Η εξουσία του ‘πρέπει’ που σκλαβώνει το ‘θέλω’
Στη σημερινή κοινωνία παιδιά, έφηβοι, νεαροί ενήλικες φαίνεται να μεγαλώνουν με μία βασική υπόσχεση: ότι μπορεί να τα καταφέρουν όλα και καλύτερα από τους προηγούμενους. Να σπουδάσουν, να εξελιχθούν, να ταξιδέψουν, να έχουν κοινωνική ζωή, καλή ψυχική υγεία, σωστή σχέση, επιτυχημένη καριέρα, ενδιαφέροντα, παραγωγικότητα και ταυτόχρονα να παραμένουν συνεχώς «καλά». Άλλωστε, έχουν όλα τα εφόδια να το κάνουν, πόσο συχνά ακούγονται φράσεις όπως ‘εσάς δεν σας έλειψε τίποτα’;
Κάπου σε αυτή τη διαδρομή, η ελευθερία του ‘έχεις την δυνατότητα να γίνεις ό,τι θέλεις’ μετατράπηκε βίαια και γρήγορα σε ‘πρέπει να γίνεις τα πάντα’. Οι νέοι σήμερα δεν κουράζονται μόνο από τις υποχρεώσεις τους. Στην κούρσα ανταγωνισμού, φαίνεται να κουράζονται από τη διαρκή αίσθηση ότι οφείλουν να εξελίσσονται συνεχώς, να αποδεικνύουν την αξία τους και να μην μένουν ποτέ πίσω. Σημαιοφόρος αυτής της συνθήκης είναι η φράση που μεγάλωσε γενιές και γενιές ‘δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω’.
Τι μπορεί να άλλαξε ανά τα χρόνια;
Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι διαχρονικά η σύγκριση υπάρχει στις κοινωνίες, δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι η αύξησή της στην κοινωνία του σήμερα είναι γεγονός. Παλαιότερα, οι άνθρωποι συγκρίνονταν κατά κύριο λόγο με το οικείο, κοντινό τους περιβάλλον. Σήμερα η σύγκριση είναι αδιάκοπη, παγκόσμια και άνιση πολλές φορές. Μέσα από τα social media, οι ζωές των άλλων εμφανίζονται διαρκώς μπροστά μας: κάποιος ταξιδεύει, κάποιος πέτυχε επαγγελματικά, κάποιος γυμνάζεται καθημερινά, κάποιος ‘βρήκε τον εαυτό του’, κάποιος δείχνει πάντα χαρούμενος.
Η επιτηδευμένη εικόνα επιτυχίας, αναγνωρισιμότητας είναι διάχυτη παντού. Τα success stories μπροστά σε κάθε οθόνη. Όλοι αυτοί που από το μηδέν κατάφεραν να κατακτήσουν την κορυφή είναι εκεί για να σου δώσουν συμβουλές, συνεπώς αν εσύ δεν το έχεις καταφέρει ακόμα, δεν προσπάθησες αρκετά, πρέπει να προσπαθήσεις και άλλο. Ακόμα και αν συνειδητοποιήσουμε και σκεφτούμε το επίπλαστο της υπόθεσης, δεν παύει να ερχόμαστε διαρκώς σε επαφή με έναν πήχη, κοινωνικό και διαρκώς αυξανόμενο. Όλα είναι θέμα προπόνησης, θέλησης, πίεσης, πρέπει να πονέσεις για να τα καταφέρεις.
Η αθέατη εξάντληση
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά βιώματα των νέων σήμερα είναι μια βαθιά, διαρκής κόπωση που συχνά δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Πολλοί περιγράφουν ότι νιώθουν εξαντλημένοι ακόμη κι όταν «δεν κάνουν τόσα πολλά» ή όταν η καθημερινότητά τους δεν φαίνεται αντικειμενικά πιο δύσκολη από άλλες εποχές. Κι όμως, η κούραση αυτή είναι πραγματική. Δεν είναι δικαιολογία για να τεμπελιάσουν ή γιατί η νεότερη γενιά είναι ‘μαλθακή’.
Δεν πρόκειται μόνο για σωματική κόπωση από υποχρεώσεις, δουλειά ή διάβασμα. Πρόκειται κυρίως για μια ψυχική εξάντληση που δημιουργείται από τη συνεχή ανάγκη να είναι κανείς διαρκώς ενεργός, διαθέσιμος και λειτουργικός. Οι νέοι καλούνται καθημερινά να ανταποκρίνονται σε πολλούς ρόλους ταυτόχρονα: να είναι παραγωγικοί, κοινωνικοί, ενημερωμένοι, συναισθηματικά ισορροπημένοι, οικονομικά ανεξάρτητοι και συνεχώς εξελισσόμενοι.
Ακόμη και οι στιγμές ξεκούρασης συχνά δεν βιώνονται πραγματικά ως ξεκούραση. Το κινητό παραμένει ανοιχτό, οι ειδοποιήσεις συνεχίζονται, η σύγκριση με τις ζωές των άλλων δεν σταματά ποτέ. Υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση ότι κάτι πρέπει να γίνει, ότι κάποια ευκαιρία χάνεται, ότι κάποιος άλλος προχωρά πιο γρήγορα. Έτσι, ο εγκέφαλος παραμένει σε συνεχή εγρήγορση, χωρίς ουσιαστικό χώρο για αποφόρτιση.
Ταυτόχρονα, πολλοί νέοι νιώθουν ότι δεν επιτρέπεται «να λυγίσουν». Υπάρχει μια αόρατη πίεση να συνεχίσουν να αποδίδουν ακόμη κι όταν νιώθουν ψυχικά κουρασμένοι. Να είναι καλά, να τα προλαβαίνουν όλα, να μην μένουν πίσω. Κι όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν στους ρυθμούς αυτούς, συχνά στρέφουν την απογοήτευση προς τον εαυτό τους, πιστεύοντας ότι δεν προσπαθούν αρκετά.
Όσο παράγω, αξίζω
Μέσα σε αυτή τη διαρκή πίεση για εξέλιξη και επιτυχία, πολλοί νέοι αρχίζουν σταδιακά να ταυτίζουν την προσωπική τους αξία με όσα καταφέρνουν. Η αυτοεκτίμηση δεν βασίζεται πλέον τόσο στο ποιος είναι κάποιος, αλλά στο πόσο αποδοτικός, οργανωμένος, δραστήριος ή επιτυχημένος δείχνει να είναι. Αν το σκεφτεί κανείς, συμπεριφερόμαστε στους εαυτούς μας, όπως τα άλογα κούρσας, όταν πια παύουν να είναι αποδοτικά, δεν έχουν λόγω ύπαρξης.
Αυτή η λογική ενισχύεται έντονα και από το κοινωνικό περιβάλλον. Ζούμε σε μια εποχή όπου η παραγωγικότητα προβάλλεται σχεδόν ως χαρακτηριστικό προσωπικής αξίας. Η συνεχής απασχόληση θεωρείται επιτυχία, ενώ η ξεκούραση συχνά παρερμηνεύεται ως τεμπελιά ή στασιμότητα. Ακόμη και η αυτό-φροντίδα πολλές φορές παρουσιάζεται σαν κάτι που πρέπει να γίνει «σωστά» και αποδοτικά, μετατρέποντας μέχρι και την ξεκούραση σε έναν ακόμη στόχο προς επίτευξη.
Τι θα συνέβαινε αν…;
Αρχίσουμε να βλέπουμε διαφορετικά την έννοια της επιτυχίας; Όχι μόνο ως επίτευξη στόχων, αλλά και ως δυνατότητα να ζει κανείς με περισσότερη ισορροπία, ξεκούραση και αυθεντικότητα. Να μπορεί να κάνει παύσεις χωρίς ενοχή. Να αλλάζει πορεία χωρίς να αισθάνεται αποτυχημένος. Να μην πιέζεται να έχει όλες τις απαντήσεις από τόσο νωρίς. Να μπορεί να έρθει σε επαφή με όλες τις πλευρές του εαυτού του και όχι μόνο με τις παραγωγικές. Να μπορεί να μετράει τη ζωή ως αναμνήσεις, εμπειρίες, συναισθήματα και όχι ως στόχους, αριθμούς, challenges.
Η αξία ενός ανθρώπου δεν θα έπρεπε να καθορίζεται αποκλειστικά από την παραγωγικότητά του, ούτε από το πόσα καταφέρνει μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από την ικανότητα του να λειτουργεί κάτω από πίεση, αλλά από τι άνθρωπος είναι, πώς αγαπάει, πώς φροντίζει και πώς φροντίζεται, αν σέβεται τον συνάνθρωπο του, τι αξίες έχει κ.α.
Σε μια εποχή που ζητά συνεχώς περισσότερα, ίσως η πιο ουσιαστική μορφή φροντίδας είναι να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να είναι ανθρώπινος. Ας αλλάξουμε το ‘δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω’, σε ‘μπορώ να μην θέλω’.








