Εθνική συνείδηση ή ιστορική ασυνειδησία;

11 Σεπτεμβρίου 2019

Το ερώτημα του τίτλου χρήζει τεκμηριωμένης επιστημονικής ανάλυσης, 200 χρόνια, μετά την παγίωση της ελληνικής ελευθερίας από τον κάθε λογής ζυγό που αιωρούνταν κάτω από τον καυτό ήλιο της ελληνικής γης.

Όταν το ελληνικό κράτος, ύστερα από πολυετείς και επίμοχθους αγώνες, απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία του από τον Σουλτάνο, ήταν αδήριτη η ανάγκη καλλιέργειας εθνικής συνείδησης, αφού τα δεδομένα της εποχής απαιτούσαν ισχυρά ιδεολογικά ερείσματα, ώστε να μην συσπαστεί η συνοχή και η συνέχεια του νεοσύστατου κράτους. Οι τότε κάτοικοι της χώρας αγνοούσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις ιστορικές τους καταβολές και επομένως χρειαζόταν ένα ριζοσπαστικό σύστημα επιμόρφωσης των πολιτών που θα εξασφάλιζε εν τέλει και την ομοιογένειά τους. Το σύστημα αυτό επιμελήθηκαν οι μορφωμένοι Έλληνες του εξωτερικού που ζούσαν σε μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης. Όπως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, το αρχαίο ένδοξο ελληνικό παρελθόν ήταν πολύ περισσότερο γνωστό στους ξένους, παρά στους ίδιους τους Έλληνες που όταν άκουγαν για τα επιτεύγματα των αρχαίων ηρώων φαντάζονταν κάποια μυθικά πλάσματα που έζησαν κατά τύχη στον ίδιο τόπο με τους σύγχρονους “ανατολίτικους Γραικούς” και ουδεμία σχέση είχαν μεταξύ τους. Βέβαια, το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για την Αρχαία Ελλάδα σταματούσε απότομα στα “ελληνιστικά” χρόνια και τις εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου στην Εγγύς Ανατολή. Το Βυζάντιο ήταν για τους περισσότερους μια ασήμαντη παρένθεση που άφηνε παγερά αδιάφορους τους “λατινοθρεμμένους” δυτικοευρωπαίους, οι οποίοι σαφώς και επηρέαζαν τους επίδοξους συνεχιστές της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας. Άλλωστε, βασικό επιχείρημα των Ελλήνων της Διασποράς, ώστε να πείσουν τις Μ. Δυνάμεις να σταθούν αρωγοί στον ένοπλο αγώνα εναντίον των Οθωμανών, ήταν η πεποίθηση ότι οι “Διαφωτισμένοι” Ευρωπαίοι όφειλαν ένα τεράστιο χρέος στην αρχαία ελληνική κληρονομιά και πως ήρθε πια η ώρα να ανταποδώσουν τη χάρη, έστω και στους “απολίτιστους” απογόνους του Περικλή, του Σωκράτη και του Αριστοτέλη.

Αυτή η μακροσκελής ιστορική αναδρομή μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε τους λόγους που ήταν επιτακτική η ανάγκη να δημιουργηθεί ένα απερίσπαστο κράτος με αφοσιωμένους πολίτες, μέσα σε μία αμιγώς επεκτατική περίοδο για όλες τις χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Ερχόμαστε στο σήμερα λοιπόν, όπου οι δηλώσεις της νεοεκλεχθείσας υπουργού Παιδείας κ. Νίκης Κεραμέως προκαλούν αίσθηση, τόσο από ιστορικής, όσο και από ηθικοπλαστικής πλευράς. Η αναφορά στην τάχα εθνική συνείδηση που οφείλει να έχει το μάθημα της ιστορίας προκάλεσε τριγμούς σε σύσσωμη σχεδόν την αντιπολίτευση, αλλά ακόμα και σε κύκλους της ίδιας της κυβέρνησης. Αυτή η ατυχής, κατά τη γνώμη μου δήλωση δεν αναιρεί, αλλά επισκιάζει το κατά τ’ άλλα ικανοποιητικό έργο που φαίνεται να είναι διατεθειμένη να υλοποιήσει στον πολυτάραχο χώρο της Παιδείας. Πολλοί κάνουν λόγο για αναχρονιστικές αντιλήψεις και για τακτικές που ταιριάζουν αποκλειστικά σε αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Και δεν έχουν άδικο. Παρόμοιες πρακτικές οικειοποιούνταν δεξιόστροφα και αριστερόστοφα εξτρεμιστικά κινήματα, με σκοπό να μεταδώσουν ενδόμυχα στην κοινωνία το αίσθημα της μισαλλοδοξίας και της εθνικής και βιολογικής ανωτερότητας. Έτσι λοιπόν προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: γιατί δύο αιώνες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και χωρίς φαινομενικά προφανή κίνδυνο απειλής της εδαφικής μας ακεραιότητας και αλλοίωσης της εθνικής μας ταυτότητας εξακολουθούν τέτοια ζητήματα να απασχολούν την “προηγμένη” πια ελληνική κοινωνία;

Για να αντιληφθεί κανείς ιστορικά γεγονότα και καταστάσεις πρέπει να απεγκλωβιστεί από εθνικά στεγανά και ειδικά διαμορφωμένα καλούπια. Ο καλός ιστορικός εξάλλου δεν φορά πατριωτικές παρωπίδες. Η αντικειμενική και η πανοραμική ματιά της ιστορίας αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο για οποιονδήποτε επιθυμεί να προσεγγίσει με ακρίβεια την ιστορική αλήθεια. Σίγουρα, ο όρος “εθνική συνείδηση” δεν συνάδει σ’ ένα μάθημα που έχει ως στόχο την πλήρη κατανόηση του ΤΙ έγινε και του ΓΙΑΤΙ έγινε. Όπως εύστοχα είπε και ο Μάνος Βουλαρίνoς σε σχετικό άρθρο στο Athens Voice, τουλάχιστον ας άλλαζαν το όνομα του μαθήματος. Η ιστορία συνεπώς δεινοπαθεί μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου ελληνικού κράτους και πρέπει κανείς να φτάσει σε ακαδημαϊκή ηλικία και να σταθεί μάλιστα τυχερός, ώστε να αποκτήσει μια πιο απρόσκοπτη ματιά της ιστορικής συνέχειας. Τα σχολικά εγχειρίδια αποφεύγουν επιδεικτικά και ταυτόχρονα διακριτικά ιστορικές αλήθειες που χαλάνε το ευρέως διαδεδομένο και “αμάσητο” κατά κάποιον τρόπο αφήγημα, που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Κανένα σχολικό βιβλίο για παράδειγμα δεν παραδέχεται ότι η Θεσσαλονίκη ήταν μία κατ’ εξοχήν Εβραϊκή πόλη. Οι υποδουλωμένοι ορθόδοξοι Έλληνες τη στιγμή της απελευθέρωσης της πόλης ήταν τρίτη τη τάξει πληθυσμιακή ομάδα, κάτω από τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους. Παρ’ όλα αυτά γίνεται λόγος για απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης κι όχι για κατάληψή της από τον ελληνικό στρατό, που θα ήταν το ορθότερο.

Κάποτε, η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ήταν αναγκαία υπόθεση για τη θεμελίωση και τη στερεοποίηση ενός κράτους που είχε μόλις εξέλθει από 400χρονη υποτέλεια. Σήμερα από την άλλη, η θεωρία αυτή όταν έχει μάλιστα παιδευτικό χαρακτήρα ακούγεται παρωχημένη και ηχεί παράξενα στα αυτιά ακόμα και των πιο συντηρητικών.

Υ.Γ. “Υπάρχει ένας καλός λόγος που κανένας δεν σπουδάζει ιστορία. Επειδή σου μαθαίνει πάρα πολλά”

-Νόαμ Τσόμσκι, εν ζωή Αμερικανός φιλόσοφος και ακτιβιστής

 

Μοιράσου το:

Βασίλης Ιατρούδης

Βασίλης Ιατρούδης

Απολαμβάνω να γράφω με άποψη για όλα τα σημαντικά της επικαιρότητας. Με σταθερή έδρα τη Θεσσαλονίκη, φοιτώ στο Τμήμα Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ και στο DREAM ON-line εκτελώ χρέη Αρχισυντάκτη. Λάτρης του καλού φαγητού, αγαπώ ιδιαίτερα τα ταξίδια, τη φωτογραφία και τον αθλητισμό. Το μότο μου; Μίλα λιγότερο, Άκου περισσότερο!

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα