Όταν η οργή γίνεται κόμμα

Για μήνες, το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης ως σύμβολο ανάγκης για δικαιοσύνη στην τραγωδία των Τεμπών. Σήμερα όμως η συζήτηση αυτή αλλάζει. Η δημιουργία πολιτικού φορέα γύρω από την ίδια δεν μπορεί, πλέον, να αντιμετωπίζεται μόνο συναισθηματικά, αλλά και πολιτικά. Και αυτό σημαίνει ότι οφείλει να κρίνεται όπως κάθε άλλος πολιτικός, από τις θέσεις, τη ρητορική και τα πρόσωπα που την πλαισιώνουν.

Το νέο κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» γεννήθηκε μέσα απο μία πραγματική κοινωνική τραγωδία και ένα κύμα αγανάκτησης και οργής προς το πολιτικό σύστημα της χώρας. Το γεγονός όμως ότι ένα αγανακτισμένο και οργισμένο κομμάτι της κοινωνίας βρίσκει πολιτική έκφραση δεν σημαίνει αυτόματα ότι η έκφραση αυτή είναι και πολιτικά υγιής και ώριμη.

Το νέο αυτό κόμμα εμφανίζεται ως “αντισυστημική απάντηση” απέναντι σε ένα πολιτικό κατεστημένο που καταρρέει. Παράλληλα όμως, έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται πρόσωπα, λογικές και ρητορικές που σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζουν τον χώρο της συνωμοσιολογίας και της ακροδεξιάς. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα σοβαρά ερωτήματα. Είναι τελικά αυτό ένα κίνημα δικαιοσύνης ή ένα ακόμα όχημα πολιτικής εκμετάλλευσης της οργής και κατά πόσο είναι πιθανό αυτή η οργή να οδηγήσει σε ουσιαστική πολιτική πρόταση;

Τα τελευταία χρόνια, θεωρώ, έχουμε σαν κοινωνία συνειδητοποιήσει ότι η οργή από μόνη της δεν αρκεί για να αποτελέσει πολιτική πρόταση, ιδιαίτερα όταν αρχίζουν να συσπειρώνονται φωνές που επενδύουν περισσότερο στον θυμό, παρά σε ουσιαστικές λύσεις. Ακόμα και το κόμμα Καρυστιανού μπορεί να μην αποτελεί απλώς ένα νέο πολιτικό εγχείρημα, αλλά να είναι και αυτό ένα σύπτωμα μίας κοινωνίας που δεν εμπιστεύεται πλεόν κανέναν και για αυτό είναι έτοιμη να πιστέψει σχεδόν τα πάντα.

Η άνοδος τέτοιων πολιτικών σχηματισμών δεν εμφανίζεται τυχαία. Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι πολίτες νιώθουν πως δεν εκπροσωπούνται πραγματικά από τα παραδοσιακά κόμματα. Η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, η αίσθηση ατιμωρησίας και η πεποίθηση ότι «όλοι είναι ίδιοι» έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο πολιτικό κενό. Και κάθε φορά που δημιουργείται ένα τέτοιο κενό, κάποιος έρχεται να το γεμίσει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ίσως και να το γεμίσει η Μαρία Καρυστιανού.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πολιτική οργή δεν οδηγεί πάντα σε πολιτική ωριμότητα. Συχνά οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο. Στην εύκολη απάντηση, στον διχασμό στην ανάγκη για έναν «αντισυστημικό σωτήρα» που υπόσχεται να γκρεμίσει τα πάντα χωρίς αναγκαστικά να εξηγεί τι ακριβώς θα χτίσει στη θέση τους. Σε αυτό το περιβάλλον, η συνωμοσιολογία, οι ακραίες φωνές και η πολιτική πόλωση αναπτύσσονται με μεγάλη ευκολία.

Τα social media παίζουν και αυτά καθοριστικό ρόλο σε αυτό το φαινόμενο. Στην εποχή του ΤικΤοκ και των viral αποσπασμάτων, η πολιτική δεν βασίζεται, πλέον, μόνο σε προγράμματα και επιχειρήματα, αλλά κυρίως στο συναίσθημα και στο ποιο σύνθημα θα γίνει πιο viral. Ο θυμός και η σύγκρουση έχουν μεγαλύτερη απήχηση από την ψύχραιμη πολιτική συζήτηση. Και όσο πιο έντονο το συναίσθημα, τόσο πιο εύκολα αποκτά δυναμική ένα πολιτικό αφήγημα.

Όλα αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι η κοινωνική οργή είναι αδικαιολόγητη. Το αντίθετο, η ύπαρξή της είναι απολύτως λογική και πολλές φορές αναγκαία για να γίνουν αλλαγές. Η τραγωδία των Τεμπών αποκάλυψε πραγματικές παθογένειες του κράτους και δημιούργησε ένα βαθύ τραύμα στην ελληνική κοινωνία. Όμως άλλο πράγμα η ανάγκη για δικαιοσύνη και άλλο η πολιτική εκμετάλλευση της οργής. Γιατί όταν η αγανάκτηση είναι το μοναδικό πολιτικό κριτήριο, τότε οι πολίτες δεν παρασύρονται από τις καλύτερες λύσεις, αλλά από τις πιο δυνατές φωνές.

Μοιράσου το:

Γιώργος Τρουλλάκης

Γιώργος Τρουλλάκης

Είμαι από το Ηράκλειο Κρήτης, 21 χρονών και σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη. Από μικρό παιδί ενδιαφερόμουν για την πολιτική οπότε ήταν φυσικό επακόλουθο να διαλέξω τη σχολή των Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Είμαι στην ομάδα του DREAM ON-line, γιατί με συναρπάζει η σκέψη του να μπορώ να γράφω για θέματα που με ενδιαφέρουν και να τα μοιράζομαι με άλλους ανθρώπους.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα