Μόλις 650 μέτρα από τον σταθμό «Κεραμεικός» της γραμμής 3 του μετρό της Αθήνας βρίσκεται το Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς που φιλοξενεί την έκθεση με τίτλο «Αλέξης Ακριθάκης μία γραμμή κύμα» σε επιμέλεια της Χλόης Ακριθάκη και του Αλέξιου Παπαζαχαρία (μέχρι τις 24.5.2026). Όπως πληροφορούμαι από την ιστοσελίδα του μουσείου πρόκειται για την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση με έργα του Αλέξη Ακριθάκη. Μία ακόμα πληροφορία που αντλώ από την ιστοσελίδα του μουσείου είναι ότι ο Αλέξης Ακριθάκης είναι μία από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές μορφές της ελληνικής τέχνης.
Αυτό δεν δυσκολεύτηκα να το διαπιστώσω ήδη από την πρώτη στιγμή που ενημερώθηκα για αυτήν την έκθεση από άρθρα εφημερίδων και από αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Τότε ήταν και η πρώτη μου επαφή – έστω εξ αποστάσεως – με έργα του Αλέξη Ακριθάκη. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό που μου δημιούργησε την περιέργεια να επισκεφτώ τη συγκεκριμένη έκθεση ήταν ο συνδυασμός έντονων χρωμάτων ή τα σχήματα που έμοιαζαν με ένα πολύχρωμο κόμικ με καμουφλαρισμένους χαμαιλέοντες που διάβαζα μανιωδώς όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό.
Κλίνω προς έναν συνδυασμό των ανωτέρω, αφού σίγουρα όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο καλλιτέχνης στο προσωπικό του σημείωμα στην είσοδο της έκθεσης, τα έργα του θυμίζουν παιδικές ζωγραφιές, κάτι που βρήκα ιδιαίτερα γοητευτικό. «Σίγουρα πρόκειται για έναν καλλιτέχνη με χιούμορ που δεν δίσταζε να πειραματιστεί και σίγουρα δεν έπαιρνε τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά!», σκέφτηκα μπαίνοντας στην έκθεση.
Ίσως κάπου εδώ πρέπει να επισημάνω ότι οι γνώσεις μου περί ακριθακικών έργων και για τη ζωή του καλλιτέχνη ήταν περιορισμένες. Δυστυχώς δεν θα έλεγα ότι η επιμέλεια της έκθεσης με βοήθησε ιδιαίτερα να μάθω για τη ζωή αυτού του ανθρώπου ή να δω καλύτερα τα έργα που βρίσκονταν μπροστά μου.
Ποιος ήταν ο Αλέξης Ακριθάκης; Γιατί έζησε στο Βερολίνο; Ποιοί/ές τον επηρέασαν και ποιους/ές επηρέασε; Ποια είναι τα μοτίβα στα έργα του; Ποιος φορέας έχει αναλάβει τη διαφύλαξη και τη συντήρηση των έργων; Υπάρχει κάποιο μουσείο με ακριθακικές συνθέσεις στη μόνιμή του συλλογή; Αυτές ήταν κάποιες από τις ερωτήσεις που εύλογα δημιουργούνται όχι μόνο για τον Αλέξη Ακριθάκη, αλλά για κάθε καλλιτέχνη που μας κινεί το ενδιαφέρον – και δυστυχώς παρέμειναν αναπάντητες.
Αυτή βέβαια η αφαιρετική στάση της επιμέλειας της έκθεσης σίγουρα δίνει τη δυνατότητα στους επισκέπτες να εξάγουν τα δικά τους συμπεράσματα για το έργο του Αλέξη Ακριθάκη. Άλλωστε αντιπαθώ τις εκθέσεις που προσπαθούν να αποδώσουν στα εικαστικά έργα μία σχέση μέσου-μηνύματος ή σημαίνοντος-σημαινομένου λες και πρόκειται για γρίφο, για έναν μίτο της Αριάδνης που οι φιλότεχνοι πρέπει να ακολουθήσουν και τους οδηγεί σε μία και μοναδική λύση.
Αυτό που εγώ θα περίμενα δεν θα ήταν να μου μαρτυρήσει κάποιος «τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης», αλλά να με μορφώσει σχετικά με καλλιτεχνικά κινήματα, τεχνοτροπίες και υλικά. Δυστυχώς δεν πήρα ούτε αυτές τις πληροφορίες από την έκθεση.
Βασίστηκα λοιπόν στα προσωπικά μου συμπεράσματα σχετικά με το έργο αυτού του σπουδαίου – όπως στην πορεία διαπίστωσα – καλλιτέχνη. Με μία πρώτη ματιά επρόκειτο όχι μόνο για πίνακες ζωγραφικής, αλλά και για τρισδιάστατες εικαστικές συνθέσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σύνθεση μίας τραπεζαρίας με ένα κρεμαστό φωτιστικό και τέσσερις ξύλινες καρέκλες παραταγμένες η μία δίπλα στην άλλη.
Οι πίνακες χαρακτηρίζονται από συνδυασμό έντονων χρωμάτων και αφηρημένες μορφές. Επαναλαμβανόμενα θέματα είναι η βαλίτσα και το σύμβολο της ειρήνης που εμφανίζονται ίσως στα περισσότερα έργα του Ακριθάκη. Πού και πού ξεπροβάλλει μία ελληνική σημαία και ενώ τα περισσότερα έργα του εμφανίζονται χωρίς τίτλο, ξαφνικά παίρνει το μάτι μου έναν πίνακα τεσσάρων συνθέσεων με τίτλο «Τέσσερις παραλλαγές του φασισμού στην Ελλάδα». Αχά! Άρα πολλά από τα έργα του είναι και πολιτικά!
Αυτό άλλωστε το είχα υποψιαστεί μετά από τόσα σύμβολα της ειρήνης και ρίχνοντας μία ματιά στην ημερομηνία της δημιουργίας των έργων (πολλά από αυτά χρονολογούνται μέσα στην επταετία 1967-1974). Ομολογώ ότι ίσως και να μου άρεσε που η έκθεση δεν με προϊδέασε για την πολιτική ταυτότητα του δημιουργού αφήνοντάς με να ενώσω μόνος μου τα κομμάτια του παζλ.
Βγαίνοντας από την έκθεση, το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα έργο που αφορά τη γενέτειρά μου, τη Θεσσαλονίκη, με προσωπικές σημειώσεις του δημιουργού. Σε αντίθεση με τα περισσότερα έργα της έκθεσης ήταν ένας πίνακας μόνο με μαύρο χρώμα -επρόκειτο για μία αναπαράσταση κεντρικών δρόμων της πόλης με αφηρημένες φιγούρες και σύμβολα, έτσι όπως τα φαντάστηκε ο Ακριθάκης.
Έπαιξα για λίγο ένα παιχνίδι τοποθέτησης των πολύ γνώριμων σε μένα δρόμων στον πίνακα και, αφού έριξα μία ακόμα γρήγορη ματιά σε κάποια έργα που με εντυπωσίασαν ιδιαίτερα – χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πίνακας με τίτλο «Αγία Σοφία»-, βγήκα από την έκθεση με ένα χαμόγελο στα χείλη.
Γράφει ο Αιμίλιος Χατζηδημητρίου





