Στο Doctor Strange in the Multiverse of Madness ο γιατρός της Marvel βαδίζει σε επικίνδυνα μονοπάτια

Έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία της πρώτης ταινίας, ο χαρακτήρας του Doctor Strange αποκτά το sequel, που τόσο πολύ αναμενόταν. Στην σκηνοθετική καρέκλα συναντάμε τον Sam Raimi, σε σενάριο Michael Waldron, ενώ πρωταγωνιστούν οι Benedict Cumberbatch, Xochitl Gomez, Elizabeth Olsen, Chiwetel Ejiofor και Rachel McAdams και Benedict Wong. Καταφέρνει ο Doctor Strange να κρατήσει το ενδιαφέρον στα ίδια επίπεδα με το Spider-Man: No Way Home;

Μετά τα γεγονότα του No Way Home, ο Stephen Strange προσπαθεί να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα και να προσαρμοστεί μετά τη μάχη των Εκδικητών με τον Thanos. Μία κοπέλα, η οποία διαθέτει την ικανότητα να ταξιδεύει μέσα στα διάφορα σύμπαντα τον πλησιάζει και ζητάει να την προστατέψει από έναν επικίνδυνο εχθρό. Εκείνος με τη σειρά του, απευθύνεται στην Wanda Maximoff.

Καλώς ή κακώς, σε αυτή την τέταρτη φάση της, η Marvel έχει επιλέξει οι σειρές της να συνδέονται άμεσα με τις ταινίες. Ειδικότερα, πολλά απ’όσα συμβαίνουν στο Doctor Strange in the Multiverse of Madness αποτελούν εν μέρει συνέχεια του WandaVision, ενώ ενσωματώνονται στοιχεία και από το What If. Επομένως, είναι σημαντικό για κάποιον να έχει παρακολουθήσει κυρίως την πρώτη σειρά, για να μπορέσει να αφουγκραστεί την εξέλιξη του χαρακτήρα της Wanda, η οποία στο τέλος του WandaVision έγινε η Scarlet Witch.

Το πρώτο σημείο που ξεχωρίζει ο θεατής στην ταινία είναι η άκρως ενδιαφέρουσα και πολύπλευρη σκηνοθεσία του Sam Raimi. Ο γνωστός και καταξιωμένος σκηνοθέτης επιστρέφει μετά από αποχή εννιά ετών, προσδίδοντας έναν ιδιαίτερο τόνο, ασύμβατο με τις προηγούμενες ταινίες της Marvel. Αυτό φυσικά δεν είναι κακό. Το κάθε άλλο. Ο Raimi εισάγει στοιχεία τρόμου στην ταινία του, είδος στο οποίο έχει ξεχωρίσει το παρελθόν με την τριλογία Evil Dead, αλλά και το Darkman. Δεν παραμερίζει όμως και την υπερηρωική διάσταση, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε ότι πρόκειται για τον άνθρωπο που έφερε στη μεγάλη οθόνη την αρχική τριλογία Spider-Man με τον Tobey Maguire. 

Με διάφορα τρικ ο Raimi πετυχαίνει να ανανεώνει συνεχώς το ενδιαφέρον του θεατή, μην σταματώντας να εκπλήσσει και τον πλέον δύσπιστο. Ειδικότερα μία άκρως ευφάνταστη και δημιουργική σκηνή προς το τέλος της ταινίας αναδεικνύει όλο το ταλέντο και το όραμα του Raimi για τον δικό του Doctor Strange. Παράλληλα, ο μόνιμος συνεργάτης και πολυβραβευμένος Danny Elfman φροντίζει με τις μουσικές επιλογές να τονώνει το στοιχείο του απροσδόκητου και του αντισυμβατικού, που διακατέχει όλο το πρότζεκτ. Η συνεργασία τους στην προαναφερθείσα σκηνή είναι η αποθέωση της ευφυΐας και της οξυδέρκειας δύο πολύ προικισμένων ανθρώπων.

Όσον αφορά τους ηθοποιούς ο Benedict Cumberbatch συνεχίζει να εξελίσσει τον χαρακτήρα του Doctor Strange. Ο αλαζόνας, απόμακρος και επιθετικός γιατρός που γνωρίσαμε στην πρώτη ταινία έχει πλέον μεταβληθεί σε έναν πράο και αλληλέγγυο μάγο, που έχει το καθήκον να προστατέψει ένα μικρό και ανήμπορο κορίτσι, αλλά και τον κόσμο, αυτόν που θα επωμιστεί το βάρος της ηγεσίας των ηρώων που έχουν μείνει, όπως δήλωσε εξάλλου και ο Kevin Feige, πρόεδρος και δημιουργός του Marvel Cinematic Universe. 

Η Elizabeth Olsen ως Wanda Maximoff παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς ο χαρακτήρας της έχει υποφέρει πάρα πολύ, έχοντας βιώσει την απώλεια όσο κανένας άλλος. Η Olsen δίνει μία εξαιρετική ερμηνεία, αποδεικνύοντας ότι διαθέτει υποκριτικό ταλέντο, αλλά και μεγάλες προοπτικές. Η Xochitl Gomez στον ρόλο της America Chavez είναι μία θετική παρουσία, χωρίς όμως να κλέβει την παράσταση. Πολύ καλή είναι και η Rachel McAdams ως Christine Palmer, η οποία εδώ έχει έναν αναβαθμισμένο και σημαντικό για την εξέλιξη της ταινίας ρόλο, ενώ και ο Benedict Wong φέρνει νέα στοιχεία στον χαρακτήρα του Wong.

Είναι όμως όλα καλά; Σίγουρα όχι. Σεναριακά η ταινία παρουσιάζει κάποια κενά, τα οποία εν μέρει εξηγούνται λόγω της απειρίας του σεναριογράφου Michael Waldron. Αν και ο τίτλος έχει μέσα τη λέξη «madness», αποδεικνύεται κάπως παραπλανητικός, καθώς δεν υπάρχει αυτή η τρέλα, αυτή η παράνοια, αυτός ο φρενήρης ρυθμός που θα την απογείωνε. Μπορεί ο Strange και η America να ταξιδεύουν σε διάφορα σύμπαντα, αλλά αυτά δεν είναι τόσα πολλά, ώστε να προκαλέσουν τον θεατή να ζητωκραυγάσει ή να σηκωθεί από τη θέση του.

 

Μοιράσου το:

Γιώργος Ψάλλας

Γιώργος Ψάλλας

Αντισυμβατικός και υπερβολικά διαφορετικός για την ηλικία μου, θα με βρεις να προτιμάω την ηρεμία από την ένταση και την παράνοια, να βλέπω ταινίες, να ακούω μουσική (την κανονική, όχι αυτή που βρίσκεται στη μόδα), να παρακολουθώ τα αθλητικά τεκταινόμενα και ενίοτε να διαβάζω βιβλία.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα