Τάσος Βαφειάδης: «Παντρεύτηκα τη χημεία, αλλά ερωμένη μου είναι η μουσική»

Άνοιξη, 19 Μαίου 2018: Η μέρα που αγόρασα το πρώτο μου πικάπ, και τους πρώτους μου δίσκους βινυλίου. Θύμαμαι τον δίσκο των Πελόμα Μποκιού, των Arctic Monkeys, το Aladin Sane του David Bowie και το Nevermind των Nirvana. Μαζί με το πικάπ και τους πρώτους μου δίσκους, αγόρασα και ένα βιβλίο που βρισκόταν λίγο πιο δίπλα από τους δίσκους που κοίταζα: ήταν το Βιβλίο του Τάσου Βαφειάδη, «Οι Κρυμμένες Ιστορίες πίσω από τα Τραγούδια». Αποτελεί μέχει και σήμερα ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει, αλλά και το πρώτο άρθρο που έιχα γράψει για το DREAM ON-line, πολύ πριν δημιουργηθεί το READ ON-line.

Η συνάντηση με τον Τάσο Βαφειάδη ήταν ξεχωριστή, γιατί και οι δύο απορούσαμε γιατί δεν είχαμε κάνει αυτήν τη συνέντευξη νωρίτερα. Κυριακή πρωί, σε κεντρικό καφέ της Θεσσαλονίκης, μιλήσαμε με τον χημικό που λατρεύει τη μουσική και κάναμε μια συζήτηση που θα μπορούσε να διαρκεί πολλές παραπάνω ώρες, αν δεν τελείωναν οι μπαταρίες των καμερών μας.

Είναι μεγάλη μας η χαρά που «Πρόσωπο της Εβδομάδας» είναι ο συγγραφέας Τάσος Βαφειάδης, καθώς αποτελεί το πρώτο όνομα που θα διάβαζε κανείς αν έμπαινε στη σελίδα μας το 2018, όταν το εγχείρημα του DREAM ON-line ξεκινούσε. Τον ευχαριστούμε από καρδιάς για τη συνέντευξη που μας έδωσε, και ελπίζουμε να τα ξαναπούμε σύντομα μαζί του!

*Ακολουθεί απόσπασμα της συνέντευξης σε γραπτή μορφή. Για να παρακολουθήσετε ολόκληρη την συνέντευξη, πατήστε παρακάτω!

«Aν δεν τελείωνε το τραγούδι, δεν κατεβαίναμε από το αμάξι»

– Αρχικά θα ήθελα να ρωτήσουμε ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με τη μουσική;

– Η πρώτη μου επαφή με τη μουσική ήταν στην κουζίνα του πατρικού μου με τη μητέρα μου να ακούει αποκλειστικά ελληνική μουσική! Γενικά στο σπίτι ακούγαμε πολλή μουσική, αλλά οι πιο έντονες μουσικές μου αναμνήσεις είναι από το αυτοκίνητο! Όπως λέω και στον πρόλογο του πρώτου μου βιβλίου, αν δεν τελείωνε το τραγούδι, δεν κατεβαίναμε από το αμάξι. Αμιγώς ελληνική μουσική λοιπόν: Νταλάρα, Αλεξίου, Μαρινέλλα, Διονυσίου κτλ.

– Τα πρώτα σας ακούσματα είχαν να κάνουν με την ελληνική μουσική λοιπόν, ωστόσο σύντομα μπήκε στη ζωή σας και η ξένη, σωστά;

– Κάποια στιγμή μεγαλώνοντας προς τα τέλη του δημοτικού, έπαιζα με τη βελόνα του ραδιοφώνου και έπεσα πάνω στα ξένα που δεν καταλάβαινα και τι έλεγαν. Μόνος μου λοιπόν σκαλίζοντας στο ραδιόφωνο και ακούγοντας διάφορους πειρατικούς σταθμούς, κόλλησα με τα ξένα. Στα τέλη της Β’ Γυμνασίου, νομίζω, αγόρασα και τον πρώτο μου δίσκο!

Φωτογραφία: Σοφία Βαφειάδου / dreamonline.gr

– Ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος;

– Είναι λίγο θολή η ανάμνηση, πάντως είναι δύο οι δίσκοι: ένας ήταν το «The Very Best Of» των Eagles και ένας άλλος από μία ποπ καλλιτέχνιδα της Γαλλίας! Μεγαλώνοντας άκουγα κυρίως ποπ, αφού τότε ήταν στα ξεκινήματά τους, η Kylie Minogue, η Tiffany κλπ. Μιλάμε για τέλη της δεκαετίας του ’80. Το 1988 ξεκίνησα να αγοράζω κασσέτες και κάποια hits που έβγαιναν τότε. Τότε να πούμε κι ότι δεν υπήρχε ελληνική ποπ.

– Δεν είχε Μπίγαλη και Δάκη;

– Ο Δάκης ήταν πιο πριν, ο Μπίγαλης τότε είχε το συγκρότημα, είχαμε τον Χαριτοδιπλωμένο και υπήρχαν κάποια ελληνικά ροκάκια του Γιοκαρίνη και του Μηλιώκα! Εγώ τότε άκουγα πιο πολύ ποπ της εποχής, Bonnie Tyler, Eurythmics, σκέφτομαι τώρα μερικούς που άκουγα στα 12.

– Ήταν ίσως τότε η καλύτερη περίοδος για να εξερευνήσει κάποιος τη μουσική βιομηχανία.

– Θυμάμαι στη β’ λυκείου τον διπλανό μου στο σχολείο, ο οποίος είχε αγοράσει μόλις δίσκο των Nirvana. Όσο ήμουν στο σχολείο, είχαν βγάλει το πρώτο τους άλμπουμ και οι Guns N’ Roses. Δεν φανταζόμασταν ότι θα έκαναν τόσο μεγάλη πορεία. Είχαμε στο μυαλό μας τα μυθικά ονόματα των 70’s, Doors, Janis Joplin, Jimi Hendrix, Beatles κτλ. Βλέπω τώρα μικρά παιδιά με μπλουζάκια των Nirvana και των Guns N’ Roses και μου φαίνεται εντελώς τρελό. Ο χρόνος είναι ο μεγάλος κριτής.

«Kάποτε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης έπεφτε ξύλο για τη μουσική»

– Υπήρξε κάποιος μουσικός που στην αρχή μπορεί να τον υποτιμήσατε και στην πορεία να αναδείχθηκε σε μεγάλο αστέρα;

– Οι περισσότεροι τότε –ανάμεσα σ’ αυτούς κι εγώ- θεωρήσαμε την Κylie Minogue αναλώσιμη, ωστόσο διαψευστήκαμε. Υπήρχε τότε ένα μουσικό τρίο, οι Stock Aitken Waterman που βγάζανε διάφορα γκρουπάκια που κάνανε επιτυχίες, αλλά ήταν αναλώσιμα, όπως οι Bros και οι Wet Wet Wet. Ήταν μια ποπ που θεωρούσαμε αναλώσιμη.

Τότε ήμασταν χωρισμένοι κιόλας ανάλογα με τη μουσική που μας άρεζε. Θα σας φανεί λίγο αστείο, αλλά κάποτε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης έπεφτε ξύλο για τη μουσική. Κυρίως οι ροκαμπιλάδες με τους μεταλάδες! Ήμασταν χωρισμένοι σε στρατόπεδα! Ελληνική μουσική ακούγανε ελάχιστοι!

Φωτογραφία: Σοφία Βαφειάδου / dreamonline.gr

– Πώς αντιδράσατε στο άκουσμα του θανάτου του Curt Cobain;

– Ήμουν φοιτητής και το θυμάμαι χαρακτηριστικά. Ήταν μεσημέρι, όταν το έμαθα και είχα εκνευριστεί πολύ. Το θεώρησα τότε λίγο ηττοπαθές να αυτοκτονήσει, θα μπορούσε να τα παρατήσει όλα, να φτύσει τη μουσική βιομηχανία και να γίνει ζωγράφος! Δεν μπορούσε να ζήσει μέσα σε αυτό που είχε φτιάξει ο ίδιος. Ίσως όμως υπήρχε η λύση του να τα παρατήσει όλα και να φύγει. Θεώρησα ότι η επιλογή του να αυτοκτονήσει ήταν τότε και ένα πολύ λάθος μήνυμα προς τους νέους της εποχής. Από την άλλη, καταλαβαίνω και όλα εκείνα τα αδιέξοδα που μπορεί να είχε. Ίσως εκνευρίστηκα γιατί έζησα την γέννηση των Nirvana, είχα δει και live στην τηλεόραση την εμφάνιση τους στο MTV.

– Έχετε σπουδάσει χημεία και είστε καθηγητής στο 1ο Πειραματικό Σχολείου του Πανεπιστημίου Μακεδονίας; Πώς συμβαδίζει η χημεία με τη μουσική;

– Γενικά στη ζωή χρειάζεται ένα αντίβαρο! Το πρώτο βιβλίο άλλωστε το έγραψα για να κάνω αποτοξίνωση από την πολλή χημεία! Ανέκαθεν όμως, οι δύο αγάπες μου ήταν αυτές: η μουσική και η χημεία. Παντρεύτηκα βέβαια τη χημεία, αλλά ερωμένη μου είναι η μουσική. Σπούδασα στο χημικό του ΑΠΘ, έκανα διδακτορικό στην κβαντική χημεία, ωστόσο συνειδητά μετά επέλεξα την εκπαίδευση και είμαι πολύ χαρούμενος που το κάνω. Πάντα όμως όλα αυτά τα χρόνια, αγόραζα περιοδικά, βιβλία, δίσκους κτλ. Θεωρώ ότι δεν πρέπει να είσαι μονοδιάστατος στη ζωή σου.

«Υπήρχε μια άποψη ότι τα μουσικά βιβλία δεν πουλάνε»

-Και από την αγάπη σας για τη μουσική, καταλήξατε στο βιβλίο «Οι κρυμμένες ιστορίες πίσω από τα τραγούδια» (εκδ. Ζήτη).

– Το πρώτο μου βιβλίο ήταν ένα βιβλίο χημείας. Κάποια στιγμή το 2014, ενώ ήμουν σε μια παραλία της Θάσου και διάβαζα ένα άλλο βιβλίο για ιστορίες, σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον ένα βιβλίο για ιστορίες που έχουν σχέση με τη μουσική. Η πρώτη ιστορία που διάβασα και στην ουσία αυτό ήταν που είχα στο μυαλό μου ήταν εκείνη πίσω από το τραγούδι «Dance me to the end of love» του Leonard Cohen. Η συγκεκριμένη ιστορία ήταν ο καταλύτης για να γράψω αυτό το βιβλίο. Η πρώτη ιστορία βέβαια που έγραψα -επειδή την ήξερα κιόλας- ήταν αυτή πίσω από το «Smells Like Teen Spirit» των Nirvana. Το 90% των ιστοριών που έγραψα δεν τις γνώριζα από πριν.

Τρία χρόνια βέβαια παιδευόμουν να εκδώσω το βιβλίο, γιατί δεν έβρισκα εκδότη. Οι εκδότες δεν το πίστευαν το βιβλίο. Θεωρώ ότι το πιο δύσκολο σήμερα είναι να βρεις έναν εκδότη να βγάλει το βιβλίο, παρά να το γράψεις. Με απέρριψαν πάνω από 20 εκδότες. Υπήρχε μια άποψη ότι τα μουσικά βιβλία δεν πουλάνε, συν ότι ήμουν άγνωστος στο αναγνωστικό κοινό. Εν τέλει μου έδωσαν την ευκαιρία οι εκδόσεις Ζήτη, εδώ στη Θεσσαλονίκη, και μετά από 3,5 μήνες που κυκλοφόρησε, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε ότι θα βγάλουμε και δεύτερη έκδοση! Τώρα πλέον βρισκόμαστε στην πέμπτη έκδοση. Ίσως είναι και το πιο εμπορικό βιβλίο με ξένη μουσική στην Ελλάδα. Το πίστευα πολύ το βιβλίο, γιατί ήξερα ότι δεν κυκλοφορεί κάτι τέτοιο στην αγορά.

Θα ήθελα να κάνω ειδική αναφορά στον Στέλιο Χέλνη, γραφίστα του βιβλίου που έχει κάνει δύο καταπληκτικά εξώφυλλα, αφού του έβγαλα το λάδι! Όπως επίσης και στην Ελένη Μαργαρού που έκανε τη φιλολογική επιμέλεια. Αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν τα πιο βασικά στηρίγματα που είχα για να εκδοθεί το βιβλίο!

– Όταν οι εκδότες απέρριψαν τόσες φορές το βιβλίο, απογοητεύτηκες; Πίστεψες ότι δεν θα εκδοθεί ποτέ;

– Ναι, απογοητεύτηκα πολύ! Κάποιοι μου είπαν να πληρώσω ο ίδιος την έκδοση του βιβλίου υπό το δικό τους label. Αν ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο, θα το έβγαζα με τη δική μου έκδοση εντελώς. Μου πήρε συνολικά τρία χρονιά να το εκδώσω, αλλά δεν είχα πάψει να πιστεύω το βιβλίο.

Στις εκδόσεις Ζήτη είχα βγάλει ένα βιβλίο χημείας το 2006, το οποίο είχε πάει καλά και ως εκ τούτου με γνώριζαν προσωπικά. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις ειδικεύονται σε πανεπιστημιακά βιβλία και συγγράμματα, οπότε δεν σκέφτηκα να στείλω σε αυτούς. Κάποια στιγμή τους προσέγγισα, τους άρεσε σαν ιδέα και είδαν μια πίστη στα μάτια μου. Το ‘βγαλε και δικαιώθηκε! Ήταν σαφές ότι και το επόμενο θα το έβγαζα με τις εκδ. Ζήτη, όπως και ό,τι άλλο βγει στο μέλλον. Ήταν μαζί μου στα δύσκολα!

– Άμα εξαιρέσουμε τον Leonard Cohen, ποια άλλη ιστορία σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;

– Το «Gimme Shelter» των Rolling Stones κρύβει από πίσω του μια φοβερή ιστορία όπου η τραγουδίστρια που κάνει τα φωνητικά μια μέρα μετά αποβάλλει! Πολύ ιδιαίτερη είναι και αυτή του “I Can’t Escape Myself” που τον είχα ακούσει ζωντανά και στη Μηχανιώνα. Για πολλούς, ο Adrian Borland των Sound είναι ένα μυθικό πρόσωπο που ανήκει στην ίδια κατηγορία με τον Ian Curtis.

– Ας μιλήσουμε για τον Borland και τη Μηχανιώνα γιατί με ενδιαφέρει! (γελάμε)

– Με είχε πάρει λοιπόν ένας φίλος τηλέφωνο το καλοκαίρι του ‘98 και μου λέει είναι εδώ ο Adrian Borland, τότε δεν υπήρχε ούτε καν ίντερνετ. Και πάμε έκπληκτοι την άλλη μέρα στο μπαρ «Τζίμης» στη Μηχανιώνα και ήταν εκεί με την οικογένειά του. Δεν πολύ-πιστεύαμε τι βλέπαμε, σαν να βλέπεις έναν μύθο με τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά! Και ανέβηκε στη σκηνή να παίξει ακουστικά τα τραγούδια του. Πού; Στη Μηχανιώνα!

Είχε πάρει μάλιστα τις διευθύνσεις μας για να μας στείλει κάτι cd από τα νέα του τραγούδια! Μετά από λίγο καιρό και αφού είπαμε μεταξύ μας ότι μας ξέχασε, διαβάσαμε ότι αυτοκτόνησε, έπεσε στις γραμμές του τρένου στην Αγγλία και σκοτώθηκε! Είχε πολλά ψυχολογικά προβλήματα απ’ ότι μάθαμε εκ των υστέρων. Μπορεί πάντως να ήμασταν παρόντες στο τελευταίο live της ζωής του…

– Και πώς ακριβώς επιλέξατε τις ιστορίες που καταγράψατε στο βιβλίο;

– Αγόρασα πολλά βιβλία για να γράψω τα δικά μου. Ομολογώ ότι κι εγώ πήγαινα να διαβάσω πρώτα για τα τραγούδια τα οποία μ’ άρεζαν. Δούλεψα πολύ και από την πλευρά του αναγνώστη. Είδα τι έκανα εγώ με τα ξένα βιβλία. Διάβαζα δηλαδή ιστορίες τραγουδιών, είτε που μου άρεζαν, είτε που τα ήξερα. Στο πρώτο βιβλίο λοιπόν έβαλα κατά 90% τραγούδια αναγνωρίσιμα. Ήταν μία συνειδητή επιλογή, γιατί ο αναγνώστης θα διαβάσει ιστορίες τραγουδιών που ξέρει, ώστε να νιώσει οικειότητα και να ψάξει ίσως και κάποια άλλα που δεν γνωρίζει. Πολλά που μπήκαν στο βιβλίο μπορεί να μην είχαν τόσο δυνατές ιστορίες, αλλά ήταν αναγνωρίσιμα τραγούδια και προσωπικά αγαπημένα μου.

«Δεν φεύγαμε εκδρομή, χωρίς το γουόκμαν»

– Έχετε συνδυάσει περιόδους της ζωής σας με κάποια συγκεκριμένα τραγούδια;

– Έχω συνδυάσει το Hazy Shade of Winter που με έκανε να αλλάξω μουσικά ακούσματα και από την ποπ να βάλω στη ζωή μου τη ροκ. Από ελληνικά, υπάρχει η «Αύρα» του Δημήτρη Παναγόπουλου, ο οποίος μου είχε δώσει αποκλειστική συνέντευξη. Υπήρχαν χρόνια που κάθε πρωί την άκουγα, πριν φύγω από το σπίτι. Και φυσικά τραγούδια που με συνόδευαν στα ταξίδια. Δεν φεύγαμε εκδρομή, χωρίς το γουόκμαν.

– Βλέπω στο βιβλίο και το My Way του Frank Sinatra, σιχαινόταν όντως αυτό το τραγούδι;

– Ναι, γιατί όλοι του το ζητούσαν και εκείνος επειδή είχε μια μεγάλη ιστορία, το θεωρούσε, όπως είχε πει η κόρη του, σαν μια τσίχλα στο παπούτσι του. Ωραία ιστορία το My Way, το είχε ακούσει ο Paul Anka στην Γαλλία, καθώς είναι γαλλικό τραγούδι, πήρε τη μελωδία και κάλεσε τον Frank Sinatra τα ξημερώματα και του είπε «έχω κάτι για σένα», παρόλο που η δισκογραφική εταιρεία του Anka του είπε να το πει ο ίδιος.

«Ο εθισμός στο τζάμπα δεν κάνει καλό στη μουσική»

Φωτογραφία: Σοφία Βαφειάδου / dreamonline.gr

– Πώς εξηγείτε την επιστροφή του βινυλίου, του cd, της κασέτας στις ζωές των νεότερων γενεών;

– Είναι θετική όλη αυτή η επιστροφή, αλλά δεν ξέρω το κατά πόσο μέλλον έχει στη νέα γενιά με αυτές τις τιμές των βινυλίων. Το target group δεν είναι οι 20άρηδες, αλλά διάφοροι 50άρηδες που ζουν μια άνετη ζωή και θέλουν να θυμηθούν λίγο τα νιάτα τους και δίνουν 50 ευρώ για μια επανέκδοση. Είναι κωμικό. Δεν δικαιολογούνται με τίποτα οι τιμές των βινυλίων. Δεν μπορεί ένας νεαρός να δώσει αυτά τα λεφτά για έναν δίσκο. Ούτε εγώ θα τα έδινα. Ποτέ δεν ήταν φτηνοί οι δίσκοι, αλλά τώρα έχει παραγίνει το κακό.

Πάντως ανεξάρτητα από το τι λένε όλοι, νομίζω ότι oύτε το cd έχει πεθάνει. Υπάρχει μέλλον. Ένα βινύλιο κοστίζει 30 ευρώ και την ίδια ώρα παίρνεις δύο cd με 14 ευρώ το ένα. Προφανώς και θα πάρω τα cd. Το μόνο που με ανησυχεί στα cd είναι ότι τα έχουν βγάλει από τα καινούργια αυτοκίνητα!

Σε κάθε περίπτωση, το να δίνεις λεφτά για τη μουσική είναι θετικό, είτε αγοράζοντας δίσκους, είτε πηγαίνοντας σε συναυλίες. Οι καλλιτέχνες πρέπει να ενισχυθούν. Ο εθισμός στο «τζάμπα» δεν κάνει καλό στη μουσική.

– Θεωρώ ότι κάποτε έρχονταν πολύ πιο συχνά συγκροτήματα και καλλιτέχνες στη Θεσσαλονίκη. Σαν να έχει αλλάξει αυτό, δεν νομίζετε;

– Η Θεσσαλονίκη έχει μείνει αρκετά πίσω σ’ αυτό το κομμάτι. Κάπου το χάσαμε το τρένο. Πιο παλιά ερχόντουσαν μεγάλα ονόματα και στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, όπως οι Duran Duran και οι Pet Shop Boys. Με εξαίρεση τους James, πέρυσι δεν ήρθε τίποτα. Στην Αθήνα ήρθαν ένα εκατομμύριο ονόματα! Ήρθανε μόνο Έλληνες καλλιτέχνες, καλώς εννοείται, αλλά έχουμε μείνει πίσω όσον αφορά τα καλοκαιρινά live ξένων συγκροτημάτων και καλλιτεχνών. Δεν ήταν έτσι πριν από 15 χρόνια.

– Μήπως φταίει ότι λείπει ένα καλό φεστιβάλ μουσικής στην πόλη μας;

– Είχαμε ένα καλό φεστιβάλ, το Street Mode, που έφερνε κάποια καλά ονόματα, αλλά πέρυσι δεν έγινε κι αυτό. Νομίζω ότι υπάρχει ένας φόβος από την πλευρά των εκάστοτε διοργανωτών να φέρουν μεγάλα ονόματα.

– Πείτε μας δυο λόγια για το European School Radio.

– To European School Radio ήταν το δημιούργημα μιας παρέας. Ήμασταν τέσσερα άτομα: εγώ, ο Νίκος Γιαμπούλης, η Παναγιώτα Χατζηκαμάρη και ο Νότης Γελιντζές. Είχαμε βρεθεί σε ένα σχολείο στο Καπάνι του Κιλκίς, μιλήσαμε και έπεσε η (τρελή) ιδέα να δημιουργήσουμε ένα μαθητικό ραδιόφωνο σε ένα επαρχιακό σχολείο. Στήσαμε τον server εντός του σχολείου. Η λογική ήταν να δώσουμε στους μαθητές μια ελευθερία λόγου, χωρίς λογοκρισία, μέσα σε κάποια όρια ευπρέπειας. Οποιοδήποτε θέμα εκπομπής ήθελαν με οποιονδήποτε τρόπο παρουσίασης και οποιοδήποτε αφιέρωμα.

Τα παιδιά μπαίνανε σε μια διαδικασία εκφοράς λόγους, πράγμα που δεν ήταν καθόλου εύκολο. Μαθαίνανε μίξη ήχου, πώς γίνεται η ροή σε μια εκπομπή, πώς επιλέγονται τα τραγούδια, πράγματα που δεν μαθαίνονται στο σχολείο. Άρεσε πάρα πολύ και στους καθηγητές, οπότε σιγά-σιγά όλο αυτό γιγάντωσε.

Κάποια στιγμή έφτασε να συμμετέχουν 300 σχολεία, ακόμα και ελληνικά σχολεία από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και την Αμερική. Μια ιδέα τεσσάρων ατόμων που κρατάει μέχρι και σήμερα. Με όλα αυτά που έχω ασχοληθεί, εγώ δεν είμαι πια ενεργό μέλος, αλλά είμαι ένα από τα ιδρυτικά. Έχω επιμεληθεί και την playlist της μουσικής που παίζεται, όταν δεν υπάρχει κάποια εκπομπή. Περιμέναμε να πάει καλά, αλλά σε καμία περίπτωση τέτοια απήχηση. Τέσσερις διαφορετικοί άνθρωποι πιστέψανε σε κάτι και έφτιαξαν αυτό…

«Kαι τα δύο βιβλία μου ήθελα να έχουν πολιτικό πρόσημο»

Τάσος Βαφειάδης
Φωτογραφία: Σοφία Βαφειάδου / dreamonline.gr

– Πάμε και στο δεύτερο βιβλίο, «Ιστορίες από τη μουσική πλευρά της ζωής» (εκδ. Ζήτη), όπου αυτή τη φορά δεν έχουμε μόνο ιστορίες τραγουδιών, αλλά και παγκόσμια γεγονότα, συνδεδεμένα με τη μουσική.

– Είναι η αλήθεια ότι δεν ήθελα να κάνω μία από τα ίδια. Δεν είχε ενδιαφέρον να κάνω πάλι ένα βιβλίο μόνο με ιστορίες τραγουδιών. Ήθελα κάτι πιο γενικό, οπότε σκέφτηκα να γράψω για ιστορίες πίσω από διάφορα πράγματα σχετικά με τη μουσική: για άλμπουμ, για τραγούδια, για συναυλίες, για βίντεο κλιπ και για μουσικά γεγονότα από σχεδόν όλες τις ηπείρους (Αφρική, Ασία, Λατινική Αμερική). Χρειάστηκε βέβαια πολύ μεγαλύτερη μελέτη. Πάνω από 600 πηγές και απέραντη βιβλιογραφία.

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το πρώτο έχει πάει εμπορικά καλύτερα, το δεύτερο βιβλίο είναι καλύτερο από άποψη μελέτης. Οι πιο αγαπημένες μου ιστορίες περιλαμβάνονται άλλωστε στο δεύτερο βιβλίο. Επίσης, να σημειώσω ότι και τα δύο βιβλία μου ήθελα να έχουν πολιτικό πρόσημο, δεν ήθελα να κάνω ένα βιβλίο Wikipedia. Να μιλήσουμε δηλαδή για τον ρατσισμό, τον φασισμό και να πάρουμε θέση για κάποια πράγματα. Το βιβλίο ήθελα να έχει «γωνίες» και άποψη.

Το «Ροκ Ενάντια στον Ρατσισμό» είναι πολύ συγκεκριμένη ιστορία. Τότε υπήρχε η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος στην Αγγλία και ενώθηκαν οι ροκ καλλιτέχνες ενάντια σε όλο αυτό το κίνημα. Υπήρχανε συνεργασίες λευκών με έγχρωμων καλλιτεχνών, πράγματα που σήμερα μοιάζουν δεδομένα, αλλά τότε δεν ήταν.

Υπάρχουν βέβαια και πιο ανάλαφρες ιστορίες, όπως είναι αυτή της δημιουργίας του MTV που οπτικοποίησε τα πάντα και άλλαξε τα έως τότε δεδομένα, αλλά και εκείνη για την έλευση του γουόκμαν στις ζωές μας. Υπάρχουν βέβαια και ιστορίες για τραγούδια, όπως το «I will always love you» που πρώτη ερμήνευσε η Ντόλι Πάρτον κι όχι η Γουίτνεϊ Χιούστον, όπως οι περισσότεροι νομίζουν.

Χαίρομαι πάρα πολύ για το γεγονός ότι νέοι άνθρωποι με αφορμή το βιβλίο, ανακάλυψαν πράγματα, ψαχτήκανε και πηγαίνουν παραπέρα.

Φωτογραφία: Σοφία Βαφειάδου / dreamonline.gr

– Θυμάμαι ότι όταν διάβασα την ιστορία πίσω από το βίντεο κλιπ «Hurt» του Johnny Cash, δεν μπόρεσα να το ξαναδώ. Ήταν το κύκνειο άσμα του.

– Είναι φοβερό, τον αντιμετώπισαν ακόμη και οι υπάλληλοι του μουσείου του ως κάτι τελειωμένο. Ήξερα την ιστορία και ήθελα πολύ να την βάλω. Μερικές ιστορίες με παίδεψαν πάρα πολύ, σκέψου ότι είχα γράψει 120 ιστορίες και στο βιβλίο μπήκαν 100. Η ιστορία που με παίδεψε πολύ, πάνω από 6 μήνες, ήταν το «Zombie» των Cranberries, που μιλάει για ένα τρομοκρατικό χτύπημα του ΙΡΑ στην Ιρλανδία. Μου ήταν πολύ δύσκολο γιατί έχω πάει σε εκείνα τα μέρη. Το θέμα ήταν πολύ λεπτό. Θυμάμαι ακόμα το 2007 που είχα πάει ότι από τις 18:00 και μετά δεν κυκλοφορούσε κανείς στο Μπέλφαστ.

– Μελλοντικά σχέδια έχετε;

– Προς το παρόν σκοπεύω να γράψω ένα βιβλίο χημείας, ένα βοήθημα για τη Γ’ Λυκείου, αλλά αφού το τελειώσω, θα ξαναέρθω στη μουσική, αρκετός κόσμος μου ζητάει να γράψω ένα βιβλίο για τις κρυμμένες ιστορίες πίσω από ελληνικά τραγούδια.

– Υπάρχει ζωή χωρίς μουσική;

– Όχι, δεν υπάρχει. Στο σπίτι που μένω τώρα με την οικογένεια μου, όλη μέρα ακούμε μουσική, ραδιόφωνο, cd και δίσκους. Στο σπίτι μας, η τηλεόραση δεν ανοίγει συχνά, σε αντίθεση με το ραδιόφωνο.

– Τι θα θέλατε να πείτε σε αυτούς που θα διαβάσουν τη συνέντευξη;

– Θα τους έλεγα να ενισχύουν τους καλλιτέχνες, τους μικρούς. Μικρές μπάντες, σχήματα που παίζουν σε μικρούς χώρους που θέλουν την υποστήριξη μας. Να πηγαίνουν σε συναυλίες, κι αν έχουν βγάλει δίσκο, να τον αγοράζουν. Στηρίζουμε τους πιο μικρούς εγχώριους καλλιτέχνες, ελληνικά σχήματα ανεξάρτητα από το είδος τους.

Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης και Σοφία Βαφειάδου

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα