Είναι οκτώ η ώρα το πρωί στη στάση Châtelet, τη μέκκα της δημόσιας ούρησης στο κέντρο της πόλης- απόγειου του Δυτικού Πολιτισμού, του Παρισιού. Μια αειθαλής Παριζιάνα (που ίσως και να μεγάλωσε στη Λιλ, να σπούδασε στο Μπορντώ και να εγκαταστάθηκε στην πόλη-θαύμα μόλις πριν δύο χρόνια) σκύβει να τοποθετήσει νέο επίδεσμο στο πέλμα της, που παλεύει να μην εκραγεί μέσα στις -κομψότατες- μπαλαρίνες,χρώματος ιβουάρ, κομποζαρισμένες φίνα, αλλά κάπως υπερβολικά ασφαλώς, με την μπλε ρουά φούστα.
Το βαγόνι είναι φίσκα και κάπως ντρέπεται που επιδίδεται σε αυτό το έργο μέσα στο μετρό, αλλά το πόδι της είναι κατακόκκινο και έχει πρηστεί και σε λίγο θα δυσκολεύεται να χωρέσει στο παπούτσι- κανονικότατος δημόσιος διασυρμός. Στρέφεται στη γωνία και συμμαζεύει την κατάσταση όπως-όπως, μαζεύοντας με ένα χαρτομάντηλο το αίμα που έχει λερώσει τον πάτο του παπουτσιού- όχι πάλι, ρε γαμώτο.
Στο μεταξύ έχει αγχωθεί τόσο, που είναι ένα βήμα πριν βγάλει το πακέτο από την τσάντα της, αλλά έχει υποσχεθεί στον εαυτό της πως πάει, τελείωσαν αυτά. Κάνει υπομονή, εισπνοή-εκπνοή, δυο στάσεις ακόμα και φτάσαμε. Δεν αξίζει να χαλιόμαστε για δύο στάσεις.
Μέχρι τις πέντε, που θα σχολάσει, θα έχει φτιάξει κατά μέσο όρο δέκα καφέδες (όχι, δεν πληρώνεται γι’ αυτό), θα έχει μάθει όλες τις νέες συνταρακτικές εξελίξεις για μια έκθεση στην οποία δεν έχει προσκληθεί καν (θεωρούσε δεδομένη την πρόσκληση, αλλά μάλλον τίποτα δεν είναι δεδομένο όταν είσαι απλώς υπάλληλος και μόλις για επτά μήνες, σοβαρέψου, κοπέλα μου), θα διαβάσει τρία διαφορετικά παραμύθια στο δίχρονο της συναδέλφου της (που την συμπαθεί πολύ και πόσο σπουδαίο είναι αυτό που κάνει και εγώ δεν θα μπορούσα με τίποτα).
Ακόμη, θα απαντήσει σε δεκάδες email, θα ξεχάσει να φάει, θα μπουκώσει μισό σάντουιτς δύο λεπτά πριν το μεγάλο μίτινγκ, ελπίζοντας πως δεν έχει μείνει τίποτα στα δόντια της, μην γίνουμε και περίγελος. Θα τελειώσει λίγο αργότερα από το αναμενόμενο και θα το πάρει, επιτέλους, απόφαση πως τα πόδια της δεν έχουν -κυριολεκτικά- κουράγιο για τίποτα. Θα γυρίσει σπίτι στις επτά και μισή, θα οριζοντιωθεί στον καναπέ μέχρι τις δέκα, όπου πια, ήρθε η ώρα να πλυθεί, να γίνει άνθρωπος και να πέσει να κοιμηθεί.
Τα Σαββατοκύριακα μεταμορφώνεται. Διαφορετικά, το θηρίο που με τόσο κόπο έθρεφε μέσα στην εβδομάδα, θα ορμούσε να κατασπαράξει όλη την πόλη. Η μεταμόρφωση αρχίζει την Παρασκευή το βράδυ. Τα ματωμένα πέλματά της, που κάθε μέρα παλεύουν να μην την προδώσουν, τα νιώθει μουδιασμένα, σαν το αίμα της να μην φτάνει πια ως εκεί κάτω. Το πρωί του Σαββάτου, έχουν πια μετουσιωθεί σε φτερωτά σανδάλια και η ίδια πλέον ίπταται, έχει νικήσει τη βαρύτητα, που τόσο την δυσκόλευε πρωτύτερα.
Είναι ξύπνια από το πρωί, δηλαδή από τις εννέα, και πίνει αργά-αργά τον καφέ της. Κάθε γουλιά είναι κι ένας κόμπος που αγνοεί, μέχρι που ο λαιμός της κλείνει. Το αγνοεί, δεν την απασχολούν τέτοια θέματα. Τώρα έχει, τουλάχιστον, τα πόδια της.
Θα φύγει από το σπίτι με τα κόκκινα γυαλιά της, που όλα γύρω σινεμά τα βλέπουν και ως άλλη Άννα Καρίνα θα περιφερθεί ανέμελη σε δρόμους γνώριμους που τώρα, σαν πρώτη φορά, τους περπατάει. Θα τα ξεχάσει όλα, θα παραδώσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της στην ξεγνοιασιά της λήθης και θα απιθώσει τα κουρασμένα μέλη της σε γρασίδια κήπων που υπόσχονται ανακούφιση από πόνους κάθε τύπου.
Θα μείνει εκεί για ώρες, θα αφεθεί και θα ξυπνήσει πρησμένη και μισοχαμογελαστή. Δεν το ‘θελε καθόλου να μοιάζει σαν να βγήκε από ταινία κι αν της έδινες έναν καθρέφτη να δει τον εαυτό της, θα κρατούσε τα μάτια της σφαλιστά και θα ένιωθε μέσα της μια φρίκη απερίγραπτη.
Θέλει πολύ να το πιστέψει πως τα ανακατεμένα της μαλλιά, τα πρησμένα μάτια, τα ματωμένα πέλματα είναι διαφορετικά σ’ αυτό το μέρος, πως έχουν νόημα, πως αυτή η ίδια έχει νόημα, πως είναι μια άλλη, που καμιά σχέση δεν έχει με αυτή που ήταν, πως πρέπει να προσπαθήσει κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο μέχρι να σκιστούν τα πέλματα και να τρέχει ρυάκι το αίμα και αυτή να κάνει το σώμα της βάρκα και να κάνει κουπί και επί ματαίω να παλεύει να ξεφύγει από τα τέρατα που έπλασε η ίδια.
Η πόλη; Είναι μια φρίκη, ναι. Την μισεί. Εντάξει; Και δεν έχει βρει ακόμη πόλη που να μην μισεί. Και έχει καταλήξει, έπειτα από μακρά και κοπιώδη μελέτη, στο εξής συμπέρασμα: όσο πιο όμορφη καμώνεται πως είναι μια πόλη, τόσο πιο βουτηγμένη στη σήψη της είναι στ’ αλήθεια.
Δεν ξέρει σε ποια πόλη ανήκει. Δεν ξέρει καν αν ανήκει σ’αυτή την ίδια. Αισθάνεται αποδημητικό πτηνό, που δεν είναι και να το εμπιστεύεσαι και πολύ. Θέλει να βγει από το δέρμα της , να πετάξει τις μπαλαρίνες και τις φούστες στο ποτάμι, να εξαϋλωθεί. Θέλει να μη νοιάζεται για τίποτα και για κανέναν. Θέλει να αποχαιρετήσει την πόλη, μα είναι τόσο κρίμα να φύγει. Θα μείνει. Η πόλη θα αλλάξει. Εμείς θα αλλάξουμε. Όχι. Εμείς θα γίνουμε η πόλη.
Θα φοράμε τα γιορτινά μας και το πιο γλυκό μας χαμόγελο. Θα στολιζόμαστε, θα γινόμαστε λαμπρότεροι απ’ τα φώτα της. Θα λέμε πολλά ψέματα το ένα στο άλλο και θα μένουμε σφιχταγκαλιασμένα μέχρι το πρωί. Στο τέλος θα σιχαθούμε την πολλή εγγύτητα και θα βουβαθούμε, μέχρι να μας περάσει η σιχασιά.
Η πόλη θα είναι η ωραία σαν μύθος. Θα αποκτήσει σχήμα και νόημα, θα φωτίσει κι εμάς, που διψάμε για το φως της. Θα γεράσουμε και θα θαφτούμε στο χώμα της. Κανείς δεν
θα μάθει τι έγινε στο μεταξύ. Όμως, έκπληξη! Εμείς θα ξέρουμε.








