότητα ή σύγκριση αξιών, που βιώνει τη ζωή διαφορετικά. Όχι ως έναν διαρκή αγώνα για επιτυχία και προκλήσεις, αλλά ως μια ήρεμη πορεία απέναντι στο χάος.
Columbus, Κογκονάντα (2017)
Λιγότερο γνωστό στο ελληνικό κοινό, το Columbus του Κογκονάντα αποτελεί την πιο εύθραυστη συναισθηματικά προσθήκη σε αυτή την κατηγορία ταινιών. Με επίκεντρο το Κολόμπους της Ιντιάνα, ο Κογκονάντα ακολουθεί τη ζωή της Κέισι και του Τζιν. Η Κέισι δουλεύει στην τοπική βιβλιοθήκη και έχει πάθος με την αρχιτεκτονική, ενώ ο Κορεάτης Τζιν βρίσκεται στο Κολόμπους μετά από μια περιπέτεια υγείας του πατέρα του, γνωστού καθηγητή αρχιτεκτονικής, που τον άφησε σε κώμα.
Πρόκειται για μια ταινία αργού ρυθμού που εκμεταλλεύεται τη σιωπή στρέφοντας το βλέμμα προς το αστικό τοπίο της Ιντιάνα και συγκεκριμένα προς τα διάφορα κτήρια των μοντερνιστών της περιοχής. Η παθιασμένη Κέισι, μια κοπέλα γεμάτη συναισθήματα που φροντίζει σαν γονέας τη μητέρα της, αναζητά παρηγοριά στην ομορφιά των κτηρίων. Διαβάζει για αυτά και εμπνέεται από τους δημιουργούς τους, ενώ αναζητά διαρκώς την επαφή μαζί τους. Ο Τζιν απ’ την άλλη, πιο συγκρατημένος συναισθηματικά βιώνοντας την αλλαγή στη ζωή του λόγω της υγείας του πατέρα του, γνωρίζει την Κέισι και αφήνεται σε μια περιδιάβαση στην πόλη μαζί της.
Οι δυο τους στρέφονται προς την παρατήρηση για να νοηματοδοτήσουν το παρόν τους. Η ζωή τους μοιάζει να βρίσκεται σε παύση, μέσα τους όμως κάτι μετατοπίζεται σιγά σιγά, όχι χωρίς εσωτερική ταραχή, αλλά με αίσθηση αρμονίας. Ο Κογκονάντα φαίνεται να υπονοεί πως το να κοιτάς προς τα έξω δεν αποκλείει την εσωτερική εμβάθυνση, αλλά την περιλαμβάνει. Η Κέισι και ο Τζιν δεν αγνοούν την καθημερινότητά τους, καθώς αναλύουν τα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα της πόλης. Αντίθετα, αντανακλούν τις επιθυμίες τους και τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την ομορφιά της ζωής.
Η βραδύτητα της ταινίας, η έμφαση στη σιωπή, αλλά και η ανάδειξη του συναισθήματος παρηγορούν από την ιδέα πως οι αλλαγές χρειάζεται να έρχονται γρήγορα. Οι ήρωες δίνουν χρόνο στον εαυτό τους, όχι επειδή τους λείπει η κατεύθυνση, αλλά γιατί αποδέχονται πως ένα μεταβατικό στάδιο χρειάζεται κυρίως υπομονή και τη δυνατότητα να παραμένεις στο τώρα, σε ένα παρόν που απλώς κυλά.
Συνολικά, όλες οι παραπάνω ταινίες αποτελούν μια ανάσα στην τάση της σύγχρονης εποχής να μας ωθεί διαρκώς προς την αλλαγή και να μας γεμίζει αγωνία για τη βελτίωση. Οι ήρωές τους στρέφουν το βλέμμα κυρίως προς τα έξω, ο Χιραγιάμα («Υπέροχες μέρες») παρατηρεί με αγάπη τη φύση, ο Πάτερσον («Paterson») αντικρίζει τον κόσμο με λέξεις και η Κέισι («Columbus») αναζητά νόημα πίσω από την αρχιτεκτονική.
Παρόλα αυτά, κανένας τους δεν χάνεται μέσα σε αυτό που τους περιβάλλει, αντίθετα εντάσσονται σε αυτό αρμονικά και με αποδοχή. Έτσι, ο σύγχρονος αργός κινηματογράφος μας υπενθυμίζει πως η επιβράδυνση δεν είναι πάντα απειλή, συχνά αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης απέναντι στον ήσυχο ρυθμό ζωής, ένας τρόπος να παραμείνεις παρών και να ακούσεις καθαρά όσα συμβαίνουν γύρω σου και μέσα σου.








