Κωστής Μαραβέγιας: «Και στον δρόμο να ήμουν παίζοντας με το ακορντεόν μου, πάλι ευτυχισμένος θα ήμουν»

Λένε ότι τα καλύτερα πράγματα στη ζωή είναι τυχαία: δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι αυτό ισχύει γενικά, αλλά σίγουρα κάτι τέτοιο συνέβη στη συνάντηση μας με τον Κωστή Μαραβέγια. Η αγαπημένη μας Drag Queen, Κατίνα Μπέλλα μάς σύστησε έναν εδώ και πολλά χρόνια αγαπημένο μας καλλιτέχνη, σε ένα πάρτυ του Φεστιβάλ κινηματογράφου στην Πλατεία θεάτρου.

Ο Κωστής, δοτικός και έξω καρδιά, δέχτηκε αμέσως την πρόταση μας να τον φιλοξενήσουμε στο DREAM ON-line και μας χάρισε μια συζήτηση για την αγάπη του για το σινεμά, τη γνωριμία και συνεργασία με τον Βασίλη Κεκάτο, τη Θεσσαλονίκη και τo συναισθηματικό του ταξίδι καθ’ όλη την πορεία του: από το άδειο μπαρ του Βασίλη, μέχρι ένα ασφυκτικά γεμάτο Θέατρο Δάσους. Ο Κωστής, «ο αταξινόμητος», το μικρό αγόρι που καθόταν με τις ώρες στο πιάνο, που σήμερα πλανιέται σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, χαρίζοντας αξέχαστες βραδιές στο κοινό, αλλά και στον εαυτό του. Τον ευχαριστούμε από καρδιάς!

– Κωστή, σε γνωρίσαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Έρχεσαι γενικά στο Φεστιβάλ;

– Ήμουν και πέρσι και πρόπερσι στο Φεστιβάλ, στην πανδημία μόνο δεν ήρθα, συμμετείχα και παλαιότερα, πηγαίνω στα Φεστιβάλ και ειδικά από τότε που γνώρισα την Τόνια μου κι έπειτα, θύμαμαι ότι πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάμε μαζί στις Κάννες και στην Βενετία, εκείνη φυσικά για επαγγελματικές δραστηριότητες, εγώ πηγαίνω ως σινεφίλ.

– Πήγαινες στο Φεστιβάλ των Καννών και της Βενετίας και πριν γνωρίσεις την Τόνια;

– Ναι, μάλιστα στις Κάννες έχω πάει και με ταινία, με την Αριάν Λαμπέντ, τον Ανδρέα Κωνσταντίνου και τον Μάκη Παπαδημητρίου με τη Γαλλική ταινία «Voir Du Pays» όπου συμμετείχα κι εγώ με την μπάντα μου κι είχα παίξει δύο τραγούδια μου και κερδίσαμε και βραβείο, το 2015. Ήταν η πρώτη φορά που είχα πάει στις Κάννες και μου άρεσε τόσο πολύ που είπα πως και να μην έρθουμε με ταινία θα ξαναπάω, μου άρεσαν να βλέπω τις ταινίες, το όλο κλίμα, τα masterclasses. Ειδικά στα masterclasses είχα παρακολουθήσει ένα με τον μουσικό Τζάστιν Χόρβιτζ, που «έντυσε» την ταινία La La Land.

«Το σινεμά είναι ο μόνος τρόπος να μπορώ να ονειρεύομαι»

Κωστής Μαραβέγιας
Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Τι σημαίνει για σένα ο κινηματογράφος;

– Για εμένα το σινεμά δεν είναι απλά μια διαφυγή, όπως είναι για πολλούς. Είναι ο μόνος τρόπος να μπορώ να ονειρεύομαι, να ζω κάτι με τις αρετές και τα χαρακτηριστικά ενός ονείρου, να διαστέλλεται ο χρόνος, να εμπλουτίζομαι συναισθηματικά και ψυχικά και να αισθάνομαι ότι όλες οι αισθήσεις μου εμπλουτίζονται. Θα μου πεις «στη μουσική δεν συμβαίνει αυτό»; Προφανώς και συμβαίνει στη μουσική, αλλά ο κινηματογράφος εμπεριέχει και μουσική, οπότε είναι ακόμα πιο δυνατό αυτό για μένα.

– Αυτή η αγάπη σου για την έβδομη τέχνη πηγάζει και από το γεγονός ότι έχεις γράψει μουσική και για ταινίες και για θέατρο;

– Έχω γράψει για ταινίες, για θέατρο, για διαφημίσεις, για διάφορα. Μ’ αρέσει γενικά η ομαδική δουλειά, η επαφή με τον σκηνοθέτη, μ’ αρέσει το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί συντελεστές (καστ, ηθοποιοί, μοντέρ) για να βγει μια τελική εικόνα, με γοητεύει πολύ αυτή η διαδικασία. Όλη αυτή η περιπέτεια με συναρπάζει.

– Αφού μπήκαμε σε αυτό το θέμα, θέλουμε να μας πεις μερικά λόγια για τη συνεργασία σου με τους συντελεστές του Milky Way και τον σκηνοθέτη Βασίλη Κεκάτο που είχαμε τη μεγάλη χαρά να μας τον γνωρίσεις.

– Ο Βασίλης είναι πάρα πολύ ταλαντούχος, έχει ένα φοβερό χάρισμα, πέρα από την αισθητική του και όλο αυτό που κουβαλάει, γιατί αυτός δεν τα λέει και θα σας πω κάτι που ελπίζω να μην είναι spoiler (γελάει): ο Βασίλης έχει διαβάσει πάρα πολύ και ποίηση και λογοτεχνία και είναι ένας άνθρωπος πάρα πολύ καλλιεργημένος και την ίδια στιγμή έχει τρομερή λαϊκότητα. Αυτά τα δύο συστατικά για εμένα σε έναν άνθρωπο δημιουργούν μια εκπληκτική καλλιτεχνική περσόνα.

Εκτός από αυτά έχει ένα ακόμα χάρισμα: είναι πάρα πολύ επικοινωνιακός και είναι παρορμητικός οπότε σε παρασύρει πολύ θετικά στο να συνεργαστείς και να δώσεις τον καλύτερο σου εαυτό. Αυτό το κάνει από τον πρώτο ηλεκτρολόγο μέχρι τον συνθέτη και τους ηθοποιούς, όλοι είμαστε στην ίδια συχνότητα συντονισμένοι, όλοι γουστάρουμε τρελά που δουλεύουμε με τον Βασίλη Κεκάτο και τελικά ακριβώς αυτό κάνει έναν καλό σκηνοθέτη.

Με προσέγγισε λοιπόν στην Κεφαλονιά, στη γενέτειρα και των δύο μας… το χωριό του είναι δίπλα από το χωριό του παππού μου. Βασικά, μου θυμίζει και λίγο τον παππού μου φατσικά, μου κάνει και ένα Deja vu, του το είχα πει (γελάει). Συναντηθήκαμε εν μέσω διακοπών εγώ και δουλειάς εκείνος και μου λέει «ρε σύ έχεις ένα πληκτράκι να δοκιμάσουμε κάτι;». Εγώ έχω πάντα μαζί μου πληκτράκι και λάπτοπ και πήγα από εκεί χωρίς να ξέρω κάτι κι εκείνη την στιγμή έγραψα το πρώτο κομμάτι βλέποντας μερικές σκηνές και μου φωνάζει: «ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ! ΤΟ ‘ΧΟΥΜΕ!».

«Τι το ‘χουμε» ρωτάω, και κάπως έτσι με έβαλε στον ενθουσιασμό του και στον κόσμο του Milky Way και μου έδωσε την ελευθερία να κάνω κάποια πράγματα που του πρότεινα ο ίδιος. Ήταν πάντως αντάξιος συνεργάτης των μουσικών παραγωγών, γιατί αγαπάει πολύ τη μουσική, καθώς ήταν πολλά χρόνια Dj. Μου είπε πράγματα που δεν τα λέει κάποιος έτσι εύκολα και νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο που εκτός από τα δικά μου κομμάτια, έχει επιλέξει τραγούδια που ταιριάζουν φανταστικά στη σειρά.

«Με το Milky Way, η τηλεόραση έχει κάνει ένα βήμα μπροστά»

Πηγή: athensfilmoffice.com

– Το Milky Way ταιριάζει και στη γενιά μας πάρα πολύ, είναι κάτι πολύ οικείο στα δικά μας «θέλω».

– Χαίρομαι πολύ και για αυτό, γιατί είναι δύσκολο μέσο η τηλεόραση, δεν είναι ένα μέσο το οποίο εγώ συμπαθώ ιδιαίτερα, αν και έχω περάσει από εκεί. Δηλαδή από την αρχή, το Milky Way μου έκανε εντύπωση που θα πάει σε ένα ελεύθερο ιδιωτικό κανάλι, αλλά, όπως φαίνεται, ο κόσμος το έχει αγαπήσει και η τηλεόραση έχει κάνει ένα βήμα μπροστά για να αναδείξουμε τα πράγματα που βάζουμε κάτω από το χαλάκι.

– Πιστεύεις ότι έχει αλλάξει η τηλεόραση από την εποχή που το ΕΣΡ έβαζε πρόστιμο 100.000 ευρώ στη σειρά του Παπακαλιάτη «Κλείσε τα μάτια» για ένα γκέι φιλί, μέχρι σήμερα στο Milky Way; Άλλαξε η τηλεόραση ή άλλαξε το κοινό που βλέπει τηλεόραση;

– Νομίζω ότι το κοινό της τηλεόρασης έχει μικρύνει, δηλαδή μεγάλο μέρος του κοινού έχει μεταφερθεί στις πλατφόρμες και σε άλλα μέσα προβολής ταινιών και σειρών, αλλά σίγουρα και η κοινωνία είναι πιο ανεκτική και πιο ανοιχτή. Υπάρχει ένα μεγάλο μέρος συντηρητικών προφανώς, αλλά αυτό πια δεν ακούγεται πολύ.

Υπήρξε μια έξαρση που αποτυπώθηκε από τη Χρυσή Αυγή την περίοδο 2015-2017 τότε, αλλά κάπως μαζεύτηκε αυτό το κοινό, όμως προφανώς το ακροδεξιό ακροατήριο ακόμα υπάρχει. Μετά λύπης μου διάβασα μάλιστα ότι ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής είναι ακροδεξιός, κατά των αμβλώσεων, ένας δεύτερος Τραμπ.

Στην Ελλάδα νομίζω ότι τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, όσον αφορά το κοινό γιατί το κοινό της τηλεόρασης αντανακλά την κοινωνία, δεν είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα. Το γεγονός –ας πούμε- ότι έρχεται ένας άνθρωπος, ο οποίος δηλώνει ανοιχτά ομοφυλόφιλος, και γίνεται αρχηγός ενός κόμματος, εγώ το βλέπω θετικά, ότι η κοινωνία δηλαδή πάει μπροστά.

Το γεγονός ότι ένα κομμάτι του κοινού και της κοινωνίας είναι εγκλωβισμένο σε μια συντηρητική έως οπισθοδρομική νοοτροπία είναι δεδομένο και πάντα θα υπάρχει, το θέμα είναι να μην ξεπερνάει το 10%, γιατί αν αρχίσει να το ξεπερνάει, τότε υπάρχει πραγματικά σοβαρό πρόβλημα.

– Μιας και που μιλάμε για τηλεόραση, θα θέλαμε να σε ρωτήσουμε για τη συμμετοχή σου στο «The Voice», γιατί ήταν ένα πρόγραμμα που σου έφερε πολύ μεγάλη αναγνωρισιμότητα.

– Βέβαια μου έφερε, όπως και το «Στην Υγειά μας ρε Παιδιά» (το σιγοτραγουδάει)! Πριν πάω στο «Στην Υγειά μας», το όριο ηλικίας στις συναυλίες μου ήταν τα 30 έτη, αφότου πήγα το όριο ηλικίας έφτασε τα 90 έτη! Είπα λίγα ρεμπέτικα, είπα το «Να το πάρεις το Κορίτσι» και άρχισαν να έρχονται εγγόνια μαζί με τις γιαγιάδες τους στις συναυλίες. Τώρα που τελείωσε το «The Voice», μπορώ να πω ότι κάπως το κοινό αυτό έχει μαζευτεί.

«Στη δεύτερη χρονιά του «The Voice», η συναυλία μου στην Πλατεία Νερού μάζεψε 12.000 άτομα»

– Αφότου έγινες περισσότερο αναγνωρίσιμος μέσω του «The Voice», υπήρχε μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία; Συμβαίνει αυτό στους μουσικούς όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με τους σκηνοθέτες, που στην αρχή είναι πιο πιεσμένοι και μετά από μια επιτυχία έχουν την ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν;

– Σε εμένα δεν συνέβη καθόλου αυτό, γιατί ήμουν ανέκαθεν ανεξάρτητος. Κάνω μόνος μου τις παραγωγές και τα περισσότερα πράγματα και έχω έναν συνεργάτη που είναι η δισκογραφική εταιρεία MINOS EMI που μου κάνει τη διανομή και με βοηθάει επικοινωνιακά. Στις συναυλίες, τους δίνω το υλικό μου και μετά από λίγο χρονικό διάστημα, αυτό επιστρέφει πάλι σε εμένα, γιατί εγώ είμαι στην ουσία ο παραγωγός.

Δεν άλλαξε λοιπόν κάτι στο τεχνικό κομμάτι της δουλειάς, το μόνο που άλλαξε είναι ότι έρχεται πολύς περισσότερος κόσμος στις συναυλίες. Σκεφτείτε ότι η Πλατεία Νερού στη δεύτερη χρονιά του «The Voice» είχε 12.000 άτομα, κάτι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει, γιατί η Πλατεία Νερού είναι τεράστια για όσους ξέρουν.

– Συνεπώς το πέρασμα σου από την τηλεόραση σου έφερε μόνο θετικά αποτελέσματα, σωστά;

– Ναι, μόνο καλά μου έφερε, και μου έφερε και κάτι άλλο πολύ πιο συγκινητικό που δεν το είχα καθόλου πριν μπω στην τηλεόραση: με προσέγγισε και πιο λαϊκός κόσμος που δεν με ήξερε και έτυχε να με μάθει μέσω του «The Voice», να ακούσουν τα τραγούδια μου και να τους αρέσουν. Με σταματούσαν στον δρόμο και μου έλεγαν ότι αρέσω στα παιδιά τους. Πετύχαινα κόσμο που πήγαινε στο μεροκάματο το πρωί, όταν εγώ γυρνούσα από το αεροδρόμιο από κάποιο ταξίδι.

«Αισθάνομαι ότι αυτή η πόλη είναι γαμάτη»

Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Να πάμε και στη Θεσσαλονίκη, όπου την αγαπάς και σε αγαπάει! Έρχεται και η συναυλία σου στις 2 Δεκεμβρίου στο Principal Club Theater! Πες μας λίγα λόγια για τη σχέση σου με την πόλη μας.

– Υπάρχει τέτοια αγάπη που πολλοί με μπερδεύουν και νομίζουν ότι είμαι Θεσσαλονικιός. Όταν τους είπα ότι θα πάω στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου μου είπαν: «τι ωραία θα πας στην πατρίδα σου» -εντωμεταξύ αυτό μου το λένε και άτομα που με ξέρουν (γελάει)!

Για κάποιο λόγο, υπάρχει τρομερό δέσιμο με αυτήν την πόλη και αυτό που συμβαίνει στις συναυλίες μου στη Θεσσαλονίκη δεν συμβαίνει πουθενά αλλού, το κοινό είναι παθιασμένο, δεν αφήνουν ούτε στίχο. Αγαπάω πάρα πολύ αυτήν την πόλη, έκατσα οχτώ ημέρες με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, αλλά δεν είναι μόνο το Φεστιβάλ.

Περνάω πολύ ωραία, μου αρέσει το Κέντρο, η αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης που είναι φοβερή σε σύγκριση με αυτήν την Αθήνας, έχει ξεχωριστά μαγαζιά που με κάνουν να νιώθω ότι βρίσκομαι σε ένα μέρος στο εξωτερικό, όταν έρχομαι. Αισθάνομαι ότι αυτή η πόλη είναι γαμάτη, προοδευτική, έχει βγάλει ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά και μουσικά ρεύματα και βλέπω ότι υπάρχει ένα κομμάτι πολύ πιο προοδευτικό από αυτό της Αθήνας. Υπάρχει βέβαια κι ένα μικρό ποσοστό, πολύ πιο συντηρητικό…

– Ας πάμε και λίγο πιο πίσω: επειδή το κοινό μας στην πλειοψηφία του σπουδάζει ακόμα, αλλά ταυτόχρονα έχει και καλλιτεχνικές επιρροές, θα θέλαμε να μας πεις λίγα λόγια για τις σπουδές σου, πώς επέλεξες να σπουδάσεις μαθηματικά και στατιστική στην Ιταλία, αλλά και το γιατί εν τέλει ακολούθησες τη μουσική.

– Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κοινωνία και η ελληνική οικογένεια αγκάλιαζε τα κλασσικά επαγγέλματα, σε σύγκριση με τα καλλιτεχνικά, οι εποχές όμως έχουν αλλάξει, γιατί νομίζω ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία δεν είναι πλέον ασφαλής και σίγουρη. Οπότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος και ο νέος ακολουθεί αυτό που αγαπάει γιατί η ζωή είναι μικρή.

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας το περνάμε σε έναν επαγγελματικό χώρο, οπότε πρέπει να κάνουμε κάτι που μας γεμίζει ψυχικά, αλλιώς θα έχουμε μια ελλειμματική προσωπικότητα. Στη δικιά μου περίπτωση, όπως και στη δικιά σας, που αν και φοιτητές νομικής ασχολείστε με τη δημοσιογραφία, θεωρήσαμε ότι πρέπει να κάνουμε παράλληλα και κάτι ακόμη, το οποίο μας προσφέρει και μια ψυχική ηρεμία.

Εγώ έκανα ταυτόχρονα και το επάγγελμα της στατιστικής και της μουσικής, μέχρι τη στιγμή που έπρεπε να διαλέξω ένα από τα δύο, γιατί με πήρε ο Διονύσης Σαββόπουλος στην οντισιόν του. Κι εκεί έκανα την επιλογή μου. Αν κάποιος θέλει να κάνει δύο πράγματα, καλό είναι να τα κάνει, αν πάλι πρέπει να επιλέξει, ας κάνει αυτό που αγαπάει κι ας πάρει τα ρίσκα του.

«Ο Μουζουράκης με έχει σώσει δύο φορές σε αυτήν τη ζωή»

Πηγή: queen.gr

– Τώρα που μας είπες για τον Διονύση Σαββόπουλο, θα θέλαμε να μας πεις μερικές συνεργασίες και στιγμές από την πορεία σου που είναι ξεχωριστές για εσένα.

– Σίγουρα ξεχωρίζω το «Φίλα με Ακόμα» του Μουζουράκη που μου το είχε στείλει με mail και μου έγραψε «τσέκαρε αυτόν τον στίχο». Στην αρχή, δεν έβγαζα νόημα από αυτά που είχε γράψει και του απάντησα:

ΚΜ: «Τι ελληνικά είναι αυτά που γράφεις; Εγκεφαλικό έπαθες;»

ΠΜ: «Δεν είναι δικός μου ο στίχος.»

ΚΜ: «Ποιανού είναι;»

ΠΜ: «Του Jovanotti, θες να στο στείλω στα Ιταλικά να το κάνεις μια καλύτερη μετάφραση;»

Και μου έστειλε το κομμάτι που ήταν το ιταλικό «Baciami Ancora». Τελικά όμως αλλάξαμε τον στίχο, δεν έγινε δηλαδή ακριβής μετάφραση. Θυμάμαι ότι μου στέλνει το τραγούδι να το ακούσω κι εγώ ήμουν στην Κάρυστο εκείνο το καλοκαίρι. Είχα νοικιάσει ένα σπίτι, έφυγα από την Αθήνα μόνος μου -εγώ και το ποδήλατο μου- και τον παίρνω τηλέφωνο και του λέω -εγώ η σνομπαρία: «ρε συ είναι πολύ pop για εμένα» και μου απαντάει «τι pop ρε μ@λ@κ@; μια χαρά, ωραία μπαλάντα είναι, αφού γράψαμε μαζί τον στίχο, έλα να το τραγουδήσουμε και μαζί».

Κάπως έτσι κάναμε το «Φίλα με Ακόμα», το οποίο δεν περίμενα ότι θα κάνει τέτοιο πάταγο, καθώς ήταν το πρώτο μου crossover. Ήταν η πρώτη φορά που με μάθανε και άτομα πλην του εναλλακτικού κοινού, γιατί μέχρι τότε έπαιζα στον Σταυρό του Νότου, στα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ, στα Φεστιβάλ του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και σε όλα τα εναλλακτικά, και ξαφνικά αρχίζουμε να παίζουμε στα MAD VMA και σε όλα τα σπίτια.

Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι είχε γίνει και τότε πρόταση για το «The Voice». Δύο χρονιές μου ζητούσαν να συμμετάσχω και εγώ αρνιόμουν, γιατί ακόμα ήθελα να είμαι εναλλακτικός. Είχα αυτό το κόμπλεξ, μέχρι που με πήρε τηλέφωνο ο Μουζουράκης και μου είπε: «Στο Φίλα με Ακόμα έπεσα έξω; Στο επόμενο The Voice θα είμαι κι εγώ, έλα κι εσύ να γίνει χαμός», κι έτσι πήγα! Ο Μουζουράκης με έχει σώσει δύο φορές σε αυτήν τη ζωή, γι’ αυτό κι εγώ θα του βαφτίσω την κόρη (γελάει), αλλά και γιατί τον ξέρω από το 2002, όταν ήταν ακόμα ο Θεσσαλονικιός με την μοϊκάνα!

– Αυτό το κομμάτι, το «Φίλα με Ακόμα», θυμάμαι να το ακούω στο Sony Ericson και ήταν η πρώτη επαφή που είχαμε με εσένα και τον Πάνο, το 2011. Πες μας για τα εμπόδια που συνάντησες στην καριέρα σου για να φτάσεις εδώ που είσαι σήμερα. Ποιο ήταν το κίνητρο σου;

– Η πρώτη δυσκολία που υπήρχε ήταν το ίδιο το είδος της μουσικής μου, καθώς δεν μπορούσε να ταξινομηθεί τη δεκαετία του 2000 που προσπαθούσα να ξεκινήσω, γιατί τότε ήταν το έντεχνο και το ποπ του Χατζηγιάννη. Ήμουν λοιπόν αταξινόμητος και οι δισκογραφικές δεν με ήθελαν, λέγοντας μου να διαλέξω ένα από τα δύο, καθώς δεν υπήρχε το κοινό που άκουγε και έντεχνο και ποπ.

Δεν το έβαλα κάτω όμως. Ξεκίνησα να κάνω τις συναυλίες μου, όπως ακριβώς το έκανα και στην Ιταλία με τους φίλους μου. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα κάποιες Πέμπτες σε ένα υπόγειο μαγαζί στου Ψυρρή που χωρούσε το πολύ 80 άτομα. Άρχισε να γίνεται ένα σούσουρο στη γειτονιά ότι υπάρχει μια μπάντα και ένας που τραγουδάει και παίζει ακορντεόν.

Οι 20 θαμώνες γίνανε 90 και δεν χωρούσαν να μπούνε, μέχρι που πήγαμε σε άλλο μαγαζί που πάλι δεν χωρούσαμε και ουσιαστικά όλο αυτό χτίστηκε σιγά-σιγά. Η πρώτη μου συναυλία με συνεργασία ήταν το 2007 με τη Νατάσα Μποφύλιου, τον Παναγιώτη Καλατζόπουλο και τη Βασιλική Καρακώστα στην «Εξέδρα». Όσο πλήθαιναν οι συναυλίες και μεγάλωνε η δισκογραφία, η πορεία άρχισε να είναι μόνο ανοδική.

Όσον αφορά το κίνητρο, το αγαπούσα πολύ, δεν υπήρχε κάτι άλλο να με κάλυπτε πέρα από τη μουσική. Δεν έφυγε ποτέ η αγάπη μου για τη μουσική, ακόμα και σε στιγμές που το μαγαζί που τραγουδούσα ήταν άδειο. Η μουσική είναι μια προσωπική υπόθεση, είναι κάτι που με κάποιον τρόπο μας κρατάει υγιείς.

– Πώς νιώθεις για την πορεία σου μέχρι εδώ; Έχεις κρατήσει την όρεξη σου για νέα όνειρα, δεδομένου ότι πολλά από αυτά τα έχεις πετύχει;

– Για μένα, όλη αυτή η πορεία είναι μια ατελείωτη παιδική χαρά, είναι ένας παιδότοπος που μπαίνω μέσα και ανακαλώ την παιδικότητα μου, όλο αυτό που κάνω είναι η λαχτάρα για ζωή. Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ολοκληρωθεί, κι αυτό δεν έχει να κάνει με την επιτυχία.

Είναι άκρως συγκινητικό να βλέπεις ένα Θέατρο Δάσους κι ένα Θέατρο Γης να είναι ασφυκτικά γεμάτα, αλλά αυτό από μόνο του δεν λέει κάτι, αν δεν αισθάνεσαι όλα τα παραπάνω, αν δεν έχεις τη μουσική στην ζωή σου, γιατί κάποιος μπορεί να ζει μόνο για το χειροκρότημα.

Εγώ δεν είμαι αυτή η περίπτωση, εμένα αυτό που με συνδέει είναι η αγάπη για τη μουσική και η αγάπη για να κάνω τους ανθρώπους να χαμογελούν, να περνάνε καλά, να πενθήσουν, να θυμούνται κάτι και να δακρύζουν. Η τέχνη μας φέρνει πιο κοντά.

«Υπήρξε μια Τετάρτη, που έφυγα από το μαγαζί γιατί δεν είχε έρθει κανένας»

Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Βλέπουμε ότι οι έντεχνοι καλλιτέχνες έχουν έναν «ανήφορο» μέχρι την αποδοχή του κόσμου, κάτι που δεν συμβαίνει στους καλλιτέχνες του λαϊκού ρεπερτορίου. Εσύ, αν εξαιρέσουμε το «Φίλα με Ακόμα», πότε ένιωσες ότι υπάρχει το κοινό και ένιωσες ικανοποιημένος;

– Από την πρώτη στιγμή, από το 2009. Γιατί είχα φανατικό κοινό και έναν πυρήνα ανθρώπων που ερχόταν συνέχεια. Όταν λοιπόν έχεις ένα κοινό, το οποίο σε ακολουθεί, είσαι ευτυχισμένος, ακόμα κι αν είναι πολύ μικρό και γεμίζεις ένα μπαράκι.

Εγώ έχω παίξει και στο μπαράκι του Βασίλη στη Διδώτου με τέσσερις έως έξι ανθρώπους μετρημένους, ή οχτώ μαζί με συγγενείς. Ήταν πικρό τότε να είσαι σε ένα μαγαζί που χωρούσε 60 άτομα και να ανοίγει η πόρτα νομίζοντας ότι μπαίνει κάποιος και να ήταν ο Βασίλης που απλά είχε βγει έξω για να καπνίσει.

Υπήρχε και μέρα, μια Τετάρτη, που έφυγα γιατί δεν είχε έρθει κανένας. Από την στιγμή που άρχισε να έρχεται κόσμος και είχα ένα σταθερό κοινό 150 ανθρώπων, ήμουν ευτυχισμένος.

– Δεν σκέφτηκες τότε, που έβλεπες άδειο το μπαράκι του Βασίλη να τα παρατήσεις; Πώς πείσμωσες και συνέχισες;

– Δεν το σκέφτηκα ποτέ, ακόμα και η τότε κοπέλα μου, έλεγε: «ρε συ Κωστή, γιατί δεν κάθεσαι στην πρωινή σου δουλειά; Αφού βλέπεις ότι δεν πάει… δεν μπορώ να νιώθω ασφάλεια, όταν είμαι με κάποιον που δεν μπορεί να βιοποριστεί, δεν μπορούμε να ζήσουμε έτσι, όσο κι αν αγαπώ εσένα και τη μουσική σου». Μετά από λίγο, χωρίσαμε. Αν δεν πάρεις ρίσκα, δεν γίνεται τίποτα. Και στον δρόμο να ήμουν παίζοντας με το ακορντεόν μου, πάλι ευτυχισμένος θα ήμουν.

– Τα κατάφερες όμως…

– Ναι, υπήρχε και μια τρύπα σε αυτό το μουσικό είδος, δεν εκφραζόταν αυτή η αισιοδοξία, μετά τον Κηλαηδόνη και τον Ζαμπέτα, κι ήμουν τυχερός που μπαίνοντας στη δισκογραφία, κάλυψα αυτό το κενό. Ίσως αυτή είναι η ορθολογική μου προσέγγιση. Υπήρχε ένα κενό που μετά ήρθαν κι άλλοι, η Μαρίζα Ρίζου, η Πέννυ Μπαλτατζή, ήρθαν συγκροτήματα με ήχο πιο παιχνιδιάρικο και πιο φωτεινό, αλλά μέχρι να εμφανιστώ δεν υπήρχε αυτό, υπήρχε μόνο το βαρύ έντεχνο.

– Υπάρχουν άτομα που σε ακολουθούν από το 2009 μέχρι σήμερα;

– Και από το 2003 και από το 2004. Τους βλέπω στις συναυλίες μου και αναγνωρίζω το πως έχουμε μεγαλώσει. Υπάρχουν και παιδάκια που με βλέπουν από παλιά και είναι τώρα φοιτητές, όπως μου είπατε κι εσείς όταν γνωριστήκαμε.

«Μου είναι δύσκολη η φάση να καταλάβω τι έχω κάνει»

Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Θέλουμε να σε ρωτήσουμε κάτι ιδιαίτερο: ο Φοίβος Δεληβοριάς για παράδειγμα, στα «Νούμερα» αυτοσαρκαζόταν με το «Ελεφαντάκι». Εσύ έχεις κάποιο τραγούδι σου που σε στοιχειώνει με το πέρασμα του χρόνου;

– Υπάρχουν στιγμές που με στοιχειώνουν όλα, που δεν μου αρέσει κανένα και λέω «αφήστε με, θα γράψω Milky Way τώρα και δεν θέλω τίποτα». Από την άλλη, υπάρχουν στιγμές που χαίρομαι τόσο για τα τραγούδια που έχω γράψει και τα τραγουδάμε παρέα.

Όλα αυτά που βγαίνουν είναι στιγμιότυπα ζωής. Μου είναι δύσκολη η φάση να καταλάβω τι έχω κάνει. Επειδή τα περισσότερα κομμάτια τα έχω γράψει εγώ και έχω εκθέσει μια στιγμή αδυναμίας και μια περίοδο της ζωής μου σε λαϊκή θέαση, αισθάνομαι λίγο περίεργα.

Η αυτο-αποκάλυψη δεν είναι εύκολο πράγμα και πολλές φορές έχω νιώσει έτσι. Υπήρξαν όμως και στιγμές που πάω σε κάποια συναυλία χωρίς όρεξη, και μετά σκέφτομαι: «τι βλάκας είσαι…πόσα πράγματα δεν θα είχες ζήσει αν δεν ερχόσουν… πόσο τυχερός άνθρωπος είσαι».

– Ραντεβού λοιπόν στις 2 Δκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη! Θα παίξεις και για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη τον νέο σου δίσκο, «Portofino».

– Ανυπομονώ! Είναι από τις περιπτώσεις που δεν θα σκεφτώ την απόσταση ή το ταξίδι, γιατί είναι ταξίδι αναψυχής για εμένα όποτε έρχομαι στη Θεσσαλονίκη! Έχω να παίξω πολύ καιρό σε κλειστό χώρο στη Θεσσαλονίκη, από το FΙΧ. Το περιμένω με λαχτάρα! Φέρνω και κάποιες αλλαγές, γιατί θα πω νέα τραγούδια, έχω βάλει και στο πρόγραμμα και κάποια τραγούδια που έχω καιρό να παίξω, όπως το «Εθισμός», αλλά και κάποιες νέες διασκευές.

Σας περιμένω λοιπόν!

Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης & Αφροδίτη Κεραμέως

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα