Οι δέκα καλύτερες ταινίες του 2023

Για ακόμη μία χρονιά έφτασε η στιγμή, αυτή της επιλογής των δέκα καλύτερων ταινιών του προηγούμενου έτους. Είναι αλήθεια, ότι έχει περάσει λίγος καιρός από τότε που το 2023 έφυγε, όμως η κυκλοφορία των ταινιών στην Ελλάδα δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την παγκόσμια κυκλοφορία τους, επομένως οι καθυστερήσεις δεν είναι σπάνιες. Ας περάσουμε όμως στη λίστα.

  1. The Iron Claw (Η Σιδερένια Γροθιά)

Υπόθεση: Τα παιδιά της οικογένειας Von Erich διαπρέπουν στην επαγγελματική πάλη, πέφτουν όμως θύματα μίας παλιάς οικογενειακής κατάρας.

Άποψη: Ο αθλητισμός παράγει ταλέντα, δίνει ευκαιρίες, διέξοδο, δόξα, αναγνώριση. Υπάρχει όμως και μία πλευρά, την οποία ποτέ δε βλέπουμε. Οι θυσίες, η πίεση, το άγχος, ο πόνος και ο ιδρώτας, μέχρι την καταξίωση. Μέσω της αληθινής ιστορίας των Von Erich, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Sean Durkin μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μία από τις λυπηρές και συγκινησιακά φορτισμένες ιστορίες στον χώρο του αθλητισμού. Σε μία οικογένεια, στην οποία η μητέρα δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο, ο πατέρας κατατάσσει τα παιδιά του ανάλογα με τις επιτυχίες τους, με τη σειρά συνεχώς να μεταβάλλεται, τα εξουσιάζει και τα χειραγωγεί, δεν εκφράζει ποτέ την ικανοποίησή του για τίποτα, ζητάει περισσότερα, επιβαρύνει τους γιους του με τις δικές του αποτυχίες, το δικό του τέλμα.

Ο Holt McCallany, ένας ηθοποιός, που είναι γνωστός για δεύτερους ρόλους, δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία, ενώ αξιομνημόνευτη είναι η παρουσία του Zac Efron, χωρίς οι Harris Dickinson και Jeremy Allen White να υστερούν. Οι σκηνές αγώνων είναι καλογυρισμένες και πλήρως ρεαλιστικές, σε μία ταινία, της οποίας βασική θεματική είναι οι σχέσεις γονέων και παιδιών, οι εντάσεις αυτών και κυρίως η αδελφική αλληλεγγύη.

9. Air (Κυνηγώντας Ένα Θρύλο)

Υπόθεση: Το 1984, η Nike βρίσκεται στην σκιά της Adidas και της Converse και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Για να αντιστρέψει το κλίμα και να σώσει την εταιρεία από την καταστροφή, ο πωλητής Sonny Vaccaro θέτει σε λειτουργία ένα παράτολμο σχέδιο. Να δημιουργήσει ένα παπούτσι γύρω από έναν άσημο παίκτη του μπάσκετ, ονόματι Michael Jordan, ο οποίος όμως έχει ήδη επιλέξει την Adidas.

Άποψη: Ben Affleck και Matt Damon, δύο κολλητοί, δύο άνετοι τύποι, ένα αχτύπητο ζευγάρι του Hollywood. Οι άνθρωποι πίσω από το σενάριο του Good Will Hunting και του The Last Duel, επιστρέφουν με ακόμη ένα πολύ δυνατό σενάριο και μία υπέροχη ιστορία, γύρω από έναν από τους πιο σπουδαιότερους αθλητές όλων των εποχών. Παράλληλα, ο Damon αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ ο Affleck εκτός από τον μικρότερο ρόλο του, βρίσκεται και πίσω από την κάμερα. Δίπλα τους συναντάμε ακόμη τους Jason Bateman (με ένα επικό μαλλί), Chris Messina, Marlon Wayans, Chris Tucker, όμως τον πιο σημαντικό χαρακτήρα, τη μητέρα του Jordan, υποδύεται η Viola Davis.

Ήταν εξάλλου, ο ίδιος, ο τεράστιος Michael Jordan, που ουσιαστικά απαίτησε ο ρόλος της πολυαγαπημένης μητέρας του να δοθεί στη Davis, για να συναινέσει στη δημιουργία της ταινίας. Αυτή η επιμονή του τον δικαιώνει απόλυτα, καθώς η Davis προσθέτει ακόμη μία καταπληκτική ερμηνεία στην καριέρα της και επισκιάζει τους συμπρωταγωνιστές της. Ο Matt Damon αναδεικνύει το επιχειρηματικό δαιμόνιο, την οξυδέρκεια και την ευστροφία του Sonny Vaccaro, του χαρακτήρα του, αλλά και την αυταπάρνησή του στην προσπάθεια να πείσει τους ανωτέρους του και να κάμψει τη διστακτικότητά τους. Η πολύ άνετη σκηνοθετική ματιά του Affleck σε συνδυασμό με το σεναριακό βάθος, που χαρακτηρίζει κάθε ρόλο φέρνουν την τέλεια ισορροπία με απολαυστικότατες πινελιές χιούμορ και αγωνίας.

8. Maestro (Ο Μαέστρος)

Υπόθεση: Η ζωή του σπουδαίου συνθέτη Leonard Bernstein, από την πρώτη του καθηλωτική εμφάνιση, μέχρι τον θάνατό του και ο μεγάλος του έρωτας με την ηθοποιό, Felicia Montealegre.

Άποψη: Εδώ και πολλά χρόνια ο Bradley Cooper έχει εδραιωθεί ως ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς του Hollywood. Τώρα αρχίζει να εδραιώνεται και ως ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, καθώς μετά το αξιόλογο ντεμπούτο του, με το A Star Is Born το 2018, εδώ καταπιάνεται με το, πολύ πιο απαιτητικό και ιδιαίτερο, είδος των biopic, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη τη ζωή του τεράστιου συνθέτη Bernstein. Μαζί με την καταπληκτική Carey Mulligan, συνθέτουν ένα εκρηκτικό δίδυμο επί σκηνής και μεταδίδουν στον θεατή τα άδυτα αυτής της σχέσης με μία αξιοζήλευτη φυσικότητα.

Ο Cooper εστιάζει περισσότερο στη ζωή του Bernstein και όχι τόσο στη μεγαλειώδη καριέρα του, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες του, αλλά και τη μεγάλη του αγάπη για τη Montealegre, όχι μόνο ως γυναίκα, αλλά και ως άνθρωπο και μέσω της δυναμικής του ματιάς μεταβαίνει από τις στιγμές ξεγνοιασιάς και στοργής σε στιγμές έντασης. Παράλληλα, αξιοποιεί έξυπνα το τρικ των flashbacks και της μεταφοράς από ασπρόμαυρο κάδρο σε έγχρωμο και το αντίστροφο, ενώ η μουσική επένδυση δεν είναι τίποτα λιγότερο από μεγαλειώδης. Η απόλυτη αποθέωση της αφοσίωσης του Bradley Cooper στο πρότζεκτ Maestro έγκειται στην εξάλεπτη σκηνή, στην οποία ασκεί καθήκοντα μαέστρου και για την οποία προετοιμαζόταν έξι χρόνια.

7. Killers of the Flower Moon (Οι Δολοφόνοι του Ανθισμένου Φεγγαριού)

ταινίες

Υπόθεση: Στη δεκαετία του 1920, στην κομητεία Όσατζ οι Ινδιάνοι της περιοχής ανακαλύπτουν κοιτάσματα πετρελαίου. Ενώ αρχίζουν να πλουτίζουν, μία σειρά ανεξήγητων θανάτων πολλών εξ αυτών δημιουργεί πανικό.

Άποψη: «Απλά αγαπώ τα λεφτά». Αυτή η φράση, την οποία επαναλαμβάνει ο χαρακτήρας του Leonardo DiCaprio, συνοψίζει άψογα την ουσία της ταινίας του τεράστιου Martin Scorsese. Αμοραλισμός, ανηθικότητα, τυχοδιωκτισμός, φιλαργυρία συνθέτουν την αθέατη πλευρά του αμερικανικού ονείρου, με το οποίο καταπιάνεται εδώ ο διακεκριμένος σκηνοθέτης. Ούτως ή άλλως, ένας βασικός άξονας στην φιλμογραφία ήταν ανέκαθεν η κακία των χαρακτήρων του. Ο Scorsese όμως δεν θέλει απλά να περιοριστεί εκεί. Το Killers of the Flower Moon τιμά τους Ινδιάνους, που εκδιώχθηκαν, εξαπατήθηκαν, δολοφονήθηκαν στο βωμό του κέρδους, φέρνει στο φως μίας από τις ειδεχθείς αδικίες, που διαπράχθηκαν ποτέ εις βάρος τους.

Η Lily Gladstone δίνει μία φανταστική ερμηνεία, ο Leonardo DiCaprio υποδύεται εξαιρετικά τον ρόλο του άβουλου και βραδύνου Ernest Burkhart, όμως ο Robert De Niro επισκιάζει τους πάντες, ακόμη και στα γεράματα. Πίσω από το προσωπείο του τοπικού ευεργέτη, ο De Niro κρύβει την πραγματική του ταυτότητα, αυτή του ραδιούργου, του άρπαγα, του χειριστικού που εκμεταλλεύεται κάθε συνθήκη, για να επωφεληθεί, του ηθικού αυτουργού και εγκεφάλου αυτής της μαζικής δολοφονίας Ινδιάνων, που έλαβε χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Και αν η ταινία διαρκεί σχεδόν, 3,5 ώρες, η μαεστρική σκηνοθεσία του Scorsese δεν αφήνει ποτέ τον θεατή να κουραστεί.

  1. American Fiction

Υπόθεση: Ένας πανέξυπνος Αφροαμερικανός καθηγητής πανεπιστημίου και συγγραφέας, που έχει βγει σε υποχρεωτική άδεια λόγω των συχνών διαφωνιών με τους φοιτητές του σε φυλετικά ζητήματα, αποφασίζει να γράψει ένα εύπεπτο βιβλίο. Εντελώς αναπάντεχα και προς μεγάλη του έκπληξη και απογοήτευση, γίνεται ανάρπαστο, ενώ παράλληλα προσπαθεί να επανασυνδεθεί με τα μέλη της οικογένειάς του.

Άποψη: Ένα από φλέγοντα ζητήματα στην Αμερική του σήμερα είναι ο ρατσισμός και οι διακρίσεις εις βάρος της αφροαμερικανικής κοινότητας. Στην κορυφαία στιγμή της υποκριτικής του πορείας, ο Jeffrey Wright προσφέρει μία απολαυστική, μία μοναδική ερμηνεία σε αυτήν την φανταστική μαύρη κωμωδία σε σενάριο και σκηνοθεσία Cord Jefferson, βασισμένη στο βιβλίο «Erasure» του Percival Everett. Με έντονο και διάχυτο το στοιχείο της ειρωνείας, μπολιασμένης με αρκετή αγανάκτηση, το American Fiction «ρίχνει» γροθιά σε όλα τα στερεότυπα, που και η ίδια η αφροαμερικανική κοινότητα συμβάλλει στην παγίωση και διαιώνισή τους. Προκαταλήψεις, οι οποίες την περιορίζουν σε κουτάκια, της βάζουν ταμπέλες, την υποβιβάζουν και καταπνίγουν τις πραγματικές της δυνατότητες και προοπτικές, τη δυναμική που διαθέτει, σκέψεις που βασανίζουν τον Thelonious Ellison του Wright.

Παράλληλα, ο ευφυής και οξυδερκής καθηγητής, συναντά ξανά την οικογένειά του και προσπαθεί να βρει κοινό κώδικα επικοινωνίας μαζί της, πράγμα δύσκολο, καθώς δεν πολυθέλει να είναι εκεί. Στην επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, θα πρέπει να καταπνίξει τον εγωισμό και την υπερηφάνειά του, να ακούσει και να αφουγκραστεί τους γύρω του, έστω και αν δεν μπορεί να αποφύγει τα ευφυολογήματα. Η χημεία μεταξύ των ηθοποιών είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία της ταινίας, ενώ η μουσική της Laura Karpman ταιριάζει απόλυτα στο ειρωνικό κλίμα.

5. Saltburn

Υπόθεση: Το 2006, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ο εσωστρεφής και ντροπαλός Oliver γνωρίζει τον Felix, γόνο πλούσιας αριστοκρατικής οικογένειας. Γίνονται φίλοι και ο Felix τον καλεί να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές στο εξοχικό της οικογένειάς του, το Saltburn.

Άποψη: Είχε φανεί πόσο ταλαντούχα σεναριογράφος και σκηνοθέτιδα είναι η Emerald Fennell από το Promising Young Woman. Στο Saltburn διατηρεί το στοιχείο της μαύρης κωμωδίας, το εμποτίζει όμως με εύστοχο σχολιασμό για τις ταξικές ανισότητες και την πλουτοκρατία. Ο Barry Keoghan, στην κορυφαία στιγμή της μέχρι τώρα καριέρας του, παραδίδει μία καταπληκτική ερμηνεία και ενσαρκώνει την προσωποποιημένη εκδίκηση του λαού εις βάρος της ισχύς του χρήματος. Είναι θεαματικός ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται από έναν ήσυχο και άβουλο φοιτητή σε έναν πανούργο μαριονετίστα, που κινείται στο παρασκήνιο και σπέρνει τη διχόνοια και τον όλεθρο.

Η σκηνοθεσία της Fennell είναι δυναμική, με αριστοτεχνικό τρόπο περνάει από την αθωότητα στην κλιμάκωση, ενώ η μουσική του Anthony Willis «δένει» άψογα με το ύφος της ταινίας, με το Time to Pretend των MGMT να δεσπόζει. Η σκηνοθεσία της Fennell χαρακτηρίζεται από τόλμη και διεισδυτικότητα με περίτεχνα και συχνά άβολα πλάνα, τα οποία αναδεικνύουν το όραμά της, εμπλουτίζει το Saltburn με μία περίεργη κωμική και συνάμα δραματική αύρα. Όλοι οι χαρακτήρες παρασύρονται σε ένα παιχνίδι υποκρισίας και ραδιουργίας, ο αμοραλισμός τους είναι ευδιάκριτος και οι διαφορές τους ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Τα έντονα και συχνά σκούρα χρώματα δημιουργούν μία άκρως υποβλητική αισθητική, μία ψυχεδέλεια, που παραπλανεί και ταυτόχρονα συναρπάζει.

  1. Oppenheimer

Υπόθεση: Η ζωή του Robert Oppenheimer, φυσικού και πατέρα της ατομικής βόμβας, που καθόρισε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Άποψη: Αν υπάρχει ένας ηθοποιός, που έχει αδικηθεί, αυτός είναι σίγουρα ο Cillian Murphy. Καιρό περίμενε έναν ρόλο σε μία μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή, έναν ρόλο, που θα τον καταξίωνε και μέσω του οποίου θα ξεδίπλωνε το πλούσιο υποκριτικό του ταλέντο. Για καλή του τύχη, ο Christopher Nolan, έχοντας συνεργαστεί ξανά μαζί του, ήξερε ποιον επέλεγε. Μπορεί η καταξίωση να άργησε, όμως ήρθε και μάλιστα πανηγυρικά και όχι με έναν οποιονδήποτε ρόλο, αλλά υποδυόμενος μία από τις πιο σημαντικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του 20ου αιώνα. Παραδίδοντας ένα οπτικοακουστικό αριστούργημα, όπως μόνο αυτός γνωρίζει, ο Nolan εμβαθύνει στη ζωή και την καριέρα του Robert Oppenheimer, ενώ παράλληλα θέτει ηθικά και υπαρξιακά ζητήματα. Παράλληλα συγκεντρώνει ένα all-star επιτελείο ηθοποιών, με τους Matt Damon, Emily Blunt, Robert Downey Jr., Florence Pugh, Casey Affleck είναι μόνο μερικά από τα μεγάλα ονόματα, που παρελαύνουν επί σκηνής, με τον Nolan να αξιοποιεί μαεστρικά τον κάθε έναν εξ αυτών.

Σκηνοθετικά βασίζει πολλά στα μάτια και στο πρόσωπο του Cillian Murphy, στις αντιδράσεις και στις εκφράσεις του, στον τρόπο που διαχειρίζεται τις συνθήκες. Εκτός από το καθαρά επιστημονικό κομμάτι, με τις ορολογίες και τις πράξεις, παρουσιάζει και το ανθρώπινο κομμάτι του Oppenheimer, από τις δυσκολίες στον γάμο του και τις απιστίες, μέχρι το βαρύ ψυχικό και συναισθηματικό φορτίο του «καταστροφέα των κόσμων», που ο ίδιος απέδωσε στον εαυτό του, χωρίς όμως ποτέ ο Nolan να εξιδανικεύει τον χαρακτήρα. Επιπλέον, στηλιτεύει το σύστημα των ΗΠΑ και τον τρόπο που δυσφημεί και παραποιεί άτομα και καταστάσεις, με τον Robert Downey Jr. να «κλέβει» την παράσταση στον ρόλο του Lewis Strauss.

  1. Anatomy of a Fall (Ανατομία Μίας Πτώσης)

Υπόθεση: Η Sandra, μία πετυχημένη Γερμανίδα συγγραφέας, κατηγορείται για τη δολοφονία του Γάλλου συζύγου της. Στη δίκη, που ακολουθεί, έρχεται στην επιφάνεια η αθέατη πλευρά του γάμου τους.

Άποψη: Αθώος ή ένοχος, το ερώτημα που πλανάται στο εντυπωσιακό μυστήριο της Justine Triet. Δεν είμαι όμως το κυρίαρχο στοιχείο, το μοναδικό ενδιαφέρον του Anatomy of a Fall. Είναι απλά ένας από τους πολλούς άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται το όραμα της Triet. Η δίκη ξεδιπλώνει τον μίτο ενός γάμου, ο οποίος έπνεε τα λοίσθια, ενός γάμου, στον οποίο και οι δύο ασφυκτιούσαν, κάτι το οποίο γίνεται μέσω μερικών πολύ εύστοχων flashbacks. Η ψυχρότητα που διακρίνει την ερμηνεία της Sandra Hüller και το παρελθόν της οδηγούν τον θεατή σε μία εσωτερική διαμάχη, για το αν πράγματι είναι αθώα ή όχι.

Ταυτόχρονα, η Triet επιλέγει μία πολύ έξυπνη κατεύθυνση, καθώς δίνει τον ρόλο του πιο σημαίνοντος μάρτυρα στον μικρό γιο του ζευγαριού, ο οποίος εκτίθεται σε δεδομένα και συνθήκες, που ουδεμία σχέση έχουν με την αθωότητα και την ψυχοσύνθεση ενός μικρού παιδιού. Η αθέατη πλευρά μίας τοξικής σχέσης, ενός γάμου μολυσμένου με καχυποψία και μία υποβόσκουσα ζήλεια έρχεται στο φως, εκτίθεται στις ορέξεις των ΜΜΕ και της τοπικής κοινωνίας. Το χιονισμένο τοπίο «δένει» αρμονικά με τα μουντά χρώματα, δημιουργώντας ένα έντονο αίσθημα κλιμάκωσης.

  1. The Holdovers (Τα Παιδιά του Χειμώνα)

Υπόθεση: Το 1970, ένας ευφυής, αλλά πικρόχολος καθηγητής ιστορίας σε ένα επιφανές κολέγιο, τιμωρείται από τη διεύθυνση και αναγκάζεται να περάσει τα Χριστούγεννα με τους μαθητές, που έχουν μείνει εκεί, επιβλέποντάς τους.

Άποψη: Ο Alexander Payne διαθέτει ένα μοναδικό χάρισμα να διανθίζει το δράμα με κωμικά στοιχεία και την κωμωδία με δραματικά στοιχεία. Η νέα του ταινία «Τα Παιδιά του Χειμώνα», είναι ένα υπέροχο αμάλγαμα αυτών των δύο με γλυκόπικρη γεύση. Τρεις χαρακτήρες, τρεις άνθρωποι με εντελώς διαφορετικό υπόβαθρο εγκλωβίζονται ο καθένας στη δική του «φυλακή» σε μία περίοδο, στην οποία η μοναξιά και η περιθωριοποίηση μετατρέπονται σε δαίμονες. Τόσο η σκηνοθεσία όσο και η φωτογραφία αξιοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνεται η εντύπωση, ότι η ταινία έχει πράγματι γυριστεί στο 1970, πράγμα που συνδράμει στο να εγκλιματιστεί καλύτερα ο θεατής και να προσπαθήσει να συνδεθεί με τους πρωταγωνιστές. Πρωταγωνιστές παρεξηγημένοι, οι οποίοι κρύβονται, αποφεύγουν πρόσωπα και καταστάσεις, μέχρι τη στιγμή που οι άμυνες υποχωρούν και εκφράζουν το τι πραγματικά νιώθουν, τι τους βασανίζει.

Ο Paul Giamatti δίνει μία μαγική ερμηνεία στον ρόλο του καθηγητή Paul Hunham, ανθρώπου βουτηγμένου στη μιζέρια, στους συμβιβασμούς, στη μικροπρέπεια λόγω των συμπλεγμάτων, που τον κυνηγάνε και πηγάζουν από την αδυναμία του να κυνηγήσει τα όνειρά του και υποφέρει μέσα στην υποκρισία και των καθωσπρεπισμό. Η Da’Vine Joy Randolph είναι πιο συμπαθής από όλους, βασανισμένη μέσα στη θλίψη της απώλειας του γιου της, ενώ ο πρωτοεμφανιζόμενος Dominic Sessa περνάει από την άρνηση, την πικρία και την απάθεια στην ωρίμανση και την αντιμετώπιση των προβλημάτων του. Καθηγητής και μαθητής ανταλλάσσουν ρόλους, αναπτύσσουν δεσμούς φιλίας, βοηθάνε ο ένας τον άλλον να κοιτάξει την αλήθεια και να μην μένει στο παρελθόν.

  1. The Zone of Interest (Ζώνη Ενδιαφέροντος)

Υπόθεση: Ενώ διοικεί το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς, ο Rudolf Höss και η οικογένειά του περνούν ειδυλλιακές στιγμές στο σπίτι τους, που βρίσκεται δίπλα στο στρατόπεδο.

Άποψη: Ο τρόμος, η φρίκη, η βαναυσότητα της ναζιστικής Γερμανίας μνημονεύονται έως και σήμερα. Εκατομμύρια άνθρωποι υπέφεραν και δολοφονήθηκαν από το ναζιστικό κόμμα, έχουν υπάρξει κάμποσες ταινίες πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Πόσες φορές έχουμε δει μία ταινία να ασχολείται με την αντίθετη πλευρά; Βασισμένος στο μυθιστόρημα του Martin Amis, που κυκλοφόρησε το 2014, ο σκηνοθέτης Jonathan Glazer χαρίζει μία απίστευτα σοκαριστικά ωμή ταινία, χωρίς ίχνος συγκινησιακών ελιγμών. Μέσω της αποστασιοποιημένης σκηνοθεσίας του, πετυχαίνει να αναδείξει τη σκληρότητα και το μίσος ενός ολόκληρου καθεστώτος. Η αδιαφορία, η απάθεια, η απλότητα, ο φρικτός και ψυχρός επαγγελματισμός, στοιχεία με τα οποία δρούσαν οι ναζιστικές δυνάμεις και τακτοποιούσαν τις «υποθέσεις» τους, βγαίνουν όλα αβίαστα μέσω της σκηνοθεσίας και της φανταστικής φωτογραφίας του Łukasz Żal.

Δίπλα στο στρατόπεδο, στο οποίο εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν, η οικογένεια του Rudolf Höss, διοικητή του Άουσβιτς, περνάει ειδυλλιακές στιγμές ξεγνοιασιάς, χαράς, αγαλλίασης, χωρίς να απουσιάζουν οι απλές καθημερινές διαφωνίες και προστριβές ανάμεσα στο ζευγάρι, σε μία αντίθεση που ο Glazer προσφέρει με απλότητα, χωρίς την παραμικρή νύξη για κάτι διαφορετικό. Και όταν ο Glazer επιθυμεί να μεταφέρει τη φρίκη, η κάμερα δεν υπερβαίνει ποτέ τα κάγκελα, δεν εστιάζει στα τρομαγμένα και εξαθλιωμένα πρόσωπα των θυμάτων, αντίθετα η οθόνη κοκκινίζει για λίγο και ακούγονται κάποιες φωνές, μέχρι να επανέλθει και πάλι στην αφήγηση, στην απλή γραφειοκρατική αναφορά των κρατουμένων προς «τακτοποίηση».

Μοιράσου το:

Γιώργος Ψάλλας

Γιώργος Ψάλλας

Αντισυμβατικός και υπερβολικά διαφορετικός για την ηλικία μου, θα με βρεις να προτιμάω την ηρεμία από την ένταση και την παράνοια, να βλέπω ταινίες, να ακούω μουσική (την κανονική, όχι αυτή που βρίσκεται στη μόδα), να παρακολουθώ τα αθλητικά τεκταινόμενα και ενίοτε να διαβάζω βιβλία.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα