Στο “Ανέκδοτο σχετικά με την μείωση του εργασιακού ήθους” ο νομπελίστας Χάινριχ Μπελ περιγράφει την συναναστροφή, από δύο ιδιαίτερες φιγούρες: ενός τουρίστα με έναν ψαρά σε κάποιο ακρογιάλι της Δυτικής Ευρώπης. Όταν ο τουρίστας βλέπει τα φτωχικά του ρούχα του ψαρά, νιώθει μεν μια συμπόνια, αλλά θέλει να τον αποτυπώσει ως στοιχείο της γραφικής παραθαλάσσιας σκηνής. Το κλικ της φωτογραφικής μηχανής όμως ξυπνάει τον ψαρά και η μεταξύ τους συζήτηση πάει κάπως έτσι:
-Δεν θα βγείτε στην θάλασσα σήμερα; Δεν νιώθετε καλά;
-Νιώθω υπέροχα, ποτέ δεν υπήρξα καλύτερα.
-Τότε γιατί δεν βγαίνετε στην θάλασσα;
-Γιατί βγήκα ήδη σήμερα το πρωί.
-Είχατε καλή ψαριά;
-Η ψαριά μου ήταν τόσο καλή που δεν χρειάζεται να βγω στην θάλασσα για δεύτερη φορά σήμερα. Έπιασα 4 αστακούς και δύο ντουζίνες σκουμπριά. Έχω αρκετά και για αύριο, ακόμα και για μεθαύριο.
-Χωρίς να θέλω να αναμιχθώ στις υποθέσεις σας, φανταστείτε να βγείτε στην θάλασσα για δεύτερη, τρίτη ή και τέταρτη φορά και να πιάσετε τρεις, τέσσερεις, πέντε ή και δέκα ντουζίνες σκουμπριά!
-Και μετά;
-Θα βγαίνατε στη θάλασσα όχι μόνο σήμερα, αλλά και αύριο και μεθαύριο, και όποτε το ευνοεί ο καιρός δύο, τρεις ή και τέσσερις φορές.
-Και μετά;
-Σε ένα χρόνο το αργότερο θα μπορέσετε να αγοράσετε μια μηχανή, σε δύο χρόνια ένα δεύτερο σκάφος, σε τρία ή τέσσερα χρόνια μπορεί να έχετε μια μικρή τράτα, με δύο σκάφη ή την τράτα θα πιάνατε πολύ περισσότερα. Μια μέρα, θα είχατε δύο τράτες.
Μετά από αρκετά «και μετά;» του ψαρά, ο διάλογος και η ιστορία καταλήγουν:
–Μετά θα μπορείτε να χαλαρώσετε εδώ στο λιμάνι με την ψυχή σας ήσυχη, να λαγοκοιμάστε στον ήλιο και να κοιτάτε τη μεγαλοπρεπή θάλασσα
-Μα, αυτό είναι που κάνω τώρα. Χαλαρώνω εδώ στο λιμάνι με την ψυχή μου ήσυχη, λαγοκοιμάμαι στον ήλιο και κοιτάζω τη μεγαλοπρεπή θάλασσα. Μόνο οι φωτογραφίες σου είναι που με ενόχλησαν.
Αν και γραμμένη το 1963, η ιστορία του Μπελ καλά κρατεί, σχεδόν προφητικά. Ειδικά στην Ελλάδα, συναντάμε πολύ συχνά τους ήρωές του. Από τη μια, οι τουρίστες που κατακλύζουν τα νησιά, σχεδόν τα βουλιάζουν. Ο ξανθός κόσμος, ο οποίος περιγράφεται από τον Βακαλόπουλο στην “Γραμμή του Ορίζοντος” ως οι άνθρωποι που “αγοράζουν ενθύμια και δεν θυμούνται τίποτα, ακούνε με προσοχή τους ξεναγούς και μπερδεύονται, γυρίζουν πίσω και είναι οι ίδιοι, ακριβώς οι ίδιοι, ήρθαν εδώ για να μείνουν οι ίδιοι.”
Από την άλλη οι γραφικοί παππούδες, εκείνοι που φωτογραφίζουμε ως μέρος του instagram dump μας, μνημεία μιας αλλοτινής αυθεντικότητας καθώς και της σκληρής αλήθειας του χειμώνα. Δεν είναι πλέον ξεκάθαρο κατά πόσο υπάρχει ο χαρακτήρας του ψαρά του Μπελ: ίσως να έπεσε στην παγίδα των επιχειρημάτων του συνομιλητή του. Θα κάναμε αλλιώς λόγο για υπερτουρισμό;
Στο νησί της Κέρκυρας, στην παλιά πόλη, σπάνια βρίσκεις ντόπιους να κυκλοφορούν κατά την διάρκεια του καλοκαιριού- παρά μόνο να στέκονται πίσω από πάγκους μαγαζιών-σουβενίρ και να σου επιφυλάσσουν όσο ευγένεια τους έχει απομείνει από την εξάντληση της σεζόν που ξεκινάει ήδη από το Πάσχα.
Το πανέμορφο νησί είναι ένα καλο παράδειγμα αντιθέσεων. Είναι μεγάλο σε έκταση και πληθυσμό, θα μπορούσε να ισορροπήσει μια αυτόνομη ανάπτυξη με τον τουρισμό που δικαιολογημένα διαθέτει, ωστόσο επιμένει στην γοητευτική λύση της εποχικότητας.
Η αρχιτεκτονική που κληρονόμησε από τις αλλεπάλληλες δυτικοευρωπαϊκές κυριαρχίες είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή, με την ξακουστή Λιστών, το παλιό και νέο φρούριο καθώς και τα πολύχρωμα κτίρια που ωστόσο εμφανίζονται αφρόντιστα και ετοιμόρροπα, ακόμη και στους πιο κεντρικούς δρόμους. Το δε Αχίλλειον, το παλάτι της πριγκίπισσας Σίσσυ, βρίσκεται σε ανακαίνιση από το 2021 και αναμένεται να ανοίξει ξανά τις πύλες του το 2029.
Διαχρονικό επίσης το ζήτημα της καθαριότητας και των σκουπιδιών, το οποίο έχει κυριολεκτικά ρίξει δημάρχους στο νησί κι όμως παραμένει, οδηγώντας αναπόφευκτα σε μια σιωπηρή αποδοχή του προβλήματος. Οι τουρίστες βέβαια, δεν φαίνονται να ενοχλούνται καθόλου- αρκεί να μην φαίνεται η νεκρή κατσαρίδα σε ένα από τα πολλά πορτρέτα τους μπροστά στην κάμερα.
Κοσμοπολίτικη και μουσική, η Κέρκυρα είναι το νησί, παγκόσμιο-φαινόμενο, με 18 ενεργές φιλαρμονικές σε πληθυσμό 100.000 κατοίκων, που σημειωτέον γέννησε και τον Σάκη Ρουβά και τους Κόρε.Ύδρο. Έχει ακόμη το εξαιρετικό μουσείο Ασιατικής τέχνης καθώς και την τελευταία κατοικία του Διονύσιου Σολωμού. Είναι δηλαδή με σημερινούς όρους, iconic.
“Εμείς που είμαστε κάτω των 25 μπορούμε να περάσουμε;” ήταν η ερώτηση μας προκειμένου να κάνουμε τη βόλτα μας στο παλιό φρούριο, για το οποίο πλέον κόβεις εισιτήριο. Νέοι άνθρωποι πηγαινοέρχονται στο νησί, είτε για να σπουδάσουν στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο είτε λόγω της καταγωγής τους. Όμως το νησί δύσκολα κρατάει νέους Κερκυραίους σε μόνιμη βάση- αλλά ούτε τους αφήνει και εύκολα να φύγουν: η σωτήρια απευθείας πτήση της RyanAir από και προς Θεσσαλονίκη με 30 ευρώ, δεν υπάρχει πια. Ωστόσο υπάρχουν τουλάχιστον δύο την ημέρα για το Τελ Αβίβ…
Μέσα Σεπτέμβρη, στην παραλία Φαληράκι, προσβάσιμη με τα πόδια από την πόλη, συγχρωτίζονται στο τσιμέντο ντόπιοι και τουρίστες. Ακούς κυρίως αγγλικά, ποικιλία προφορών από αμερικανική έως αυστραλέζικη καθώς και μπόλικα ιταλικά. Οι σκάλες που οδηγούν στο νερό, καλύπτονται από γλιτσερά βρύα κι έτσι η βουτιά είναι προτιμότερη. Η πλειοψηφία μένει στα ρηχά. Πιο βαθιά δεν υπάρχει σημαδούρα. Αξίζει όμως, γιατί όσο πιο βαθιά πας, πλησιάζεις την θέα του παλιού φρουρίου.
Εκεί, φτάνουμε μόνο εγώ και ένας κύριος, γύρω στα 70, τον είχα δει έξω να βγάζει τη στολή εργάτη που φορούσε. Ξαπλωμένος ανάσκελα στην θάλασσα αρχίζει να τραγουδάει “Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου”. Σκέφτομαι ότι η μια πλευρά του ελληνικού καλοκαιριού, ο ήρωας του Μπελ που ακόμα επιβιώνει, σημαδεύτηκε φέτος από μια αναπάντεχη απώλεια. “Δεν θέλω κανέναν μες την μοναξιά μου”, συνεχίζει. Παίρνω το μήνυμα και κολυμπάω προς τη στεριά.







