Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αφήνει τη γηραιά ήπειρο κατεστραμμένη, διχοτομημένη και ασταθή. Συνακόλουθα, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σχεδιάζουν, το 1948, το σχέδιο Marshall, το οποίο διοχετεύει ποσό άνω των 13 δις δολαρίων (σχεδόν 140 δις εν έτει 2025) στις ευρωπαϊκές οικονομίες για την αποκατάσταση και την οικονομική τους τόνωση. Η κίνηση αυτή, σε συνδυασμό με άλλες ενέργειες αποσκοπούσε στον περιορισμό της Σοβιετικής επιρροής στις χώρες δυτικά του Σιδηρού παραπετάσματος (iron curtain).
Επίσης δεν δύναται να ξεχαστεί ο αποκλεισμός του δυτικού Βερολίνου το 1948/1949 από τους Σοβιετικούς και τα μέτρα που λήφθησαν για την προμήθεια απαραίτητων εφοδίων στους πολίτες της πόλης. Το πρόβλημα επιλύθηκε με τη δημιουργία μιας διεθνούς αερογέφυρας μέσω χρήσης μεταγωγικών αεροπλάνων από ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία μεταξύ άλλων, να τροφοδοτούν για περισσότερο από ένα χρόνο αποκλεισμένους από κάθε αγαθό πολίτες.
Η εγκατάσταση στρατευμάτων των ΗΠΑ στην Ευρώπη στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και η παροχή οπλικών συστημάτων στις χώρες της Δύσης από την αρχή του Ψυχρού Πολέμου μέχρι και σήμερα αποτέλεσε κομβικό παράγοντα για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας. Φυσικά, δεν εκλείπουν οι στιγμές που χρησιμοποιήθηκε τις δεκαετίες αυτές σε πολλές χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο, η τακτική αλλαγής καθεστώτος, εγκαθιδρύοντας δικτατορίες.
Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι χρησιμοποιώντας σκληρή αλλά και ήπια δύναμη (hard & soft power), οι ΗΠΑ πέτυχαν τους στόχους τους με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την ανάδειξη τους ως παγκόσμιο ηγεμόνα, ενώ οι ευρωπαίοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ελευθερία τους, να αναπτυχθούν οικονομικά και να ενωθούν σε βάθος ετών δημιουργώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τους αιώνες διχασμού που προηγήθηκαν.
Εν έτει 2026 οι ΗΠΑ, μετά από εμπλοκή σε διάφορες επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή που διήρκησαν δεκαετίες χωρίς κανένα απτό στόχο και αποτέλεσμα, αναδιαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική τους επί ηγεσίας Τραμπ, μιμούνται τον απομονωτισμό και προστατευτισμό των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Δηλαδή, τοποθετούν υψηλούς δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα και προσπαθούν να κρατήσουν μια ουδέτερη στάση ως προς τα τεκταινόμενα του υπόλοιπου κόσμου, παρά μόνο αυτά που τους επηρεάζουν άμεσα και απειλούν την τοπική ηγεμονία τους.
Το γεγονός ότι αφήσουν τα ηνία της ήπιας δύναμης και της διπλωματίας, τα οποία κρατούσαν για το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου αιώνα, και στρέφονται σε εσωτερικά-πλασματικά-λαϊκιστικά προβλήματα, εγείρει πολλαπλά ερωτήματα ως προς την ευρωπαϊκή ασφάλεια και το μέλλον της ΕΕ.
Οι Ευρωπαίοι παρατηρούν έναν ρωσο-ουκρανικό πόλεμο που το τέλος του φαντάζει μακριά και σε αντίθετη κατάληξη από την επιθυμητή. Μια Κίνα που έχει σκοπό μέχρι το 2027 να έχει τη δυνατότητα κατάληψης του πιο μεγάλου και σύγχρονου κατασκευαστή κεντρικών επεξεργαστών, της Ταϊβάν. Και πλέον τις ΗΠΑ, τον μεγαλύτερο και σταθερότερο σύμμαχο και πυλώνα δυτικών θεσμών για περισσότερο από ένα αιώνα να χαράσσει επιθετικές πολιτικές σε χώρες, όπως η Δανία (μέσω της αυτόνομης κτήσης της στη Γροιλανδία), ο Καναδάς, η Βενεζουέλα, η Κολομβία, το Μεξικό και το Ιράν, και να αντιμετωπίζει την ΕΕ ως εχθρική οντότητα, την οποία πρέπει να διαμελήσει.
Η υπονόμευση του ΝΑΤΟ από την αμερικανική κυβέρνηση, υπό την εξήγηση της ελλιπούς στρατιωτικής χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών χωρών, εγείρει ερωτήματα στην Ευρώπη, καθώς όλες οι χώρες πλέον έχουν ανεβάσει δραματικά τον ετήσιο στρατιωτικό προϋπολογισμό τους πάνω από 2% και έχουν στην πλειοψηφία αποδεχτεί την επίτευξη του ετήσιου 5% από τον συνολικό κρατικό προϋπολογισμό.
Το 2026 άρχισε δυναμικά με τον Ντόναλντ Τραμπ σε πρόσφατη ομιλία του κατόπιν της επιτυχημένης αποστολής Absolute Resolve και της σύλληψης του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, να τονίζει τις επιτυχίες του και πως εξαιτίας των ενεργειών του οι ευρωπαίοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ δεσμέυτηκαν να διαθέτουν τουλάχιστον 5% του ΑΕΠ τους στον αμυντικό προϋπολογισμό ετησίως, ενώ παλαιότερα δεν έφταναν ορισμένες χώρες ούτε το επιδιωκόμενο 2%.
Στην ίδια ομιλία ανέφερε όμως ξανά τη σημασία της Γροιλανδίας ως στρατηγική τοποθεσία που η Αμερική χρειάζεται να ελέγχει, λόγω των ρωσικών και κινεζικών πλοίων που πλέουν γύρω από αυτή, καθώς και την αδυναμία της Δανίας να παρέχει προστασία. Αξίζει να σημειωθεί πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξήγαγε άμεσα ενημέρωση, όπου το επίκεντρο της συζήτησης ήταν οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα και τα σχόλια του ηγέτη και άλλων στελεχών των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία.
Οι μεγαλύτερες δυνάμεις στη σημερινή εποχή έχουν επεκτατικές πολιτικές και αντιτίθενται στο διεθνές δίκαιο, στο οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση στηριζόταν, κάνοντας την έλλειψη κεντρικής ηγεσίας και σκληρής στρατιωτικής δύναμης εμφανή, μέσω των συνεπειών της. Η ΕΕ δεν έχει φτάσει στο τελικό της όραμα, της ομοσπονδιοποίησης των κρατών της Ένωσης υπό μια κεντρική ηγεσία με συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική και ενιαίο αμυντικό δόγμα.
Η Ένωση ήταν και είναι κατά κύριο λόγο οικονομική και πολιτική, η οποία χρησιμοποιεί σωστά το ΝΑΤΟ ως ενδιάμεσο μηχανισμό για τη διεκπεραίωση των θεμάτων ασφαλείας της, όπως φαίνεται και με τις πρόσφατες αναταραχές στα ανατολικά της σύνορα. Αυτό την τοποθετεί όμως σε μειονεκτική θέση έναντι των υπολοίπων δυνάμεων, ειδικά στην περίπτωση που το ΝΑΤΟ, ο αμυντικός μηχανισμός στον οποίο η πλειοψηφία συμμετέχει, καταρρεύσει ή το μεγαλύτερο μέλος του, οι ΗΠΑ αποχωρήσουν.
Είναι δύσκολο να κατανοηθεί το σχέδιο δράσης της ΕΕ στην πράξη εάν ένα μέλος της δεχθεί επίθεση από μια σύμμαχο χώρα του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με την Συνθήκη της Λισαβόνας τα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι υποχρεωμένα να βοηθήσουν με κάθε δυνατό τρόπο τη χώρα υπό επίθεση, αλλά αυτό δεν είναι καθησυχαστικό, την στιγμή που η στρατιωτική ετοιμότητα πολλών κρατών που βρίσκονται μακριά από τα ανατολικά σύνορα είναι μικρή. Η θέληση είναι μάλλον ακόμα μικρότερη, καθώς είναι δύσκολο να πειστεί ο πολίτης της Ισπανίας ή Πορτογαλίας που δεν απειλείται ενεργά, να αφήσει τη χώρα του και να συμμετέχει στην άμυνα μιας ξένης χώρας στην άλλη άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία δεν μοιράζεται ούτε κοινή γλώσσα, ούτε και κουλτούρα.
Η συμπεριφορά των Ευρωπαίων φαίνεται όμως να αλλάζει όταν δεν υπάρχει κάποιος δυνατότερος να τους εγγυηθεί την ασφάλεια τους, καθώς η πολιτική βούληση σταθερά μετατοπίζεται προς την ανεξαρτητοποίηση και αυτονομία της ηπείρου, με μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα να λαμβάνουν μέρος σε σχεδόν κάθε χώρα, και επενδύσεις υπό την αιγίδα της ΕΕ για τη διεύρυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ΕΕ δεν είναι τόσο η οικονομική, αλλά η πολιτική θέληση για αλλαγές στο αμυντικό της δόγμα. Είναι λογικό η πλειοψηφία των πολιτών να επιθυμεί την διοχέτευση όσο δύναται μεγαλύτερου μέρους του προϋπολογισμού σε προγράμματα που συμβάλλουν στη βελτίωση της ζωής τους και της καθημερινότητάς τους που είναι ορατά, όπως κόστος ζωής/τιμές προϊόντων, μείωση φορολογίας, αύξηση συντάξεων, στέγαση, κρατικές υπηρεσίες και παροχές.
Είναι δυσκολότερο να πειστεί ο Ευρωπαίος πολίτης -ανάλογα με το που κατοικεί- να υποστηρίξει μέσω του κράτους ενέργειες που αφορούν τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια της Ένωσης, καθώς δεν είναι κάτι το οποίο η ύπαρξη και η τέλεια λειτουργία του αφορά ή βελτιώνει άμεσα την καθημερινότητα του. Η απουσία της ωστόσο ενδέχεται να έχει καταστροφικές, εμφανείς, και μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Τις τελευταίες δεκαετίες μέχρι και σήμερα, οι πολιτικοί πολλών χωρών της Ένωσης τοποθετούν το οικονομικό και πολιτικό κέρδος υψηλότερα από τη συνολική σταθερότητα της Ένωσης, προτιμώντας να βελτιώσουν τα ποσοστά και την εικόνα τους, ικανοποιώντας την εκλογική τους βάση, αντί να λάβουν δύσκολες αποφάσεις από κοινού. Μια λύση για την ενίσχυση και την εγγύηση της θέσεως της Ένωσης μακροπρόθεσμα είναι η ολοκλήρωση του αρχικού οράματος.








