Πριν λίγες μέρες, έκανα κάτι που, καλώς ή κακώς, μου αρέσει να κάνω συχνά. Πήρα την απόφαση να μου αγοράσω ένα βιβλίο, ένα οποιοδήποτε βιβλίο, αγνοώντας τα διάσπαρτα αδιάβαστα στη βιβλιοθήκη μου (συνειδητή η επιλογή να μην τοποθετούνται όλα μαζί σε ένα ράφι), αλλά και τις άπειρες λίστες με όσα σκοπεύω να διαβάσω.
Έχοντας απολέσει προ πολλού κάθε αίσθηση του χρόνου, μπήκα στο βιβλιοπωλείο δεκαπέντε λεπτά πριν κλείσει – είμαι αυτή η απαίσια πελάτισσα- και άρπαξα το πρώτο βιβλίο που βρήκα μπροστά μου, βλέποντας μονάχα το όνομα του συγγραφέα (Περέκ) και έχοντας εντοπίσει φευγαλέα τη λέξη “μνήμη” στο οπισθόφυλλο.
Δεν είχα ποτέ ως τότε διαβάσει Περέκ, ενώ ήθελα καιρό, και πάντα με ενδιαφέρει να διαβάζω για τη μνήμη, απ’ όποια σκοπιά κι αν την πραγματεύεται κανείς. Ήταν μια ιδανική επιλογή της τελευταίας στιγμής, που πολύ απόλαυσα σε ένα κοντινό καφέ. “Απόλαυσα”, σημαίνει εδώ πως χρειάστηκε να περπατήσω σαράντα λεπτά, για να καθίσουν μέσα μου όσα διάβαζα και να πείσω τον εαυτό μου πως όντως, κάπως κάτι έχω καταλάβει.
Το βιβλίο ο Περέκ το διαποτίζει με θραύσματα των αναμνήσεών του, ψάχνοντας, ενώ γράφει, κι ο ίδιος να τις εντοπίσει: Ποιος είναι, πού γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, ποιος είναι ο τόπος ο δικός του, ποια είναι τα σχήματα, τα δικά του και των άλλων, που χώρεσαν μέσα τους τα παιδικά του χρόνια;
Η αφήγηση, θραυσματική και τεταμένη, διακόπτεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, από μία άλλη, μυθοπλαστική ιστορία για μια κοινωνία που σιγά-σιγά διαρθρώνεται, διαπνεόμενη από τα ιδεώδη του ολυμπισμού. Δεν θα προδώσω το τέλος, αλλά θα σας αποκαλύψω ότι οι δύο ιστορίες συνενώνονται και ο Περέκ δεν μάς χαρίζεται καθόλου-ευτυχώς.
Αυτό που, βασικά, μου κέντρισε το ενδιαφέρον, είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει ο Περέκ τη μνήμη. Στέκεται απέναντί της με απαρέγκλιτη δυσπιστία, δεν εμπιστεύεται ούτε τη δική του, ούτε και των άλλων. Θέλει διαπιστευτήρια: φωτογραφίες, μαρτυρίες, αρχεία, που αποδεικνύουν ότι όσα νομίζουμε πως συνέβησαν, έχουν πράγματι συμβεί, δεν αποτελούν αποκύημα της φαντασίας μας, παρηγοριά του πόνου μας, δικαιολογία για τον θυμό μας ή χειραγώγηση της σκέψης μας από όσους καλοθελητές την επιδιώκουν.
Είναι μεγάλη πλανεύτρα η μνήμη. Ανακατασκευάζεται ήδη από την αρχή της παγίωσής της, διαμορφώνει συνειδήσεις, σχέσεις, κοινωνίες, την ιστορία ολόκληρων λαών. Είναι η μόνη παρακαταθήκη που έχουμε για τα πεπραγμένα, το σημείο αναφοράς μας, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή για εμάς η ύπαρξη και τοποθετείται σε έναν ορισμένο χρόνο και έναν ορισμένο τόπο.
Η μνήμη μοιάζει να απασχολεί πολύ τους ανθρώπους που γράφουν, συχνά είναι αυτή που υφαίνει την ίδια τη γραφή. Το πιο χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα που μου ’ρχεται στον νου είναι ίσως αυτό της Annie Ernaux, που μετατοπίζει την προσωπική αφήγηση από το “εγώ” στο “εμείς”, στην ιστορία, δηλαδή, ενός ολόκληρου λαού και μιας ολόκληρης γενιάς.
Εκείνη επιχειρεί να ψηλαφίσει τα αποτυπώματα των αναμνήσεών της (όσων αντέχει και όσων αντέχουμε κι εμείς, με σκοπό να εντοπίσει ποιες από τις θύμησές της αποτελούν κτήμα δικό της και ποιες πιστώνονται στην κοινωνική της τάξη, στον τόπο που μεγάλωσε, στην εποχή που την ωρίμασε και στα γεγονότα αυτής.
Για να το επιτύχει αυτό, η Ernaux αφουγκράζεται -άλλοτε δειλά κι άλλοτε θαρρετά- το σώμα και τη δική του μνήμη. Αυτή της η δυσπιστία απέναντι στις γνωστικές αναπαραστάσεις όσων έχουν συμβεί ήταν που μου θύμισε πολύ τον Περέκ. Κανείς τους δεν εμπιστεύεται αβλεπί τις αναμνήσεις του: εκείνος θέλει απτές αποδείξεις, εκείνη έχει την ικανότητα να επιστρέφει στο σώμα της.
Αν ο Περέκ καταγίνεται με την προσωπική μνήμη, για να συγκροτήσει την ταυτότητά του (ανεπιτυχώς ή επιτυχώς) κι αν η Ernaux την αναγάγει από προσωπική σε κοινωνική, για να την τοποθετήσει σ’ ένα πιο στέρεο πλαίσιο και να την καταλάβει, η Toni Morrison αφορμάται από το ατομικό τραύμα, το αναβιβάζει σε οικογενειακό, κοινοτικό και, εν τέλει, συλλογική πληγή εγγεγραμμένη στην ιστορική μνήμη.
Για τη Morrison, το παρελθόν συντίθεται από γεγονότα που διαποτίζουν κάθε παροντική συνθήκη, συνθλίβοντας τα όρια του προσωπικού χωροχρόνου και ενοποιώντας το “εγώ” με το ιστορικό “εμείς”. Η αφροαμερικανική εμπειρία, στην οποία δίνεται λόγος αποστομωτικός και αποκαρδιωτικός, δεν συζητιέται στη σφαίρα του αποστασιοποιημένου ιστορικού παρελθόντος αλλά ως μία ασυνεχής συνθήκη που χαράσσεται στη μνήμη και διαμορφώνει την κοινωνική πραγματικότητα στο τώρα- σε κάθε τώρα.
Η σκέψη που έμεινε στο τέλος, γιατί ακατάσχετα ήρθαν στο μυαλό μου όλες αυτές οι αναγνωστικές εμπειρίες, είναι ο τρόπος με τον οποίο τραυματικά γεγονότα ζουν στη μνήμη γενεών που δεν τα έζησαν οι ίδιες, αλλά τα κληρονόμησαν ακουσίως. Οι αφηγήσεις και τα πάσης φύσεως αποτυπώματα που αφήνουν πίσω τους τα μεγάλα του κόσμου τραύματα είναι, φαινομενικά, ο απόηχος μιας παρελθοντικής ντροπής. Μάλλον, όμως, αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο εγγράφεται κάθε νέα ιστορία, κάθε νέα μνήμη και κάθε ζωή που την κουβαλάει.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στο Hiroshima, mon amour, όπως το έγραψε η Marguerite Duras και όπως το μετέφερε κινηματογραφικά ο Alais Resnais. Εκεί είναι σαφής και ματαιωτική η ταπείνωση που επιφέρει, σε ατομικό επίπεδο, αλλά κυρίως στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, η επίγνωση της ιστορίας και η επιστροφή σε όσα ανεπιστρεπτί καθόρισαν μια ολόκληρη εποχή. Ενέχει μεγάλο προσωπικό βάρος η στάση ενάντια στην αποσιώπηση του συλλογικού κακού.
Και, τελικά, προσωπική ή συλλογική, τι είναι η μνήμη, όταν την αποτυπώνουμε στο χαρτί; Νομίζω πως μάλλον δεν είναι μια ευθεία γραμμή, δεν έχει αρχή, μέση και τέλος, όπως πολύ θα θέλαμε για να ανακουφιστούμε κάπως. Είναι ένα κράμα στιγμών, συμβάντων, πραγμάτων που αισθανθήκαμε και μας ταρακούνησαν, που όλα μαζί αναμοχλεύονται και παρουσιάζονται κατά τη βούλησή τους.
Κι αν το “εγώ’’ παύει σταδιακά να ανήκει μονάχα στον εαυτό του και μετατρέπεται σε “εμείς”, όπως βλέπουμε να συμβαίνει, είναι γιατί έχουμε ανάγκη να υπάρχουμε μαζί με άλλους. Είναι μεγάλη για εμάς παρηγοριά να μοιραζόμαστε τους πόνους μας, να έχουμε ένα σημείο αναφοράς, μία, έστω υποτυπώδη, αίσθηση ταυτότητας. Μια κοινή μνήμη, με άλλα λόγια.
Πάντως, χρειάζεται να προσέχουμε. Γιατί ίσως μπορεί να δραπετεύσει κανείς από την ιστορία του την προσωπική, από τα λάθη, τις ματαιώσεις, τα ανομήματα. Η ιστορική μνήμη, όμως, είναι το σύννεφο που περιβάλλει τον κοινό μας τόπο, και από το οποίο κανείς μας δεν ξεφεύγει. Δεν μας δίνεται περιθώριο διαφυγής από τα τερατώδη λάθη μας. Και, λυπάμαι, δεν έχουμε αυτό το δικαίωμα.





