Αν έπρεπε να αποτυπώσω τη ζωή σε μία εικόνα, θα ζωγράφιζα μία θάλασσα σε περίεργη ημέρα. Έχει αέρα, όχι πολύ, ούτε λίγο. Υπάρχουν κύματα, άλλοτε μικρά, άλλοτε μεγάλα, κάποια προς μία και άλλα προς άλλη κατεύθυνση. Διότι η μέρα δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, είναι συννεφιασμένη με λίγο ήλιο. Ο αέρας φουντώνει και σωπαίνει συνεχώς, η δύναμη του εναλλάσσεται, το φως εναλλάσσεται, τα κύματα εναλλάσσονται. Κι εσύ τη μία στιγμή ποθείς να χαθείς στο γαλανό της χρώμα και την επόμενη φοβάσαι μη πνιγείς στα κύματα της.
Στέκεσαι έτσι ελαφρώς πιο πίσω από εκεί που σκάει το κύμα, ώστε να δροσιστείς από το νερό του χωρίς να βραχείς, να νιώσεις το αλάτι χωρίς να τσούξουν τα μάτια σου, και απλώς την αντικρίζεις, χαλαρώνεις με τον ήχο της κρούσης του νερού και της άμμου και αγναντεύεις, αναλογίζεσαι τι πρέπει να κάνεις, αν αξίζει να κολυμπήσεις.
Αυτή είναι η ζωή. Απρόβλεπτη με καλές, λιγότερο καλές και κακές στιγμές, με τα πάνω και τα κάτω της. Κι όταν ξεκινήσει, όταν μπεις σε αυτή τη θάλασσα, καλείσαι να πάρεις μία απόφαση: Θα κολυμπήσεις και θα ψάξεις για κοχύλια ή θα επιπλέεις πιάνοντας ότι τυχαία εμφανιστεί μπροστά σου;
Κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί τίποτα. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να γνωρίζεις αν εν τέλει θα βρεις κοχύλια, αν οι αμέτρητες βουτιές στα κύματα, οι λαχανιασμένες αναπνοές στον αναπνευστήρα, τα γρατζουνισμένα από τα βράχια γόνατα θα έχουν πράγματι το ποθητό αποτέλεσμα. Κι όσο κι αν ένα κοχύλι γυαλίζει, η αντίθετη επιλογή είναι η σειρήνα που σε καλεί. Διότι αν επιπλέεις δεν θα βρεις κοχύλια ή αν βρεις, δεν θα κατακτήσεις τα πιο όμορφα και λαμπερά, τα γόνατα σου όμως θα είναι άθικτα.
Το δίλημμα λοιπόν είναι σαφές. Θέλεις η ζωή σου να είναι άθικτη ή γρατζουνισμένη. Θέλεις να επιλέξεις τη νηνεμία ή τη φουρτούνα. Θες να αφήσεις τη ζωή σου στην τύχη ή στο θάρρος.
Πολλές φορές, σαν πετυχαίνει κανείς κάτι μεγάλο, σαν πραγματοποιεί ένα «άπιαστο» όνειρο, σαν κάνει κάτι «φανταχτερό», θα ακούσεις πάντα κάποιον να ξεστομίζει τη φράση που εκνευρίζει όλους προς τους οποίους ηχεί «Πόσο τυχερός/ή είσαι!». Γιατί πιστεύουμε ότι κανείς που πετυχαίνει είναι τυχερός; Γιατί νιώθουμε την ανάγκη να πούμε κάτι τέτοιο; Είναι αντανακλαστικό, είναι ευχή, είναι ζήλεια; Ό,τι κι αν σημαίνει, αυτό που σίγουρα αποτελεί είναι ψέμα!
Η τύχη, ένας παράγοντας υπαρκτός μεν αχαλίνωτος δε, μπορεί να είναι σύμμαχος του ανθρώπου, μπορεί να γίνει και ο μεγαλύτερος εχθρός του. Κι μολονότι πράγματι διαθέτει αλκή, είναι τόσο δυνατή που πρώτα αυτή καθορίζει την πορεία μας;
Όταν θα βρω το ομορφότερο κοχύλι, ναι μπορεί σε εκείνο το σημείο τυχαία να το έσυρε η άμμος, πως όμως εγώ βρέθηκα να κοιτάω την άμμο; Πως βρέθηκα εξαρχής μέσα σε αυτά τα κύματα; Τυχαία ή μήπως είχα το θάρρος να αποφασίσω να κολυμπήσω κι όχι να επιπλέω, να χτυπήσω τα γόνατα μου, να πάρω κοφτές ανάσες, ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι να δικαιωθώ, μέχρι να δω το αποτέλεσμα που προσδοκώ να παίρνει μορφή. Βρήκα λοιπόν το κοχύλι, όχι γιατί είμαι τυχερός, αλλά γιατί είμαι θαρραλέος.
Λένε ότι η τύχη ευνοεί τους θαρραλέους. Εγώ θα πω ότι αυτό που ευνοεί τους θαρραλέους είναι το ίδιο τους το θάρρος.
Το θάρρος μου με ώθησε να κοιτάξω τη ζωή στα μάτια με ειλικρίνεια, ρεαλισμό, κυνικότητα. Το θάρρος με «ανάγκασε» να συνειδητοποιήσω τις δυσκολίες και να προχωρήσω με τη ριψοκίνδυνη απόφαση. Το θάρρος με στήριξε όσο προσπαθούσα διακαώς, με υποστήριξε όσο τα δάκρυα προσπαθούσαν να με βουλιάξουν, όσο ο φόβος σκοτείνιαζε την όραση μου το θάρρος άναβε το κερί για να βλέπω, έστω και θολά. Το θάρρος που έγινε επιμονή, που έγινε ζωή, με οδήγησε εδώ που βρίσκομαι, όχι η τύχη.
Η τύχη κουνά τα φύλλα, όχι τους ανθρώπους, γιατί τη ζωή την παίρνει ο άνεμος και την πετά τυχαία σε κάποια γωνιά, μόνο όταν ο άνθρωπος επιτρέπει στην τύχη να το κάνει. Κι αυτό γίνεται, όταν κανείς αποφασίζει να ξεφυσά αντί να αναπνέει, όταν αποφασίζει να αφεθεί σε παράγοντες που δεν μπορεί να ελέγξει γιατί δεν έχει το θάρρος να ελέγξει αυτούς που μπορεί.
Είναι άδικο να αποκαλούμε τυχερό κάποιον που πήρε τη δύσβατη απόφαση, που προσπαθεί και μάχεται να ορίσει ο ίδιος την πορεία του, να αφήσει όσο δυνατόν μικρότερο περιθώριο στην τύχη να δράσει και να αντιδράσει, να χαράξει ένα μονοπάτι ακόμη κι αν γνωρίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να βρέξει και να γεμίσει το δρόμο με λακκούβες, να τον πλημμυρίσει ή ακόμη κι να τον διαγράψει και να πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή.
Διότι η τύχη σε σπρώχνει. Το θάρρος σε οδηγεί. Κι η θαρραλέα εργατικότητα σε ορίζει.
Πίσω από κάθε «τυχερό» άνθρωπο κρύβονται ώρες πίεσης, δάκρυα άγχους, λυγμοί στεναχώριας, αναπνοές απογοήτευσης. Κρύβονται στιγμές σκοτεινές, μέρες που διαρκούν πολύ παραπάνω ή πολύ λιγότερο από εικοσι τέσσερεις ώρες. Πίσω από αυτή τη μία λαμπερή στιγμή επιτυχίας ή «τύχης» για κάποιους, βρίσκεται μία καρδιά βαριά, που συνεχώς χτυπάει, κουβαλάει, υπομένει. Κι κρύβονται όλα αυτά τόσο καλά, ώστε να τα αισθάνεσαι εσύ, αλλά να μην φαίνονται σε κανέναν μη εμπλεκόμενο. Σε αυτούς, φαίνεσαι απλώς «τυχερός» για τη στιγμή ευτυχίας σου.
Το ερώτημα ωστόσο δεν είναι και δεν πρέπει να είναι αν κάποιοι το ονομάζουν τύχη ή θάρρος, αλλά αν εν τέλει αξίζει για αυτή τη μία στιγμή περηφάνιας και ευτυχίας. Αξίζει όλος αυτός ο αγώνας για το συναίσθημα πλήρωσης, το συναίσθημα ότι είναι η καρδιά σου που αναπνέει και όχι οι πνεύμονές σου;
Η καλύτερη συμβουλή για αυτό το ερώτημα θαρρώ πως είναι να παρακολουθήσεις Ολυμπιακούς Αγώνες, και να παρατηρήσεις τα μάτια ενός αθλητή πριν και αφότου αγωνιστεί, πετυχαίνοντας το αποτέλεσμα που επιδιώκει. Η απάντηση είναι μπροστά στα μάτια σου ή μάλλον στα δικά του.
Κι μολονότι αυτή η στιγμή επιτυχίας είναι μικρής διαρκείας, αυτές οι στιγμές είναι που εναρμονισμένες και ενωμένες μεταξύ τους σχηματίζουν την ολότητα της ζωής. Διότι όσο κυνικά παράλογο κι αν ακούγεται, μία στιγμή ευτυχίας θα επισκιάζει πάντα τις πολλές δύσκολες που προηγήθηκαν για να την κατακτήσω. Κι ας διαφωνούν τα μαθηματικά. Συμφωνεί το θάρρος, κι αυτό μου είναι αρκετό!









