Μιχάλης Νταγγίνης: «Στη λογοτεχνία και τη δικηγορία βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμη και για τις χειρότερες συμπεριφορές»

Στο παρθενικό του βιβλίο, ο Μιχάλης Νταγγίνης μας συστήνει τη γενιά των 30… Τη δική του γενιά, μέσα από τις σκέψεις, τα χρώματα και τις αντιφάσεις της.

Μια γενιά «βουβή», απολιτίκ, ατομικιστική, η οποία είδε τα καλύτερά της χρόνια να επισκιάζονται από διαδοχικές κρίσεις που διατάραξαν μονομιάς τις βεβαιότητες με τις οποίες μεγάλωσε.

Με σημείο αναφοράς τη δικηγορική του ιδιότητα, ο συγγραφέας αναμετριέται με τη γενιά του, ταυτόχρονα όμως την υπερασπίζεται και της αναγνωρίζει πολλά ελαφρυντικά!

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Πατημένα Τριάντα» (εκδ. Διόπτρα) σε Αθήνα (28/4)* και Θεσσαλονίκη (8/5)**, συναντήσαμε τον Μιχάλη σε ένα καφέ της Πλατείας Ναυαρίνου, όπου μας μίλησε για τα βιώματα της «χειρότερης γενιάς», τα οποία διαμορφώνουν με λογοτεχνική μαεστρία τους πολύπλοκους χαρακτήρες της ιστορίας του.

Τον ευχαριστούμε πολύ!

 – Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη λογοτεχνία; Θυμάσαι το πρώτο βιβλίο που διάβασες;

– Από την παιδική λογοτεχνία δεν μπορώ να θυμηθώ και πολλά πλην των βιβλίων του Τριβιζά που ήταν το «must» της εποχής μου. Η αλήθεια είναι ότι η σχέση μου με την ενήλικη λογοτεχνία ξεκινά στη Β’ Λυκείου, όπου αρχίζω να σοβαρεύομαι και να ανακαλύπτω και αυτή την πτυχή μου μέσα από τις βιβλιοπροτάσεις κάποιων καθηγητών μου.  Μέχρι τότε μου έβγαινε μια πολύ μεγάλη άρνηση προς το βιβλίο, τη γνώση, τα εξωσχολικά ερεθίσματα.

Μας πρότειναν τότε το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» του Γιάλομ, το οποίο ήταν βατό, ήταν δηλαδή ένα κείμενο που μπορούσες να συνδεθείς και να το αγαπήσεις. Έτσι ξεκίνησα να αγαπώ τη λογοτεχνία και το ταξίδι στη μυθοπλασία.

– Πότε ξεκίνησε η ιδέα του να γράψεις κάτι δικό σου;

– Δεν είχα πάντα στο μυαλό μου να γράψω, παρόλα αυτά μέχρι τα Πατημένα Τριάντα είχα κάνει δύο απόπειρες. Η πρώτη ήταν στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. Τραγωδία! Η δεύτερη ήταν λίγο πιο συνειδητοποιημένη, όταν ξεκίνησα το διδακτορικό, όπου είχα γράψει περίπου 60 σελίδες. Το διδακτορικό, ωστόσο, τα παρέσυρε όλα. Η τρίτη και φαρμακερή, που ήταν τα Πατημένα Τριάντα, ήταν εντελώς αυθόρμητη και πηγαία.

– Σε βρήκε η μούσα, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο!

– Αυτό που ακούγεται τελείως κλισέ, εγώ το βίωσα πραγματικά σαν μία επιφοίτηση. Ξέρω ότι ακούγεται περίεργο, αλλά ήταν έτσι! Μου ήρθε μια φλασιά, ένα απόγευμα, και είπα «ώπα, πρέπει να γράψω». Άνοιξα το λάπτοπ και ξεκίνησα να γράφω, χωρίς να ξέρω πού με πήγαινε το κείμενο. Κατέγραφα απλά σκέψεις, χωρίς να υπάρχει πλοκή ή κάτι στο μυαλό μου για το πώς θα συνεχιστεί. Με πήγαινε η ιστορία μόνη της…

«Όπου υπήρχε φορτισμένο λάπτοπ, υπήρχα κι εγώ με το βιβλίο»

Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Πού έγραφες και πότε; Υπάρχει και αυτή η στερεοτυπική-ρομαντικοποιημένη εικόνα των συγγραφέων να γράφουν στο σαλόνι τους, χαμένοι στις σκέψεις τους…

 – Θα έπρεπε να δώσω μία απάντηση τύπου «αποσυρόμουν στο ανάκλιντρό μου, στα ιδιαίτερα δώματά μου, με το προσωπικό μου σημειωματάριο και τα έγραφα στο χέρι (γέλια)!». Η αλήθεια όμως είναι ότι γράφω στο λάπτοπ! Δεν ξέρω κανέναν που να γράφει πλέον στο χέρι! Έγραφα παντού, στο σπίτι, σε καφέ στα Εξάρχεια, όπου μένω, στο δικηγορικό γραφείο, στα δικαστήρια, σε ταξίδια! Όπου υπήρχε φορτισμένο λάπτοπ, υπήρχα κι εγώ με το βιβλίο. Θυμάμαι, είχαμε πάει διακοπές με την παρέα στην Τήνο. Αυτοί πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα κι εγώ έμενα στην αυλή του σπιτιού που είχαμε κλείσει και έγραφα μέχρι να γυρίσουν.

«Δεν θέλω να γράφω με καλούπια, θέλω να αφήνομαι και να επιστρέφω»

– Άρα, καταλαβαίνουμε, ότι σου αρέσει να δημιουργείς δικούς σου κόσμους.

 – Είναι βασικό αυτό και πρέπει να έχεις την ικανότητα να το κάνεις, αλλιώς είναι δύσκολο να γράψεις λογοτεχνία. Γιατί αν θέλεις να μιλήσεις για τον κόσμο, χωρίς να θέλεις να δημιουργήσεις τον δικό σου, δεν γράφεις λογοτεχνία και πηγαίνεις σε άλλα είδη.

Σίγουρα κάποιοι συγγραφείς έχουν την ικανότητα και σχεδιάζουν την πλοκή: αρχή, μέση, τέλος. Εγώ το θεωρώ κακό. Πρώτα απ’ όλα, θέλω να εκπλήξω εμένα. Να αιφνιδιαστώ από αυτό που μου ήρθε στο μυαλό και να αφήσω την ιστορία να με παρασύρει. Αμφιβάλλω ότι μπορεί να σε παρασύρει η ιστορία, όταν έχεις βάλει από την αρχή τις βάσεις της. Εγώ δεν θέλω να γράφω με καλούπια, θέλω να αφήνομαι και να επιστρέφω.

Ακόμη και συγγραφείς όπως ο Στίβεν Κινγκ, ο οποίος γράφει λογοτεχνία τρόμου, στην εισαγωγή του Salems Lot λέει ότι είναι καταστροφικό για έναν συγγραφέα να σχεδιάζει την πλοκή. Πρέπει να αφήνεται στην ιστορία και όπου τον πάει. Νομίζω ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις.

– Αντιμετώπισες κάποια στιγμή το λεγόμενο writers block;

 – Όχι, δεν το αντιμετώπισα. Τουλάχιστον στο πρώτο μου. Πολύ πρόσκαιρα, σε κάποια σημεία μόνο, που είπα ότι εδώ πρέπει να μου έρθει κάτι καλύτερο. Δεν είχα σοβαρό πρόβλημα έμπνευσης, ίσως επειδή το βιβλίο αυτό έχει να κάνει με τα βιώματα της γενιάς μου και εμπεριέχει πάρα πολλές εικόνες, ανησυχίες και σκέψεις, οι οποίες μoυ είναι οικείες.

«Πολύ δύσκολα συνδεόμαστε πραγματικά με ανθρώπους από άλλες γενιές»

– Ποιους αφορά το βιβλίο σου, «Πατημένα Τριάντα»;

– Αν το πάρουμε με τη ροή της μυθοπλασίας, το βιβλίο αφορά κατά βάση τη γενιά του ’80 και του ’90. Κάποιοι από τους πρωταγωνιστές είναι γεννημένοι στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Διατρέχει στην ουσία τις γενιές εκείνες που μεγάλωσαν και τριαντάρισαν κατά τη διάρκεια των κρίσεων που ξεκίνησαν το 2009 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Άρα καταλαμβάνει και νεότερους, αλλά και ανθρώπους που μπορεί να είναι σήμερα 45 χρονών. Αυτό το target group θα νιώσει ότι τα βιώματά του υπάρχουν μέσα στο βιβλίο.

Ένας από τους λόγους που διαβάζεις λογοτεχνία είναι η παρηγορητική της διάσταση. Ότι διαβάζω κάτι, επειδή παρηγοριέμαι, καθώς υπάρχω κι εγώ εκεί. Αρέσει γενικά να ταυτιζόμαστε με μία ιστορία και είναι κάτι που μου στέλνουν πολλοί.

Παρότι ο τίτλος «Πατημένα Τριάντα» είναι πιασάρικος, κάποιοι μεγαλύτεροι μου λένε ότι «εγώ π.χ. είμαι πατημένα πενήντα, τι με ενδιαφέρουν αυτά που γράφεις;». Μα, τους απαντώ, δεν διαβάζεις λογοτεχνία, επειδή σε εκπροσωπεί το ηλικιακό γκρουπ. Ίσα-ίσα που θεωρώ πολύ σημαντικότερο για κάποιον από μεγαλύτερες γενιές να έρθει σε επαφή με ένα τέτοιο βιβλίο, γιατί έχει τη δυνατότητα να δει ωμά και χωρίς φίλτρα, το πώς σκέφτονται τα παιδιά, τα εγγόνια του.

Αν το καλοσκεφτείς, η μεγαλύτερη διάσταση στην επικοινωνία των ανθρώπων δεν είναι το φύλο, ούτε ο σεξουαλικός προσανατολισμός, είναι η γενιά. Πολύ δύσκολα συνδεόμαστε πραγματικά με ανθρώπους από άλλες γενιές. Είμαστε εγκλωβισμένοι στα στεγανά της γενιάς μας. Οπότε το να βγαίνουμε από αυτά και να βλέπουμε το πώς σκέφτεται μια άλλη γενιά έχει τη δική του αξία.

– Θεωρείς τα 30 ένα προσωπικό ορόσημο;

 – Ήταν ένα καταθλιπτικό ορόσημο! Ήταν τα πρώτα γενέθλια που δεν γιόρτασα. Τα γιόρτασα με μία τελετή μελαγχολίας, δεν ξέρω γιατί! Αισθάνθηκα ότι πράγματι είναι ένα ορόσημο για τον χρόνο που περνάει αμετάκλητα. Πάει η δεκαετία της ανεμελιάς, που είσαι 20+, και αρχίζει η δεκαετία των πρώτων «πρέπει», κάτι το οποίο μου κλωτσάει ακόμη. Κλείνοντας τα 30, άρχισα να αποκτώ κάποιες σκέψεις, οι οποίες πυροδότησαν τη συγγραφή.

«Θεωρώ ότι έχω καταφέρει να εκφράσω το βίωμα, χωρίς μελόδραμα»

Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Τι θα απαντούσες σε κάποιον που θα σου έλεγε «α ακόμη ένας νέος που γκρινιάζει για τη ζωή του», ενώ οι παλαιότεροι έζησαν πολέμους, Κατοχή, πείνα, δικτατορία κλπ.;

 – Αυτή είναι μια πολύ ωραία ερώτηση, η οποία με απασχόλησε πάρα πολύ όσο έγραφα. Ίσως όσο καμία άλλη ερώτηση. Είναι πολύ εύκολο να καταφύγεις στη μίρλα και να λαϊκίσεις, με σκοπό να προσελκύσεις ένα κοινό, το οποίο αρέσκεται στην εύκολη γκρίνια. Από την άλλη, είναι αναπόφευκτο ως μέλος μιας γενιάς, η οποία όντως δυσφορεί, να το εκφράσεις. Δεν μπορείς να γράψεις κάτι χαζοχαρούμενο, εάν δεν το νιώθεις. Συνεπώς είναι μία δύσκολη ισορροπία, η οποία ενσωματώνεται μέσα στο βιβλίο.

Αυτή η διάσταση μεταξύ της παλιάς και της νέας γενιάς, καθώς και η διαλεκτική που υπάρχει μεταξύ τους είναι ενσωματωμένη στο βιβλίο ως βασικό στοιχείο της πλοκής. Την απάντηση λοιπόν στην ερώτηση δεν θα την δώσω εγώ, θα την δώσει το βιβλίο.

Θεωρώ πάντως ότι έχω αποφύγει την ανέξοδη γκρίνια και έχω καταφέρει να εκφράσω το βίωμα, χωρίς μελόδραμα. Αν κάποιος αντιτείνει ότι εμείς πράγματι περάσαμε δυσκολότερα, θα μπορεί να κατανοήσει το γιατί τουλάχιστον εμείς αισθανόμαστε, έτσι όπως αισθανόμαστε. Θα δει έναν καθρέφτη της γενιάς μας μέσα στο βιβλίο που θεωρώ ότι έχει την αξία του, ακόμα κι αν διαφωνεί με τον τρόπο που εμείς βιώνουμε τα πράγματα.

«Απαιτούμε να μας καταλάβουν, αλλά δεν κάνουμε προσπάθεια να τους καταλάβουμε»

– Παρόλα αυτά, θεωρείς ότι υπάρχουν κάποια διαγενεακά κοινά σημεία επαφής, κυρίως σε ότι αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων;

– Αυτό ακριβώς, θα έλεγα, πως διαφέρει. Ο τρόπος αντιμετώπισης. Παρόλο που αντικειμενικά, οι παλαιότερες γενιές αντιμετώπισαν πολύ πιο δύσκολα πράγματα, υπήρχε μια αισιοδοξία ότι τα πράγματα μπορεί να πάνε καλύτερα. Αυτό δεν υπάρχει στη δική μας τη γενιά. Το βασικό στοιχείο που προκαλεί όλον αυτόν τον εκνευρισμό και την κατήφεια είναι η έλλειψη αισιοδοξίας, ο κυνισμός. Παρόλο που από υλικής άποψης, η δική μας γενιά ζει 100 φορές καλύτερα από τη γενιά των παππούδων μας.

Θεωρώ φυσικά ότι είναι διαφορετικός και ο τρόπος ανατροφής. Η δική μας γενιά είναι η πιο μαλθακή που έχει υπάρξει στην ελληνική κοινωνία. Ο παππούς μου, μου έλεγε ότι στα επτά του είδε στον Εμφύλιο να του καίνε το σπίτι, ενώ ήταν κρυμμένος σε ένα κοτέτσι απέναντι, μαζί με τα αδέρφια του. Τα πράγματα τώρα είναι τελείως διαφορετικά.

Αυτή η μαλθακότητα που μας διακρίνει, έχει βέβαια και τα θετικά της, όπως περισσότερη ευαισθησία, ωστόσο πολλές φορές ισοδυναμεί και με ανικανότητα να αντιμετωπίσουμε και πιο σκληρές καταστάσεις.

Υπάρχει γενικότερα μια μετατόπιση στον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή. Είμαστε η γενιά που ομφαλοσκοπεί περισσότερο από κάθε άλλη. Βλέπουμε πολύ μέσα μας και μέσα από αυτή τη διαδικασία, μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε τραύματα, να γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι, να μην είμαστε βλαπτικοί για τους άλλους.

Από την άλλη, όμως, είναι και ένα στοιχείο ναρκισσισμού και αθεράπευτου ατομικισμού. Κοιτάζοντας συνεχώς εντός σου, δυσκολεύεσαι να ενωθείς και να συνδεθείς με τους άλλους. Αν σκαλίσεις λίγο το πρόταγμα της εποχής που είναι πλέον «να αγαπάς τον εαυτό σου», δεν βρίσκεις κάπου να αναφέρονται και οι άλλοι, να τους δεχτείς και να τους καταλάβεις. Απαιτούμε να μας καταλάβουν, αλλά δεν κάνουμε προσπάθεια να τους καταλάβουμε.

– Πώς ισορροπείς ανάμεσα στους ρόλους σου ως συγγραφέας και ως δικηγόρος; Σου έχει φανεί χρήσιμη η νομική σου κατάρτιση στη λογοτεχνία;

– Υπάρχει ένα καλό κι ένα κακό, όσον αφορά την επιρροή της δικηγορίας στη λογοτεχνία. Μπορεί αφενός να σου δεσμεύσει τον λόγο και να τον κάνει σκληρό και νομικίστικο, αφετέρου όμως σε βοηθάει πολύ στο να διατηρείς τη δομή, να γυρνάς πίσω και να διορθώνεις την ιστορία σου, δηλαδή να έχεις πολύ καλή αντίληψη του κειμένου σου. Κι αυτό συνέβη κατά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Αποτελεί ξεκάθαρα κτήμα της δικηγορίας, δεν είναι μόνο ταλέντο. Το γεγονός ότι γράφεις δικόγραφα και κατά κάποιον τρόπο σκηνοθετείς μια ιστορία, σμιλεύοντάς την στις λεπτομέρειές της, σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι πολύ ευέλικτος όταν γράφεις μια λογοτεχνική ιστορία.

Υπάρχουν όμως και «συγκρούσεις». Στη νομική πρέπει να απαντήσεις σε κάθε ερώτημα προς τον δικαστή ή τον αντίδικο. Στη λογοτεχνία, από την άλλη, πρέπει να αφήσεις ανοιχτά ερωτήματα, δεν μπορείς να θέσεις τις απαντήσεις. Αν το κάνεις αυτό, δεν κάνεις λογοτεχνία. Κάνεις αυτό που λέμε «προγραμματική λογοτεχνία» ή μανιφέστο. Άρα πρέπει να αλλάξει το τσιπ με το οποίο προσεγγίζεις ένα κείμενο.

Τα λογικά τμήματα του εγκεφάλου παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη νομική. Στη λογοτεχνία πρέπει να αφήσεις να μιλήσει και η ευαισθησία. Όμως δεν είναι πάντα άσπρο – μαύρο. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές εισχωρεί η ευαισθησία σε μία νομική υπόθεση, όπως και όταν ασχολείσαι με τη λογοτεχνία πρέπει πάντα να έχεις ακέραιο και το λογικό, γιατί αλλιώς μπορεί να παρασυρθείς σε κάτι που δεν βγάζει νόημα και μπορεί να φτάσει μέχρι και τον συναισθηματικό εκβιασμό. Πρέπει να έχεις μία αντίληψη των ισορροπιών του κειμένου, κάτι που είναι λογική διεργασία.

– Θα έλεγες ότι βρίσκεις ελαφρυντικά στους χαρακτήρες σου;

– Στη λογοτεχνία, όπως και στη δικηγορία, βρίσκεις ελαφρυντικά ακόμη και για τις χειρότερες συμπεριφορές. Ο αναγνώστης ενδέχεται να φρίξει αν πας και του τα πεις αυτά στην κανονική του ζωή, στον κόσμο όμως της λογοτεχνίας κάθεται να τα διαβάσει, να προβληματιστεί και να ελαφρύνει την κακή του κρίση για ένα πρόσωπο.

Όπως και αντίστροφα, στους «καλούς» χαρακτήρες, πρέπει να βρίσκεις τις σκοτεινές πτυχές. Είναι πάρα πολύ εύκολο να βρεις μια ιστορία που οι κακοί είναι κακοί και οι καλοί είναι καλοί, όπως π.χ. γίνεται σε πολλές ελληνικές σειρές.

Στην πραγματικότητα, ακόμη και σε έναν κακοποιητή μπορείς να βρεις ελαφρυντικά, όπως και σε έναν καλό χαρακτήρα να βρεις σκοτεινά κίνητρα. Η μαγεία της λογοτεχνίας είναι ότι όλα αυτά τα διερευνά ακομπλεξάριστα, χωρίς τον κίνδυνο να φας ban ή να σε περάσουν για τρελό ή σκοτεινό τύπο.

«Δεν μπορούμε να οραματιστούμε τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε»

– Πού θεωρείς ένοχη τη γενιά σου και ποια τα ελαφρυντικά της;

– Θεωρώ ένοχη τη γενιά μου στον βαθμό που έχει αφήσει τον ατομικισμό, την κακώς εννοούμενη μαλθακότητα και τον συμβιβασμό να υποδεικνύουν τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε. Επειδή δεν μπορούμε να ενωθούμε, δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε και τελικά δεν μπορούμε να οραματιστούμε και τον κόσμο στον οποίο θέλουμε να ζήσουμε. Έχουμε πάρει ως δεδομένο τον κόσμο που υπάρχει γύρω μας και προσπαθούμε να επιβιώσουμε ατομικά σε αυτόν. Αυτό είναι έγκλημα.

Της δίνω ελαφρυντικό -χωρίς να κάνω σπόιλ- στο ότι μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον της ευμάρειας, της πιο καλής εκδοχής της Ελλάδας, τουλάχιστον μέχρι το 2009. Θεωρήσαμε ότι τα προβλήματά μας είναι λυμένα και μεγαλώσαμε ως CEO του εαυτού μας. Έτσι μας μεγάλωσαν οι γονείς μας, ότι δηλαδή τα πράγματα έξω είναι πολύ καλά και καλούμαστε εμείς πλέον να το πάμε ένα βήμα παραπέρα. Να μάθουμε μια δεύτερη ξένη γλώσσα, να γίνουμε όσο το δυνατόν καλύτεροι, να πιάσουμε μια καλή δουλειά και να βγάλουμε λεφτά.

Εγκλωβισμένοι, λοιπόν, σε ένα μοντέλο ατομικής εξέλιξης, μας τράβηξαν ξαφνικά το χαλί κάτω από τα πόδια και δεν μπορέσαμε να ορθοποδήσουμε ποτέ. Πέσαμε και δεν ξανασηκωθήκαμε. Δεν μεγαλώσαμε σε ένα σκληρό περιβάλλον, γιατί δεν υπήρχε σκληρό περιβάλλον μέχρι τότε στην Ελλάδα.

Και οι επόμενες γενιές που έρχονται, έχουν κι αυτές τα δικά τους ελαφρυντικά, γιατί μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον κοινωνικής αποσύνθεσης. Τα παιδιά της γενιάς μου γίνονται πλέον γονείς και πελαγοδρομούν για να επιβιώσουν, μεγαλώνοντας τα δικά τους παιδιά στον αυτόματο.

– Θεωρείς, όμως ότι οι αλλεπάλληλες κρίσεις που ζήσαμε έχουν δημιουργήσει κάποιες ευκαιρίες να αναστοχαστούμε τον εαυτό μας ή να χτίσουμε κάτι καινούργιο από την αρχή;

– Δεν το πιστεύω. Το πίστευα παλιά. Κατάλαβα εν τέλει ότι ήταν ένα φιλοσοφημένο πολιτικό τσιτάτο, ότι «η κρίση θα γίνει ευκαιρία». Στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν ευκαιρίες. Δηλαδή, εννοείται ότι αντικειμενικά μια κρίση είναι ευκαιρία να αναστοχαστούμε, αλλά αυτό προϋποθέτει ωριμότητα από το πολιτικό σύστημα, ετοιμότητα της κοινωνίας…

Δεν νομίζω ότι η κοινωνία περίμενε αυτό που της ήρθε, άρα πώς να είναι έτοιμη; Και το πολιτικό σύστημα τιτλοφόρησε την κρίση ως ένα ανέλπιστο κακό, προσπαθώντας να σώσει τον εαυτό του. Αυτός ήταν ο σκοπός του. Δεν προσπάθησε να δει την κρίση ως ευκαιρία για αλλαγή, προσπάθησε να σώσει την πάρτη του και το κατάφερε, με δυσκολίες μεν, αλλά το κατάφερε. Το κομματικό σύστημα επιβίωσε.

– Ποια πιστεύεις ότι είναι η πολιτική ταυτότητα της γενιάς σου; Τι είναι αυτό που ζητάει, πέρα από κόμματα και ιδεολογίες; Αν ζητάει…

– Νομίζω ότι η γενιά μου είναι μια γενιά απολιτίκ. Έχει σταματήσει να πιστεύει στην πολιτική, έχει αποσυνδεθεί τελείως από τον τρόπο άσκησης εξουσίας, έχει φύγει στο εξωτερικό. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες είναι στο εξωτερικό αναζητώντας εκεί την θέση τους στον κόσμο. Και πιστεύω -και αυτό είναι το θλιβερό- ότι έχει σταματήσει να θεωρεί ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τα πράγματα και την βλέπει ως αναγκαίο κακό ή ως κάτι το οποίο είναι έξω από αυτήν.

Είναι, δηλαδή, μια γενιά κυνική. Και δικαιολογημένα κυνική, διότι πράγματι, δεν μπορείς στην παρούσα φάση να αλλάξεις μέσω της πολιτικής τα πράγματα. Δεν σε αφήνουν τα κόμματα να το κάνεις. Τα κόμματα είναι αρτηριοσκληρωτικοί μηχανισμοί με απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωσή τους. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μπεις μέσα σε έναν τέτοιο μηχανισμό, να έχεις έναν αέρα ανανέωσης και να μην σου κόψουν τα πόδια. Είτε συμβιβάζεσαι, είτε σε ξερνάνε.

– Το κομμάτι της ψυχικής υγείας το πραγματεύεσαι στο βιβλίο σου; Φαντάζομαι ότι όλες αυτές οι κρίσεις προκάλεσαν όντως κάποια τραύματα στη γενιά μας, στη γενιά σας…

 – Το βιβλίο γενικά ψυχογραφεί τους πέντε πρωταγωνιστές, οπότε καταγράφει και τα τραύματα, αλλά και τον τρόπο που αυτά τα τραύματα αλληλεπιδρούν με το κοινωνικό περιβάλλον.

Υπάρχουν χαρακτήρες πιο ευάλωτοι, πιο εύθραυστοι ψυχικά, με τους οποίους καταπιάνομαι, αλλά δεν θα έλεγα ότι ασχολούμαι συγκεκριμένα με κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα ψυχικής υγείας.

– Αν χαρακτηρίζεις με μία λέξη τη γενιά σου, ποια θα ήταν αυτή;

 – Δύσκολο με μία λέξη. Θα έλεγα «βουβή». Το θέμα είναι αν σιωπά ή αν την φίμωσαν. Ο καθένας το παίρνει όπως θέλει. Οι μικρότερες γενιές που έρχονται είναι αλλιώς. Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δω πώς βλέπει το βιβλίο η Gen Z και η Gen A.

– Έτσι εξηγείς και τη δημοφιλία του ΛΕΞ; Ότι η γενιά σου ψάχνει κάποιον να εκφράσει τα προβλήματά της, επειδή ακριβώς είναι βουβή;

– Ξεκάθαρα. Ο ΛΕΞ είναι ένας εκφραστής αυτής της γενιάς, των προβλημάτων της και του τρόπου που βιώνει τα πράγματα. Εξαιρετικά ταλαντούχος. Ο τρόπος που το κάνει είναι φοβερός. Από την άλλη θα έλεγα ότι με προβληματίζει ότι τα προτάγματα των στίχων του είναι, σε πολλές περιπτώσεις, η επανάληψη του ατομικίστικου-υλιστικού τρόπου που βλέπουμε τη ζωή.

Καταγράφει και εκφράζει τα προβλήματα, αλλά δεν τα υπερβαίνει. Η δουλειά της μουσικής ή γενικά της τέχνης, δεν είναι να βρίσκει λύσεις, βέβαια, απλά το σημειώνω ως «κριτική» σε αυτά που γράφει και μου αρέσουν πολύ.

– Όσο συζητάμε για τον ΛΕΞ σκέφτομαι ότι το εξώφυλλο του βιβλίου έχει κάποια στοιχεία των στίχων του: οι πολυκατοικίες, το σινεμά – μέσα από το οποίο εκφράζεται πολύ και το χρησιμοποιεί αλληγορικά. Ποια είναι η δική σου σχέση με τον κινηματογράφο;

– Λατρεύω τον κινηματογράφο. Θα έλεγα ότι μπορεί να είναι και η αγαπημένη μου μορφή τέχνης. Βλέπω αρκετά -όσο προλαβαίνω-, επηρεάζει την αισθητική μου και τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι μια σκηνή όταν την γράφω.

Θέλω η ιστορία να έχει έναν ρυθμό, ένα νεύρο (που αυτό υποδεικνύει το τι ταινίες μου αρέσουν). Οπότε θα έλεγα ότι με ενδιαφέρουν βιβλία, τα οποία έχουν μια «κινηματογραφικότητα», που θα μπορούσαν ενδεχομένως «να μεταπηδήσουν» από τη μια μορφή τέχνης στην άλλη.

«Άμα δεν θέλεις, κάνεις ένα swipe left…»

Μιχάλης Νταγγίνης
Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Πώς θεωρείς ότι βιώνουν τον έρωτα οι άνθρωποι της ηλικίας σου;

 – Το βιβλίο έχει και αυτή τη σκοπιά. Ασχολείται πολύ με τη σεξουαλικότητα. Έχει και κάποιες σκηνές που ντρεπόμουν όταν θα έρθει η ώρα να τις διαβάσει η μάνα μου (γέλια). Ήθελα να μεταχειριστώ τους ήρωές μου με θάρρος. Όχι να τους κάνω πουριτανούς, γιατί θα το διαβάσει ο καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο ή ο μπαμπάς μου και αυτό θα δημιουργήσει άβολες καταστάσεις. Ένα κομμάτι είναι η σεξουαλικότητα. Δεν μπορείς να αφηγείσαι την ιστορία της γενιάς σου και να αφήνεις έξω τη σεξουαλικότητα. Και νομίζω ότι ειδικά μέσα από κάποιους χαρακτήρες, προσεγγίζω κατά μία έννοια τον τρόπο που η γενιά μας αντιλαμβάνεται το σεξ και τον έρωτα.

Είναι πολύ δύσκολο να δώσω μια απάντηση στο πώς βιώνουμε τον έρωτα. Και δεν πιστεύω σε ριζοσπαστικά πράγματα, δηλαδή ότι τον βιώνουμε τελείως διαφορετικά από παλαιότερα. Έχει αλλάξει πάντως το πεδίο άσκησης και προσέγγισης του έρωτα. Δηλαδή τα social media έχουν φέρει μια επανάσταση στον τρόπο που προσεγγίζουμε τους ανθρώπους. Μια ευκολία, η οποία είναι και καλή και κακή. Έχει γίνει λίγο σούπερ μάρκετ η φάση, έτσι δεν είναι; «Εκθέτω την πραμάτεια μου και αν θέλεις την ψωνίζεις». Και άμα δεν θέλεις, κάνεις ένα swipe left…

– Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες πρακτικά; Πόσο εύκολο ήταν να βρεις τη Διόπτρα;

– Η έκδοση είναι σαν να ποζάρεις γυμνός μπροστά σε έναν καθρέφτη, να περνάνε διάφοροι εκδοτικοί, να σου λένε «Γύρνα από την άλλη, σκύψε… Όχι. Επόμενος!». Μόνο αυτή η έκφραση περιγράφει το πόσο άβολα νιώθεις όταν εκθέτεις κάτι εντελώς προσωπικό, το προσωπικό σου έργο, σε έναν άγνωστο εκδότη. Κι είναι μια διαδικασία πολύ άχαρη και πολύ δύσκολη. Διότι οι εκδοτικοί δέχονται καθημερινά τρία-τέσσερα μυθιστορήματα, που σημαίνει ότι θα σε διαβάσουν και μέσα σε μια ώρα καλούνται να πάρουν απόφαση.

Πολλές φορές η απόφαση λαμβάνεται, χωρίς καν να σε διαβάσουν. Διαβάζουν την περίληψη, δεν τους αρέσει, δεν τους εκφράζει, προχωράμε. Και εσύ μένεις, χωρίς feedback, δεν σου λένε «σε απέρριψα γιατί δεν μου άρεσε η θεματολογία» ή «γιατί βρήκα κάπως τον τρόπο συγγραφής». Σου λένε απλά «δεν ενδιαφερόμαστε». Και είναι για όλους τους νέους συγγραφείς έτσι.

Ήμουν πολύ τυχερός γιατί ενδιαφέρθηκε η Διόπτρα, που είναι ένας από τους καλύτερους εκδοτικούς οίκους της χώρας, πάρα πολύ οργανωμένος. Κάναμε κάποιες συζητήσεις και κάποια στιγμή υπογράψαμε το συμβόλαιο. Εκείνο το τρίμηνο πάντως, που έψαχνα εκδότη, ήταν ένα πολύ άβολο και άχαρο διάστημα. Φαντάσου ότι έχεις τελειώσει αυτό που γράφεις, έχει φύγει ο ενθουσιασμός της καθημερινής συγγραφής και πλέον έχεις μια ανυπομονησία να πάρεις αποτελέσματα. Όταν αυτά δεν έρχονται ή προκύπτουν και απορρίψεις, προκαλείται πάρα πολύ μεγάλο άγχος.

– Και μια τελευταία ερώτηση: μίλησες προηγουμένως για την «παρηγορητική λογοτεχνία». Εσύ σε ποιους συγγραφείς βρίσκεις παρηγοριά;

– Στον Κούντερα πάνω απ’ όλα, ο οποίος έδωσε και τον τελειότερο ορισμό του μυθιστορήματος: «Η εξερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από πειραματικά εγώ». Είναι λιτός, πυκνός και απόλυτα ακριβής. Φτιάχνεις πειραματικούς χαρακτήρες μέσα από τους οποίους εξερευνάς την ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί αυτό είναι η λογοτεχνία.

Ο Κούντερα σκάβει σε τέτοιο βάθος την ανθρώπινη ύπαρξη, που κάπου μέσα χωράς και εσύ. Πέρα όμως από την «παρηγορητική» λογοτεχνία, υπάρχει και η «διορατική». Δηλαδή η λογοτεχνία που φωτίζει λίγο πιο μακροσκοπικά την κοινωνία, όχι μόνο την ανθρώπινη ύπαρξη. Τον τρόπο, δηλαδή, που ο άνθρωπος γίνεται όμηρος της εξέλιξης της κοινωνίας. Αυτό το κάνει ο Ουελμπέκ. Μπορεί να τον διαβάζω και να σιχτιρίζω, ή ακόμη και να έχω βαρεθεί ένα βιβλίο του… Και όταν το κλείνω, λέω «ώπα», αυτός ο τύπος φώτισε μια άλλη σκοπιά του τρόπου που βαδίζει ο άνθρωπος μέσα στη σύγχρονη κοινωνία.

– Υπάρχει κάτι άλλο στα σχέδια σου για το κοντινό μέλλον;

– Όλο και κάτι υπάρχει. Πάντα είσαι σε μια διαδικασία, όταν μπεις στον χορό της δημιουργικής ενασχόλησης και έμπνευσης. Γράφεις, σταματάς, συνεχίζεις. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι θα υπάρξει συνέχεια…

* Παρουσίαση του βιβλίου (Αθήνα): 28 Απριλίου στις 19:00 / Books & Life (Σόλωνος 93-95)

* Παρουσίαση του βιβλίου (Θεσσαλονίκη): 8 Μαΐου στις 19:00 / Βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης (Μητροπόλεως 92)

Συνέντευξη: Φαιδρά Στυλιανού & Βασίλης Ιατρούδης

Μοιράσου το:

Φαίδρα Στυλιανού

Φαίδρα Στυλιανού

Με λένε Φαίδρα και σπουδάζω Πολιτικές Επιστήμες στο ΑΠΘ. Αγαπάω την οικογένειά μου, τις φίλες μου, τη Θεσσαλονίκη και πιο πολύ απ’όλα, αγαπάω τη ζωή. Πάντα έψαχνα τις κατάλληλες λέξεις για να μιλήσω για τη ζωή, μέχρι που ανακάλυψα πως ίσως εν τέλει δεν υπάρχουν κατάλληλες λέξεις, μόνο κατάλληλοι άνθρωποι. Το DREAM ON-line με φέρνει καθημερινά κοντά με τους κατάλληλους ανθρώπους και με εμπνέει να προσπαθώ να γίνομαι έτσι κι εγώ, όσο περισσότερο μπορώ.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα