Με όχημα και οδηγό τις ιστορίες

ιστορίες

Το βιβλίο είναι, όπως όλα τα αντικείμενα, φθαρτό, δέσμιο του αδέκαστου χρόνου. Είναι, δε, φτιαγμένο από χαρτί, άλλοτε καλής ποιότητας, άλλοτε αμφισβητήσιμης, σε κάθε περίπτωση, από ένα υλικό με δυνατότητες πολύ περιορισμένες, δηλωτικό της χρήσης του κατόχου. Το τσάκισμα της σελίδας, το από αμέλεια ανεπαίσθητο σκίσιμο του χαρτιού, οι υποτυπώδεις σημειώσεις: στιγμές ασήμαντες στον χρόνο ημών των αναγνωστών, ασύλληπτης σημασίας τομές στον βίο του ίδιου του αναγνώσματος.

Είναι, αλήθεια, θαύμα πόση αξία είμαστε ικανοί να δώσουμε στα άψυχα πράγματα. Υπάρχουν βιβλία που για δεκαετίες εκτοπίζονται σε σκονισμένα ράφια, βουτηγμένα στη λήθη της ίδιας τους της ύπαρξης, αμετακίνητα, βουβά. Υπάρχουν άλλα, ταλαιπωρημένα από άκαρπες και διαφωτιστικές σημειώσεις, τσακισμένα με ποικίλους τρόπους και για ποικίλους λόγους, με ονοματεπώνυμο και “Iούλιος 2023, Θεσσαλονίκη”.

Υπάρχουν κάποια που διαβάζονταν επί ματαίω για μήνες, μέχρι να ολοκληρωθούν εν μία νυκτί, συνοδευόμενα από μια πρωτόγνωρη επιφοίτηση και πολλαπλές γροθιές στα σωθικά. Υπάρχουν αυτά που μαζί τους ταξιδέψαμε σε νησιά και βουνά, που τα σύραμε σε βαλίτσες και τα αφήσαμε έκθετα στο κύμα και τον ήλιο, να ξεπλυθούν και να ξανανιώσουν, να μας μοιάσουν λίγο περισσότερο. 

Είναι φορές που έχουμε την ψευδεπίγραφη αίσθηση πως μαζί τους συνομιλούμε, πως είμαστε κοινωνοί σ΄αυτό το κάτι που-ίσως- διατείνονται ότι εκφράζουν. Συχνότερα, όμως, παραμένουμε πεισματικά ανίδεοι, κουτοί και τόσο χαριτωμένοι μέσα στην άγνοιά μας. Είναι αλήθεια πως τα μεγάλα βιβλία ξεπερνούν τους συγγραφείς τους. Είναι, επίσης, αλήθεια, πως συχνά ξεπερνούν και τους αναγνώστες τους.

Δεν είμαστε έτοιμοι για τα μεγάλα λόγια, ούτε για τα μικρά, τα υποβόσκοντα, για το ανελέητο ξεμπρόστιασμα των λέξεων. Φοβόμαστε μη και τραβήξουν το παραβάν και φανούμε άσχημοι μέσα στη γύμνια μας, στερημένοι από όλα τα προσεκτικά διαλεγμένα ρουχαλάκια μας, που με τόσο κόπο και φροντίδα σφίξαμε γύρω απ΄τα κορμιά μας.

Φαντάζει απίθανο πώς κάποιοι ανάμεσά μας, εξίσου σφιχτά φασκιωμένοι, γράφουν όσα δεν αντέχουν να ακούν και είναι μεγάλο δώρο για εμάς τους υπόλοιπους, έστω δειλά ή μερικώς, κάπως να μετέχουμε. Είμαστε, έτσι, λιγότερο μόνοι, έχοντας πάντα ως συντροφιά τις ιστορίες. Η λειτουργία τους είναι -πρωτίστως- παραμυθητική. Γι’ αυτό ως παιδιά αγαπούσαμε τα παραμύθια: έδιναν φωνή στις άγνωστες σκιές μες στο σκοτάδι, σκότωναν τον δράκο, έδιναν στο ορφανό παιδί μία στέγη για να ζήσει.

Ως ενήλικες, πια, έχουμε ως μόνη παρηγοριά τις ιστορίες. Αυτές που μας υπερβαίνουν και μας φαίνονται ακατανόητες, που ξεπερνούν τα όρια του νοητού μας κόσμου, και είναι, τελικά, κάπως δικές μας. 

Είναι περίεργη η σχέση που έχουμε με τη συνειδητότητα. Δηλαδή, εμείς νομίζουμε πως ζούμε συνειδητά, πως αυτοβούλως και με διαύγεια αποφασίζουμε, πως, τέλος πάντων, η ροή των πραγμάτων δεν συμβαίνει ερήμην μας.

Ταυτόχρονα, τρέχουμε με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα σε έναν αγώνα δίχως τέλος, όπου πάντοτε κάποιοι προπορεύονται και ποτέ αυτοί οι κάποιοι δεν είμαστε εμείς. Η πραγματικότητα, όπως τη δομούμε και όπως μάθαμε πως πρέπει να βιώνεται δεν δίνει ούτε λίγο χώρο για αναστοχασμό, για αντίληψη του εδώ και τώρα, για μία, τέλος πάντων, παύση (ή έστω για συνειδητή διεκδίκηση αυτής).   

Η ανάγνωση, σε κάθε εποχή, είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που υπερβαίνει τους περιορισμούς της ανθρωπινότητας, που μεταβάλλει, έστω και για μερικές στιγμές “τον ρυθμό εντός μας”.  Διαβάζω σημαίνει έχω τη δυνατότητα να σταματήσω προσωρινά τον χρόνο τον εξωτερικό και να βυθιστώ σε έναν χωροχρόνο που με εξομοιώνει με τους συναναγνώστες μου και με απομονώνει -παροδικά- από το δεδομένο γίγνεσθαι.

Σημαίνει, ακόμα, πως “ξέρω γράμματα” και όχι μόνο για να μπορώ να γράψω το όνομά μου, αλλά και για να εστιάσω σε μια ακολουθία λέξεων με νόημα που ξεπερνάει την πεζότητα των μορφημάτων. Διαβάζω σημαίνει πως η εξωτερική μου πραγματικότητα μου δίνει το περιθώριο να ξεφεύγω προσωρινά από αυτή, χωρίς να διακυβεύεται η παρουσία φαγητού στο πιάτο μου ή η στέγη πάνω από το κεφάλι μου. Είναι και κοινωνικό προνόμιο η ανάγνωση, κι ας την αντιμετωπίζουμε συχνά με επιπολαιότητα.

Είναι, επίσης, πράξη επαναστατική το διάβασμα και με πολιτικό βάρος υποδόριο. Η ενημέρωση, η εμβάθυνση, η επίγνωση των ιστορικών πεπραγμένων είναι σαφέστατα όπλα απέναντι σε καθετί που υπογείως διαβρώνει συνειδήσεις⋅ όμως και μόνο η απόφαση να σταματήσουμε τον χρόνο, με την ελπίδα να διαβάσουμε μια συνακολουθία που θα ενώσει τα κομμάτια του παζλ εντός μας, συνιστά πράξη πολιτική και ως τέτοια πρέπει να εκλαμβάνεται.

Βασίζεται, άλλωστε, στη συγκινητικά αισιόδοξη πεποίθησή μας, πως μπορούμε να διευρύνουμε τους τρόπους με τους οποίους υπάρχουμε. Πως η ζωή μας δεν είναι ατελέσφορη και πως στην αφήγηση της ιστορίας μας συνδράμουμε κι εμείς.

Η απομάκρυνσή μας από το βιβλίο δεν είναι ακόμα ένα θέμα έκθεσης στο λύκειο. Είναι καθημερινός κίνδυνος και επιστροφή σε έναν γνώριμο σκοταδισμό. Αν δεν διαβάζουμε, παραμένουμε περιορισμένοι στον ένα και μοναδικό βίο που μας αναλογεί, κλείνοντας την πόρτα στις χιλιάδες ζωές που μας προσφέρουν τα βιβλία. Στερημένοι από τη μαγεία της ανάγνωσης, δεν είμαστε απλώς αδαείς, είμαστε θλιβερά μόνοι- δεν έχουμε στ’ αλήθεια, με ποιον να μοιραστούμε τον κοινό κι αρχέγονό μας πόνο.

Μοιράσου το:

Σοφία Συμεωνίδου

Σοφία Συμεωνίδου

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσα στην Κατερίνη, επέστρεψα για να σπουδάσω. Διαβάζω, προσπαθώ να γράφω, βλέπω καλές και κακές ταινίες, ψήνω άνοστα κεικ, ενίοτε ασχολούμαι με το θέατρο, άλλοτε σπουδάζω Ψυχολογία στο ΑΠΘ. Αγαπώ πολύ τις λέξεις και εδώ θα προσπαθώ να τις βάζω σε σειρά.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα