Αντώνης Μποσκοΐτης: «Η θλίψη πάντα είναι καλός σύμβουλος στις εξομολογήσεις»

Υπάρχει μια μικρή ειρωνεία και ίσως ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη γοητεία, να κάθεται απέναντί σου ο Αντώνης Μποσκοΐτης για να δώσει συνέντευξη. Όχι γιατί αποφεύγει τη δημόσια έκθεση, αλλά γιατί εδώ και δεκαετίες έχει μάθει να βρίσκεται στην «άλλη» πλευρά: να ρωτά, να σκαλίζει, να ακούει και να ξεκλειδώνει ιστορίες άλλων. Ο ίδιος είναι από εκείνους τους δημοσιογράφους που έχουν ταυτιστεί τόσο πολύ με την τέχνη της συνέντευξης, ώστε μοιάζει σχεδόν παράδοξο να μετατοπίζεται ο ρόλος και να γίνεται ο αφηγητής αντί για ο συνομιλητής.

Κι όμως, αυτή η αντιστροφή είναι που κάνει τη συζήτηση μαζί του πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί πίσω από τις εκατοντάδες (αν όχι χιλιάδες) ώρες συνομιλιών με καλλιτέχνες, δημιουργούς και προσωπικότητες, υπάρχει ένας άνθρωπος με βαθιά προσωπική διαδρομή, ένστικτο αναζήτησης και μια σχεδόν εμμονική αγάπη για την αφήγηση. Από τα παιδικά του χρόνια, όταν αντέγραφε τίτλους τέλους ταινιών σε τετράδια, μέχρι σήμερα που συνεχίζει να κυνηγά ιστορίες με το ίδιο πάθος, ο Μποσκοΐτης δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί ως παρατηρητής, ακόμη κι όταν βρίσκεται ο ίδιος στο επίκεντρο.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στο να του παίρνεις συνέντευξη: ότι, όσο κι αν προσπαθείς να τον «ανακρίνεις», έχει πάντα τον τρόπο να μετατρέπει τη συζήτηση σε μια ζωντανή αφήγηση, όπου τα όρια ανάμεσα σε ερωτώντα και ερωτώμενο γίνονται σχεδόν αόρατα.

Και κάπως έτσι, μπήκαμε στη ζωή του, ψαχουλέψαμε το μυαλό του και ζήσαμε ένα Masterclass που σίγουρα μας έκανε καλύτερους. 

Αντώνη, αν και ξέρουμε ότι δεν θα ήθελες με τίποτα να το δεις αυτό γραμμένο, για εμάς είσαι δάσκαλος και σε ευχαριστούμε για την εμπιστοσύνη. 

– Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πεις «εγώ θα γίνω δημοσιογράφος»;

Από 6-7 ετών παιδάκι πήγαινα στο συνοικιακό σινεμά κι έβλεπα τις ταινίες δύο και τρεις φορές με σκοπό να σημειώσω τα ονόματα όποιων συντελεστών του φιλμ προλάβαινα να καταγράψω! Γυρνούσα σπίτι μετά, κλεινόμουν στο δωμάτιο μου και συνήθως έγραφα κριτικές, ας πούμε, των ταινιών που είχα δει. Υπό αυτή την έννοια ήμουν ένα παιδάκι κάπως διαφορετικό, όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν έξω με τις παρέες τους στην πλατεία. Mπορεί ακόμη να έβλεπα μία ταινία στην τηλεόραση και μετά τα ίδια, να καθόμουν και να έγραφα την περίληψη της.

Θυμάμαι μια ιστορία που μου έλεγε η μάνα μου κι εγώ φυσικά δεν την θυμόμουν, όταν μπήκε μια μέρα μέσα στο δωμάτιο και μου είπε: «Τι κάνεις βρε παιδί μου, βγες μια βόλτα έξω, όλη μέρα μέσα». Της απάντησα «Άσε με και μη μ’ ενοχλείς, εγώ απ’ αυτό θα ζήσω, αυτή θα είναι η δουλειά μου». 

– Μιας και μας ανέφερες την μητέρα σου, θα θέλαμε να μας πεις λίγα λόγια για την οικογένεια σου…

– Είχα για γονείς δύο λαϊκούς μεροκαματιάρηδες ανθρώπους. Ο πατέρας μου ήταν μπουζουξής ερασιτέχνης και μάλιστα τη δεκαετία του 1950, στα πολύ νιάτα του, έπαιζε με τον Γιώργο Μητσάκη. Τώρα, αν το πάμε πιο πίσω ακόμα, ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου, τραγουδούσε αμανέδες στον Πειραιά της δεκαετίας του 1930 με τον Ευάγγελο Σωφρονίου. Και απ’ ότι ξέρω υπάρχει και αναφορά για τον παππού μου τον Χρήστο μέσα στο βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου για τα ρεμπέτικα. Γενικώς, η μεριά του πατέρα μου είχε καλλιτεχνική φλέβα, Οπότε μεγάλωσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Πάρα πολλή μουσική μέσα στο σπίτι και πολλά βιβλία. 

– Στο μυαλό σου, ποια μουσική παίζει;

– Τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά, τα οποία από αντίδραση και μόνο κάπου τα μίσησα κιόλας. Στα 15-16 ανακάλυψα το ροκ και μπήκα με τα μπούνια μέσα, ηλεκτρικά μπλουζ, ψυχεδέλεια και φολκ μπαλάντες. Διότι δεν γινόταν άλλο, πραγματικά, να ξυπνάς κάθε μέρα και να ακούς Καζαντζίδη.

– Πριν από τον καφέ δηλαδή ακούγατε Καζαντζίδη (γελάμε).

Όπως ακριβώς το λες! Αργότερα βέβαια ανακάλυψα την αξία αυτών των τραγουδιών. Όταν πέθανε ο πατέρας μου το καλοκαίρι του 2015 βρήκα τα παλιά τετράδια που κρατούσε κι αυτός. Σημειώσεις πάνω στα ρεμπέτικα με στιχουργούς, συνθέτες, χρονολογίες. Συνειδητοποίησα ότι κατά κάποιο τρόπο αυτό που έκανε εκείνος, το κάνω κι εγώ τώρα επαγγελματικά.

– Ο κινηματογράφος πώς προέκυψε;

– Κάποια στιγμή, επειδή δεν υπήρχε καμία πίεση από το σπίτι για το τι θα κάνω, είπα πως θα σπουδάσω κινηματογράφο. Για να εξασφαλίσω όμως την αναβολή του στρατού, πήγα παράλληλα σε σχολή δημοσιογραφίαςμου φαίνονταν γελοία τα μαθήματα που κάναμε εκεί. Τα απογεύματα στη σχολή κινηματογράφου της Χατζίκου συζητούσαμε με τον Δήμο Θέο για τη «Μεγάλη χίμαιρα» του Ζαν Ρενουάρ και την επόμενη το πρωί στη σχολή δημοσιογραφίας ασχολούμασταν με το γιατί δεν πήγε ο Ρουβάς φαντάρος. Καταλαβαίνεις τι λέω; Το 1996, στα 22 μου, δημοσίευσα ένα πρώτο μου άρθρο στο περιοδικό «Καθρέφτης του Κινηματογράφου» που έβγαζε ο Μάκης Μωραΐτης. Από τότε μέχρι σήμερα, δηλαδή 30 χρόνια αισίως, γράφω ανελλιπώς στον ημερήσιο περιοδικό και ιντερνετικό Τύπο.


«H συνέντευξη μπορεί να είναι μια μορφή τέχνης»

Φωτ: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

Το σινεμά ήταν μια μεγαλύτερη πρόκληση από τη σχολή δημοσιογραφίας; 

– Τότε ναι. Και εκείνο που ήθελα εγώ στα ξεκινήματα μου στο σινεμά το 2001 ήταν να ενώσω κάπως τις δύο τέχνες, δεν ξέρω βέβαια αν μπορούμε να πούμε τέχνη τη δημοσιογραφία. Για μένα ωστόσο ειδικά η συνέντευξη μπορεί να είναι μια μορφή τέχνης και ίσως γι’ αυτό να ασχολήθηκα εκτενώς με το ντοκιμαντέρ.

– Ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, για τον Νίκο Κούνδουρο, για την Κατερίνα Γώγου και φυσικά για το Κύτταρο. Είναι και το ντοκιμαντέρ κάτι που σε χαρακτηρίζει. Προσωπικά σε γνώρισα μέσω του Podcast του Άρη Δημοκίδη, που επίσης είναι ντοκιμαντέρ και σε έχει αναφέρει ουκ ολίγες φορές. 

– Αυτό μου το λένε πολύ συχνά! Πήγαμε τις προάλλες με την Τάνια Τσανακλίδου σε μια πρωινή εκπομπή, με έπιαναν τα παιδιά του συνεργείου και μου λέγανε «σε διαβάζουμε και σε ακούμε στον Δημοκίδη». Φαντάσου τι απήχηση  έχει ο Άρης και τι φοβερή δουλειά κάνει με τα podcast αυτά. Συχνά ζητάει τη βοήθειά μου, όταν του λέω κάποιες ιστορίες για κάποια πρόσωπα. Σίγουρα ένα πιο νεανικό κοινό με έχει μάθει από τα podcast του Δημοκίδη και μου κάνει τρομερή εντύπωση. Μου αρέσει η δουλειά του Άρη, τον εκτιμώ πολύ.

– Μας έχει συστήσει πολλά πρόσωπα, όπως κι εσύ άλλωστε μέσω των συνεντεύξεων σου… Καλό είναι εδώ να αναφέρουμε και το blog σου, Άσματα και Μιάσματα! 

– Εκεί ανέβαζα ό,τι ήθελα! Ό,τι γούσταρα, μεγάλη ελευθερία! Κι εκεί κατάλαβα πραγματικά τι θα πει ελευθερία στη γραφή, γιατί δεν υπάρχει ο περιορισμός λέξεων. Ανεβάζω κάτι παλιότερες συνεντεύξεις μου 7.000 λέξεων, για να καταλάβετε, που δύσκολα θα δημοσιεύονταν ακόμη και σε ιστότοπους, αφού για τα έντυπα δεν το συζητώ καν.

Και μετά δούλεψα στο «Δίφωνο», από το 2001 μέχρι και το 2011 που το περιοδικό έκλεισε οριστικά. Εκεί διευθύντρια, μεταξύ άλλων, ήταν η Στέλλα Βλαχογιάννη, η γνωστή ραδιοφωνική παραγωγός που έφυγε πριν από λίγα χρόνια. Η Στέλλα με έριξε στα βαθιά, που λένε, και χαίρομαι που πρόλαβα να της το πω πολλές φορές μέσα στα επόμενα χρόνια. Αμέσως μου ανάθεσε, θυμάμαι, τις συνεντεύξεις των εξωφύλλων. Πριν από το «Δίφωνο» έγραφα για πολλά χρόνια στον «Ήχο» του Καβαθά. 

– Στο Δίφωνο πώς ξεκίνησες;

– Αυτό έχει ενδιαφέρον, καθώς ήθελα πολύ να μπω στα έντυπα. Φαντάσου ότι πήγαινα στο «Δίφωνο» επί Βλαβιανού τέλη του 90, όταν είχε πρωτοβγεί το περιοδικό και τους άφηνα χειρόγραφα κείμενα με την ελπίδα να με πάρουν και μένα στο συντακτικό team! Ποτέ δεν έγινε τίποτα εννοείται, αλλά όταν έκανα το πρώτο μου ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, το «Δίφωνο» είχε στείλει ανταποκρίτρια στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, τη δημοσιογράφο Λιάννα Μαλανδρενιώτη, που ήταν του παλιού καλού ΚΚΕ Εσωτερικού. Η Λιάνα ήξερε ότι αρθρογραφούσα στον «Ήχο» και αυτομάτως μετά από ένα μήνα με ειδοποίησαν από το «Δίφωνο» να ξεκινήσω να γράφω κι εκεί.

– Και στον «Ήχο» τι προηγήθηκε;

– Στον «Ήχο» μπήκα στα τέλη του 1999. Ήταν το πρώτο περιοδικό που έγραψα επαγγελματικά. Μάλιστα ήταν πολύ αστείο γιατί τότε που δεν είχα καν υπολογιστή, έγραφα τα κείμενα στο χέρι, τους τα πήγαινα και ο αρχισυντάκτης Σωκράτης Παπαχατζής, ένα εξαιρετικό παιδί και καλός συνθέτης, με ενημέρωσε πως υπήρχαν και οι computers με τις δισκέτες τους. Στον «Ήχο» έκανα τις πρώτες μου συνεντεύξεις και δισκοκριτικές μέχρι να έρθει το «Δίφωνο».

Μένω στο «Δίφωνο», γιατί ήταν μια πολύ ωραία ενασχόληση, εκεί γνώρισα όλο τον καλό κόσμο, ενώ παράλληλα ήρθε και το ραδιόφωνο. Τώρα σας μιλάω για την πιο δραστήρια περίοδο της ζωής μου που ήταν μεταξύ 2000 και 2010, τότε που έκανα δηλαδή τις περισσότερες ταινίες μου και ταυτόχρονα εργαζόμουν σε ραδιόφωνο και έντυπα.

– Αν ξεκινούσες σήμερα θα έκανες κάτι διαφορετικά;

– Μπα! Είναι πολύ διαφορετικές οι εποχές τώρα, γιατί υπάρχει το διαδίκτυο. Παλιά για να αναζητήσουμε την πηγή για ένα άρθρο, ψάχναμε σε αρχεία και σε βιβλία, σήμερα όλα αυτά γίνονται με ένα απλό κλικ. Μια πολύ μεγάλη ευκολία, αλλά νομίζω πλέον ότι έχει χαθεί και λίγο η μπάλα με όλη αυτή την υπερπληροφόρηση που δεν ξέρεις τι σου μένει στο τέλος. Οπότε, αν θα ξεκινούσα σήμερα, ίσως να ήταν εκ των πραγμάτων πιο εύκολη η φύση της δουλειάς.

Είσαι όμως άνθρωπος της αναζήτησης…

– Ναι, είμαι, γι’ αυτό και βαριέμαι γρήγορα, όπως και δεν μου αρέσει αυτό που όλα «σερβίρονται» έτοιμα.

Και στις συνεντεύξεις σου υπάρχει κόσμος που σου λέει πολλές φορές «πού το θυμήθηκες αυτό» κλπ.

Δεν κάνω καμία ιδιαίτερη μελέτη πριν συναντήσω κάποιον. Για παράδειγμα, θα θυμηθώ τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου όταν μου έδωσε συνέντευξη για τη LIFO πριν μία δεκαετία: Είναι μια από τις καλύτερες συνεντεύξεις μου, αφού η ίδια ήταν τρομερά εξομολογητική στο λυκόφως της ζωής της. Στο τέλος, ενώ ήταν «κήπος» καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Σαν να είχε κάνει συνεδρία με τον ψυχολόγο της και μετά άδειασε τελείως από τις πιο βαθιές σκέψεις της. Σημειωτέον, πριν πάω να την συναντήσω, το μόνο που είχα κάνει ήταν να ρίξω μια ματιά στη Βικιπαίδεια: Πότε γεννήθηκε, τι είχε σπουδάσει, αυτά – τις ταινίες της τις ήξερα, τέλος, γειά σας! Όλα αυτά, δέκα λεπτά πριν πάω να τη συναντήσω! 

– Έχεις το ταλέντο να βγάζεις ειδήσεις από πράγματα που βλέπεις εντός του σπιτιού. Για παράδειγμα στη συνέντευξη της Στυλιανοπούλου έβλεπες στην τηλεόραση τον Μητσοτάκη και από αυτό είχες βγάλει είδηση ότι τον ήξερε προσωπικά! 

– Καταρχάς όταν μπαίνω σε έναν χώρο είμαι ένας άνθρωπος που παρατηρεί τα πάντα, το ντεκόρ, τα έπιπλα, τους τοίχους. Από εκεί καταλαβαίνεις πολλά. Θυμάμαι είχα πάει σε μια λαϊκή τραγουδίστρια, της οποίας το σπίτι ήταν όλο vintage ταπετσαρίες κλπ. Νόμιζες ότι θα ανοίξει η πόρτα και θα μπουν η Λάσκαρη και ο Πάντζας! Ήταν ένα σπίτι τελείως 70′s! Αυτά δεν μπορείς να μην τα γράψεις, εγώ δηλαδή δεν μπορώ…

– Να πάμε και στα Social Media και στον τρόπο με τον οποίο τα χειρίζεσαι, δηλαδή πιστεύω ότι είναι μια προέκταση του blog σου, ό,τι γράφεις είτε μεγάλο είτε μικρό, τραβάει το ενδιαφέρον…

– Αυτό μου το έχουν πει πολλοί «φαν». Μην νομίζεις, όμως, έχω και πολλούς «haters», αφού είναι κι αυτοί που μπορεί να μην σε γουστάρουν, δεν γίνεται να αρέσεις σε όλους.

– Μήπως όμως αυτοί είναι οι μεγαλύτεροι θαυμαστές σου τελικά;

 -Δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Με ενδιαφέρει να γράφω μόνο. Εκείνη την ώρα αυτό που έχω να γράψω, το γράφω και το αφήνω να φύγει από πάνω μου.

– Εκτός των άλλων, έχεις και τεράστιο αρχείο, αξιοζήλευτο και συγκλονιστικό!

– Ομολογώ πως αρχίζω να αγχώνομαι με αυτό το πράγμα, γιατί δεν είμαι πια 20 και 30 ετών. Έχω περάσει τα 50 και κάπου με ανησυχεί το ότι δεν ξέρω πού θα παραδοθεί όλο αυτό το αρχείο. Έχω πολύωρες συνομιλίες με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, με τη Δόμνα Σαμίου, με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μορφές που έχουν φύγει από τη ζωή. Αυτά θα ήθελα κάπου να πάνε, να μην καταλήξουν στα σκουπίδια. Σκέψου ότι το ίδιο μου λέει και η Όλγα Μπακομάρου.

– Μιας και μας ανέφερες την Μπακομάρου, ποια ήταν τα δικά σου δημοσιογραφικά πρότυπα;

– Θα σου πω, εγώ είχα ευαγγέλιο το βιβλίο «Αντίο Παλιέ Κόσμε» του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου. Μέχρι σήμερα το ξεφυλλίζω, γιατί ο Στάθης ήταν ένας εκπληκτικός interviewer. Ναι μεν έκανε καριέρα εκδότη πέρα από δημοσιογράφος, σαφώς είναι ένας από τους πιο πετυχημένους εκδότες αυτήν την στιγμή, αλλά εξακολουθώ να θεωρώ τις συνεντεύξεις του μοναδικές. Είναι μαθήματα δημοσιογραφίας. Φυσικά μου άρεσαν πάρα πολύ οι συνεντεύξεις της Μπακομάρου, η οποία με τιμάει με τη φιλία της τα τελευταία χρόνια.

Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει ο Θανάσης Λάλας, ο οποίος επίσης έχει μεγάλη θητεία στις συνεντεύξεις, ότι εκείνος ασχολήθηκε με το σπορ όταν διάβασε τη συνέντευξη της Μπακομάρου με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Φαντάσου τώρα! Εγώ θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει μια τρομερή συνέντευξη της Όλγας με τον Χατζιδάκι. Μια εντελώς αναρχική συνέντευξη για το περιοδικό «Γυναίκα», στην οποία ο Χατζιδάκις έλεγε να μπουν στη Βουλή «αδερφές» και «τραβεστί», αφού θα είχαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους συμβατικούς πολιτικούς.

Ιδιόχειρη αφιέρωση του Μάνου Χατζιδάκι προς τον Νίκο Κούνδουρο / Αρχείο Αντώνη Μποσκοΐτη

– Είναι όμως ωραίο ότι γνωρίζεσαι με αυτούς και είστε φίλοι πλέον.

– Βέβαια, ο Στάθης ήταν και εργοδότης μου για ένα διάστημα, από το ‘13 έως το ‘17-18 που ήμουν στη LIFO. Οπότε ήταν μια καλή περίοδος γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω τις μεγαλύτερες συνεντεύξεις μου χωρίς τον περιορισμό λέξεων, που λέγαμε πριν. 

– Ανέφερες και πριν τον περιορισμό λέξεων, αυτό φαντάζομαι πως είναι λογικό να συμβαίνει στα έντυπα, στα sites όμως νομίζω πως οι περικοπές είναι και λίγο περιττές.

– Αυτό δεν συνέβαινε στις αρχές, αλλά εκεί γύρω στο 2015 – 2016 εμφανίστηκε η τάση στα sites μείωσης λέξεων. Θυμάμαι μια φορά που είχα δώσει στη LIFO μια συνέντευξη του Σωκράτη Μάλαμα εφτά χιλιάδες λέξεων. Την δημοσίευσαν ολόκληρη, η συνέντευξη έσκισε και δεν το πίστευαν οι άνθρωποι, εκεί που μου έλεγαν «κόψε κάτι, ρε παιδί μου, είναι πάρα πολλές οι λέξεις». Το καταλαβαίνω όμως. Κι εγώ βαριέμαι να διαβάσω μια τεράστια συνέντευξη, παρότι μου αρέσουν τα μεγάλα κείμενα, να κάθομαι και να τα διαβάζω. Είναι μια αντιεμπορική λογική, δεν συνάδει με την ταχύτητα της εποχής, όπου όλοι σκρολάρουν στο κινητό τους.

Εμείς γενικά ως σάιτ προσπαθούμε πάντα «να μην κόβουμε» συνεντεύξεις. Εσένα σου πάει η καρδιά να κόψεις κάτι; 

– Στην εφημερίδα που εργάζομαι τα τελευταία εννιά χρόνια, στο «Documento», υπάρχει πλαφόν λέξεων, 1.800 λέξεις για μία δισέλιδη συνέντευξη. Όταν δώσω μια συνέντευξη και δημοσιευθεί στην εφημερίδα, μετά την ανεβάζω ολόκληρη στον προσωπικό μου ιστότοπο κι έτσι είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. 

«Αυτή η δουλειά, παιδιά, θέλει πολύ κυνήγι»

– Πάμε και σε ένα άλλο θέμα που παίζει πολύ με όσους κάνουν συνεντεύξεις: Η επιλογή των προσώπων για σένα πώς γίνεται; 

– Κοίταξε, εγώ ειδικά με τους ξένους έχω ένα θέμα, τους κυνηγάω. Και αυτή η δουλειά, παιδιά, θέλει πολύ κυνήγι. Φέτος ανακάλυψα την Ηρώ Κυριακάκη, 93 ετών, που δεν είναι ξένη βέβαια, ωστόσο δεν είχε δώσει ποτέ σχεδόν μεγάλη συνέντευξη!

– Θέλω πραγματικά να μάθω πώς την ανακάλυψες! 

– Η Ηρώ Κυριακάκη λοιπόν… Είχαν χαθεί τα ίχνη της για πολλά χρόνια, έπινε το καφεδάκι της μόνη της και ακριβώς μπροστά της καθόταν ο φίλος Μάνος Καρατζογιάννης, ο θεατράνθρωπος. Την ακούει να λέει κάτι ιστορίες και την ρώτησε κατευθείαν: «Με συγχωρείτε, ποια είστε;». Του απαντά: «Είμαι η Ηρώ Κυριακάκη»! Μου τηλεφωνεί επί τόπου και μου λέει όλο νόημα ο Μάνος: «Ποια σου έχω;». Αυτή ήταν μια καλή συγκυρία!

– Άρα μιλάμε για συγκυρίες και κυνηγητό…

– Με τους ξένους, ας πούμε, όταν μαθαίνω ότι έρχεται στην Ελλάδα ο τάδε και μου λένε να κάνω συνέντευξη μαζί του, δεν το θεωρώ συνέντευξη, το να μιλήσω με έναν τραγουδιστή ή έναν ηθοποιό στο τηλέφωνο για 5-10 λεπτά. Αν δεν έχεις τον άλλον απέναντι σου, να κοιτιέστε στα μάτια, τι να πεις... Αρνούμαι επίσης να κάνω συνεντεύξεις με email κλπ. Αν δεν θέλει ή δεν μπορεί ο άλλος να κάνει μία δια ζώσης συζήτηση, κανένα πρόβλημα, ας πάει κάποιος άλλος συνάδελφος στη θέση μου. Με τα χρόνια λοιπόν κατάλαβα ότι η δουλειά μας θέλει κυνήγι και νομίζω πως θέλει και πάθος. «Ψώνιο» θέλει, να πεις «Γουστάρω αυτό, θα το κάνω και θα το κάνω όπως εγώ ξέρω».

– Να πάμε στη Marianne Faithfull που αξίζει, γιατί ίσως εκεί λειτούργησε περισσότερο το πάθος, ήταν μια προσωπικότητα που ήθελες πολύ να την κάνεις συνέντευξη.

– Είχα μάθει ότι η Marianne Faithfull βγάζει καινούριο δίσκο το 2016 και έστειλα αμέσως επιστολή στην εταιρεία της. Ρώτησα αν θα δώσει συνεντεύξεις, μου απάντησαν θετικά και πώς θα δεχτεί κάποιους δημοσιογράφους στο σπίτι της στο Παρίσι. «Ωραία» λέω, «κλείστε μου ραντεβού». Έβγαλα μόνος μου το εισιτήριό μου και πήγα στο Παρίσι. Βρέθηκα στο σπίτι της και κάναμε μία συνέντευξη φανταστική.

«Θεώρησε ότι είχε έναν Έλληνα απέναντί της, έναν άνθρωπο «χύμα» και ασυνεπή…»

– Υπήρχε μια μικρή κόντρα νιώθω όταν διάβασα την συνέντευξη…

– Μεγάλη κόντρα, αρχικά δεν συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον καθόλου! Εγώ την Faithfullτην είχα πρωτογνωρίσει προσωπικά στη Ρόδο το 2011, όταν είχε έρθει για συναυλία στο αρχαίο στάδιο του νησιού. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στη σουίτα της, αφού μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο. Ήταν μια άλλη γυναίκα από αυτή που συνάντησα το 2016, πιο ήρεμη και καλόβολη. Μην ξεχνάμε όμως πως το 2014, η Faithfull, δηλαδή τρία χρόνια αφού τη συνάντησα, έσπασε το ισχίο της στη Ρόδο, που ήταν ο τόπος διακοπών της, και θεώρησε ότι έφταιγαν οι Έλληνες γιατροί. 

Συνεπώς, όταν με δέχτηκε στο διαμέρισμα της το ‘16, θεώρησε ότι είχε έναν Έλληνα απέναντί της, έναν άνθρωπο «χύμα» και ασυνεπή. Λογικό να βγει μια κόντρα στη συνέντευξη. Το παράδοξο είναι πως μετά είχαμε μια μικρή επικοινωνία, το 2018 λόγου χάριν μου έστειλε στα γενέθλιά μου ένα ευχετήριο email. Πού ανακάλυψε τα γενέθλια μου η Faithfull δεν το ξέρω παιδιά, πραγματικά. Ήταν λίγο…κουφό αυτό. 

– Πώς διαχειρίζεσαι τέτοιες καταστάσεις; Τα λεγόμενα ευτράπελα στις συνεντεύξεις; Για παράδειγμα, διάβαζα την συνέντευξη που έκανες με την Ρίκα Διαλυνά που την ρωτάς «τι κάνετε» και σου απαντάει «είμαι στα χειρότερά μου».

– Εμένα είναι το φαΐ μου αυτό. Όταν θα μου πει ο άλλος «είμαι στα χειρότερά μου» θα πω μέσα μου «τώρα θα κάνουμε μια ωραία συνέντευξη». Διάβασε και την συνέντευξη μου με την Κάτια Γέρου. Την είχα πετύχει σε μια φάση τρομερού πένθους. Είχε χάσει τον Κυριάκο Κατζουράκη που ήταν το στήριγμα της ζωής της και όλη την ώρα έκλαιγε με λυγμούς. Ε, λοιπόν σε πληροφορώ πως ήταν από τις ωραιότερες συνεντεύξεις που έχει δώσει η Κάτια, όπως παραδέχτηκε μετά και η ίδια. Όταν υπάρχει στην αφήγηση το στοιχείο της απώλειας, του πόνου, της θλίψης θα βγει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από έναν άλλο συνεντευξιαζόμενο, ο οποίος μπορεί να έχει πάρει 15 βραβεία και να πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Η θλίψη πάντα είναι καλός σύμβουλος στις εξομολογήσεις.

– Υπήρξαν περιπτώσεις φαντάζομαι όμως που είχες καλεσμένο που δεν ήθελε και τόσο να σου δώσει συνέντευξη…

– Μου έχει τύχει να συναντήσω ανθρώπους, οι οποίοι κατάλαβα ότι είναι πολύ ανόρεκτοι αν και νομίζω ότι σιγά-σιγά κατάφερα και τους «παρέσυρα». Είχα καλεσμένους που δεν γούσταραν καθόλου, όχι εμένα προσωπικά, δεν γούσταραν να δώσουν γενικώς συνέντευξη. Οπότε, ξέρεις, σιγά-σιγά τον φέρνεις λίγο στα νερά σου τον άλλον, φυσικά αν σε ενδιαφέρει σαν προσωπικότητα. Πάντα αυτά τα πρόσωπα που συναντώ, θέλω να με ενδιαφέρουν, εμένα πρωτίστως. Χαρά μου είναι να τους μαθαίνω σε βάθος και μετά μέσω του κειμένου μου, να τους μαθαίνουν και οι άλλοι.

– Υπήρξαν καλεσμένοι που σου φέρθηκαν γενναιόδωρα; 

Χωρίς σκέψη θα σου πω τη Μιμή Ντενίση, την πιο γενναιόδωρη γυναίκα που έχω γνωρίσει. Της πήρα μια συνέντευξη πριν μερικά χρόνια. Ήταν ένα πρόσωπο που δύσκολα θα έμπαινε στο «Documento», όχι λόγω πολιτικών θέσεων. Η Μιμή δεν δηλώνει «αριστερή» ή «δεξιά», αποφεύγει τις κομματικές τοποθετήσεις. Ίσως λόγω των lifestyle εντύπων που την απασχολούν συνήθως, η ίδια κάπου να μπούχτισε, γι’ αυτό και όταν συναντηθήκαμε μου είπε το εξής: «Να κάνουμε κάτι άλλο, όχι μια απ’ τα ίδια». Όντως κάναμε μια υπέροχη συνέντευξη. Η Μιμή όμως επειδή είναι πολύ ευγνώμων άνθρωπος, έγραψε δημόσια πως η συνέντευξη μας ήταν ίσως η ωραιότερη που έχει δώσει ποτέ. Τρομερά κολακευτικό αυτό. 

Τον Μάρτιο του 2023 μου τηλεφωνεί και μου λέει: «Θα σου κάνω ένα δώρο»! Το δώρο ήταν να μου κλείσει συνέντευξη στο Λονδίνο με τον Μάρτιν Σέρμαν, τον Αμερικανό συγγραφέα του «Bent». Με τον Σέρμαν είμαστε φίλοι πλέον. Έχουμε κάνει δυο Πρωτοχρονιές μαζί στο Λονδίνο, ενώ τον συναντάω τα καλοκαίρια στην Ελλάδα. Στις δύο συνολικά συνεντεύξεις μας ο Μάρτιν Σέρμαν είπε απίστευτα πράγματα. Πώς ήταν ερωτευμένος κάποτε με τον Τενεσί Γουίλιαμς, πώς ήταν μπροστά στην ομιλία του Martin Luther King με το «I Have a Dream», πώς ήταν στο Woodstock ακόμη και είδε λάιβ την Janis Joplin. Απίστευτες ιστορίες!

– Εκτός από τον Σέρμαν, έχεις ανταμώσει και με τον Κουστουρίτσα

– Αυτή την συνέντευξη την οφείλω στην καλλιτέχνιδα Ελένη Τζατζιμάκη, η οποία είναι οικογενειακή φίλη με τον Κουστουρίτσα. Της ζήτησα να μου κάνει επαφή, πήρα αεροπλάνο και πήγα στη Σερβία, στο βουνό ΜόκραΓκόρα, όπου συνάντησα τον Εμίρ Κουστουρίτσα στο εξοχικό σπίτι του και κάναμε μία υπέροχη συνέντευξη για το OLAFAQ του Λάλα.

– Για σένα τι κάνει μια συνέντευξη καλή; Και ως τελικό κείμενο και ως εμπειρία δικιά σου; 

-Δεν μπορώ να σου το απαντήσω αυτό. Άλλοι θα σου λέγανε π.χ. η προετοιμασία, αλλά όπως σου είπα εγώ δεν προετοιμάζομαι ιδιαίτερα. Δεν μπορώ να πω ότι μελετάω, θα ήμουν ψεύτης. Είναι μια συσσωρευμένη παιδεία, μια γνώση πολλών χρόνων, που σε συνδυασμό με το καλό μνημονικό μου, οδηγεί πάντα σχεδόν και σ’ ένα καλό αποτέλεσμα. Όταν έκανα συνέντευξη με τη μακαρίτισσα την Καλή Καλό, δεν πίστευα ότι θα συνομιλούσα με άνθρωπο που έχει συνεργαστεί με τον Αττίκ.

«Για πάρτη της θα έπαιρνα πάλι αεροπλάνα και θα πήγαινα στην άλλη άκρη της γης…»

Φωτ: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr


– Απωθημένα έχεις; Κυρίως για κάποιους που δεν πρόλαβες να κάνεις συνέντευξη…

– Αυτό είναι μεγάλη κουβέντα. Σαφώς θα ήθελα μια συνέντευξη με τους μύθους μου, τον Χατζιδάκι, την Νταντωνάκη, τη Γώγου, αν και τη Γώγου την γνώρισα το 1993 δύο μήνες πριν πεθάνει. Αυτή που προσπαθώ να βρω και την κυνηγάω εδώ και μία δεκαετία είναι η Joan Baez. Για πάρτη της θα έπαιρνα πάλι αεροπλάνα, όχι ένα αεροπλάνο μόνο, και θα πήγαινα όπου κι αν βρισκόταν, στην άλλη άκρη της γης!

– Από όλους αυτούς τους ανθρώπους με τους οποίους έχεις συναναστραφεί πόσο έχουν επηρεάσει σαν άνθρωπο τον Αντώνη Μποσκοΐτη;

Αρκετά θα έλεγα. Σαφώς δεν γίνεται όλοι να σ’ επηρεάσουν. Εμένα η επιθυμία μου γενικά είναι η επικοινωνία, το να μιλάω με τους ανθρώπους. Δηλαδή μπορεί να κάτσω να πιω έναν καφέ και να δω κάποιον δίπλα μου που είναι μόνος και να πάω να του πιάσω την κουβέντα για να μάθω ποιος είναι, τι κάνει στη ζωή του, πως περνάει. Βέβαια συχνά συμβαίνει σε όλους μας να απομυθοποιούμε ανθρώπους που μας δίνουν συνέντευξη. Μιλάω για συνεντεύξεις όχι του ποδιού, αλλά με ουσία. Να πιεις έναν καφέ με τον άλλον και να μιλήσετε.

Κυρίως όμως συμβαίνει περισσότερο να σε γοητεύουν. Να εξακολουθούν να σε γοητεύουν και να λες ότι άξιζε αυτή η κουβέντα μαζί του, ότι έφυγες και πήρες κάποια πράγματα ρε παιδί μου, τον κατάλαβες αυτόν τι άνθρωπος είναι. Πολύ βασικό αυτό γενικότερα. Σε βοηθάει νομίζω και στη ζωή σου με τους ανθρώπους, να τους καταλάβεις. Είναι μια μορφή ψυχανάλυσης εντός πολλών εισαγωγικών.

– Τον πολιτισμό σήμερα πως τον βλέπεις στην Ελλάδα; 

– Δεν μου αρέσει η κρατική διαχείριση που γίνεται στον πολιτισμό, αλλά από την άλλη έχω να πω ότι εμένα μου αρέσει που είναι ο Κουμεντάκης Διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μου αρέσει που έκανε αυτή τη δουλειά πρόσφατα με τον Παπαϊωάννου. 

«Έχω καεί» απ’ αυτή την ιστορία των κρατικών επιδοτήσεων… Θυμίζω πως μέσα στον κόβιντ έγινε μια προκήρυξη διαγωνισμού σεναρίου για ενίσχυση της εθνικής κινηματογραφίας. Κατέθεσα σενάριο για ένα ντοκιμαντέρ για τη Μαρίζα Κωχ, το οποίο σίγουρα θα το κάνω κάποια στιγμή. Περνάει, λοιπόν, την πρώτη επιτροπή, εγκρίνεται. Περνάει και τη δεύτερη επιτροπή και συμβαίνει τότε μια ατυχία με την παραγωγή. Ακύρωσα το συμβόλαιο μαζί τους, έχοντας πέσει σε άσχετα παιδαρέλια και αναζήτησα καινούργια εταιρεία παραγωγής.

Λέω «Πάμε να κάνουμε την ταινία» και μας έρχεται απάντηση ότι δεν μπορούμε να την κάνουμε, γιατί όλα τα χρήματα τα παίρνει ο παραγωγός αφού σ’ αυτόν γίνεται η ανάθεση. Προσπάθησα να αλλάξει αυτό το καθεστώς, μέχρι και με τον Γιατρομανωλάκη φτάσαμε να μιλήσουμε, καθώς ήταν έτοιμα όλα για την έναρξη των γυρισμάτων. Κάποια στιγμή τσαντίστηκα, δεν ήταν δυνατόν τη στιγμή που τους πας νέο συμβόλαιο με νέο παραγωγό να σου λένε όχι και να χάνεις το project.

Εκεί είπαμε με τη Μαρίζα να το κάνουμε κάποια άλλη στιγμή μόνοι μας ή να το καταθέσουμε στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου μιαν άλλη στιγμή. Θα μπορούσα, όπως καταλαβαίνεις, να έχω κάνει μια ακόμη ταινία εκείνη την περίοδο, που τελικά δεν την έκανα. Δηλαδή βρήκα τρομερές δυσκολίες και εμπόδια τα οποία για μένα θα έπρεπε να έχουν ξεπεραστεί. Τελείως γελοίο αυτό που έγινε! Οπότε αρνούμαι σε αυτή τη φάση γενικώς να κάνω οτιδήποτε που να σχετίζεται με το κράτος. Ούτως ή άλλως δεν περίμενα να ζήσω αυτό το σινεμά, γιατί από το σινεμά είναι ελάχιστοι αυτοί που ζουν στην Ελλάδα.

– Είσαι όμως ένας άνθρωπος που γράφει βιβλία, κάνει συνεντεύξεις, αρθρογραφεί, ντοκιμαντέρ, θέατρα… 

– Το θέατρο ήρθε στη ζωή μου, γιατί δεν μπορούσα πια να κάνω ταινίες ντοκιμαντέρ και σκέφτηκα ότι αυτό το «DocuDrama», όπως το λέω εγώ που είναι και μια πατέντα δική μου, το ξεκίνησα με την Κουμαριανού, το συνέχισα με τον Χριστιανόπουλο, ενώ πέρσι κάναμε και με την Τσανακλίδου την ροκ σταρ που θα μπορούσε να είναι μια αναγωγή στη Faithfull.

Επαναλαμβάνω πως έκανα αυτό το είδος θεάτρου, με τις live συνεντεύξεις, γιατί δεν μπορούσα να κάνω πια ντοκιμαντέρ. Οπότε αντί ενός ντοκιμαντέρ για τον Χριστιανόπουλο, έκανα κάτι παρεμφερές στο θέατρο με πολύ πιο λίγα μέσα. Πάντα σ’ αυτό βέβαια το θέμα είναι να έχεις έναν καλό ηθοποιό. Άμα ο ηθοποιός δεν είναι καλός, δεν είναι ικανός να υποδυθεί με επιτυχία μία μεγάλη προσωπικότητα, καταρρέει όλο το οικοδόμημα. Με την παράσταση για τον Χριστιανόπουλο έγινε κάτι ανέλπιστο, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα και η παράσταση πήγε για τρεις χρονιές. Παίξαμε σε πολλές πόλεις, ενώ πρόσφατα το έργο ανακηρύχθηκε μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του Ντίνου Χριστιανόπουλου από το ΤελλόγλειοΊδρυμα, όπου φυλάσσεται το αρχείο του.

Μίλησε μας λίγο για το «Βραδιάζει… Μια Ροκ Σταρ Εξομολογείται» με την Τάνια Τσανακλίδου.

– Το έργο ήταν γραμμένο πάνω της. Αυτό το έργο ήταν η Τάνια. Είχε δει την παράσταση με τον Χριστιανόπουλο και μου πρότεινε να κάνουμε και κάτι μαζί. Της είπα ότι έχω στο μυαλό μου την ιστορία μιας ροκ σταρ και έτσι έφτιαξα μια ηρωίδα φανταστική, μια rockτραγουδίστρια των 60s, που εμπεριείχε όλη τη μυθολογία του sex, drugs & rocknroll. Πολλοί που ήρθαν νόμιζαν ότι αυτά που άκουγαν, τα είχε ζήσει κάποτε η Τάνια!

«Συνήθως οι περισσότερες τηλεοπτικές συνεντεύξεις μού είναι αδιάφορες»

Φωτ: dreamonline.gr

– Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη και σε μια γραπτή; Δεδομένου ότι ήσουν και στο Rise Tv και έκανες εκπομπές εκεί… 

– Υπάρχουν δημοσιογράφοι που κάνουν συνεντεύξεις στην τηλεόραση και είναι πολύ πιο αναγνωρίσιμοι και από μένα και από κάποιον άλλον που απλώς δημοσιεύει σε κάποια έντυπα ή στα σάιτ. Δύσκολα κατά την άποψη μου μπορείς να πάρεις καλή συνέντευξη στην τηλεόραση. Αλλιώς ανοίγεται ο άλλος μπροστά στον φακό και αλλιώς αν είστε οι δυο σας και πίνετε έναν καφέ, όπου θα σου πει πιο βαθιά πράγματα. Εκτός αν ο ίδιος θέλει να επικοινωνήσει κάτι και ξέρει ότι αυτό θα έχει πανελλήνια εμβέλεια και θα το ακούσουν όλοι, όπου εκεί «θα μιλήσει». Αλλά συνήθως οι περισσότερες τηλεοπτικές συνεντεύξεις μού είναι αδιάφορες.

– Το podcast είναι κάπου στη μέση;

Το podcast είναι μία νέα μόδα και ένα νέο μέσο. Στην ουσία είναι μια ραδιοφωνική εκπομπή που την κρατάς και την ακούς όποτε θέλεις.

– Εσύ θα έκανες podcast; 

Νομίζω πως θα αντιμετώπιζα το podcast σαν μία ραδιοφωνική εκπομπή. Υπάρχει αυτόν τον καιρό το ενδεχόμενο να ξεκινήσω μια σειρά εκπομπών αρχειακών, δηλαδή να ανοίξω το αρχείο μου και να παίζω αποσπάσματα από τις συνεντεύξεις μου και να σχολιάζω, σαν ηχητικό ντοκιμαντέρ. Αυτό που θα ήθελα να κάνω και θα το καταθέσω και στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης κάποια στιγμή είναι ένα podcast για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, διότι – ως γνωστόν – για τη Φλέρυ όποιος άλλος να έκανε κάτι, πάνω στη δική μου έρευνα θα βασιζόταν.

– Θα ήθελα να συζητήσουμε λίγο τη Θεσσαλονίκη του Χριστιανόπουλου. Άκουσα τη συνέντευξή σου στην ΕΡΤ που έλεγες ότι είχες πάει στο σπίτι του, στις 40 Εκκλησιές.

Τον Χριστιανόπουλο τον γνώρισα το 2011 πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Μουσικής, όπου θα τραγουδούσε η Μαρίζα Κωχ ρεμπέτικα. Εκεί λοιπόν είχε έρθει ο Χριστιανόπουλος και κάτσαμε μαζί και πιάσαμε κουβέντα περί ρεμπέτικου. Και αυτός αφού κατάλαβε ότι εγώ γνωρίζω πράγματα, με αντιμετώπισε σαν ισάξιο συνομιλητή του. Θυμάμαι όταν ανεβαίναμε στη Θεσσαλονίκη με τη Μαρίζα Κωχ οδικώς, οδηγούσε εκείνη και σε κάποια φάση χτύπησε το κινητό της. Ήταν ο Χριστιανόπουλος: «Κυρία Κωχ, σας εκτιμώ πολύ, και να ξέρετε ο δικός σας Καββαδίας μου αρέσει πιο πολύ»… Μετά άρχισε να κράζει ασταμάτητα τον Θάνο Μικρούτσικο. Και βλέπω την Μαρίζα να μου δίνει το κινητό της και να μου λέει: «Δεν τον αντέχω, μιλά του εσύ καλύτερα» (γελάμε). Τέλος πάντων, λοιπόν, αυτό ήταν το 2011.

Το 2013, που ανέβαινα τότε τακτικά στη Θεσσαλονίκη, είπα να του κάνω μια μεγάλη συνέντευξη, και ζήτησα από τον Γιώργο Χρονά να μου κλείσει ραντεβού μαζί του. Κι ενώ στο τηλέφωνο ο ποιητής μου είπε «θα σε δεχτώ για μισή ώρα», τελικά περάσαμε παρέα σχεδόν ένα γεμάτο τρίωρο. Και μετά, όμως, είχαμε και μια επικοινωνία μέχρι που κατέπεσε πια, γιατί από το ‘14 και μετά κλονίστηκε η πνευματική υγεία του.

«Αυτά είναι τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου;»

– Για το βιβλίο με τα εσώψυχα του Χριστιανόπουλου που είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων ποια είναι η άποψη σου; 

– Είναι ένα βιβλίο που δεν θα έπρεπε να έχει κυκλοφορήσει. Την ίδια άποψη έχει διατυπώσει δημόσια και ο Θωμάς Κοροβίνης, που υπήρξε φίλος και μαθητής του Χριστιανόπουλου. Και σε ευχαριστώ που το ανέφερες γιατί θα ήθελα να πω και κάτι: Όπως έφτασε στα αυτιά μου, αυτή η γυναίκα που έχει γράψει το βιβλίο, την οποία δεν γνωρίζω προσωπικά, σέβομαι όμως την ακαδημαϊκή της ιδιότητα και την φιλία που είχε ενδεχομένως με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, διότι ο ίδιος μου είχε μιλήσει γιαυτήν και μέσα στη δική μας συνέντευξη, δεν γούσταρε καθόλου που η παράσταση μας θα παιζόταν μέσα στο Τελλόγλειο Ίδρυμα.

Θεωρούσε, άκουσον, άκουσον, ότι το έργο μου προσβάλλει τον Χριστιανόπουλο! Όταν μου το είπαν έπεσα απ’ τα σύννεφα! Αναρωτήθηκα πώς προσβάλλει τον ποιητή μία παράσταση που αγαπήθηκε από τον κόσμο και δεν τον προσβάλλει ένα ογκώδες βιβλίο, στο οποίο υποτίθεται πως ο Χριστιανόπουλος περνά γενεές δεκατέσσερις από τη Χαρούλα Αλεξίου μέχρι δημοσιογράφους Αθηναίους και εγώ δεν ξέρω ποιους άλλους… Δηλαδή πώς το λέει η συγκεκριμένη κυρία αυτό το πράγμα; 

Τώρα λοιπόν που με ρωτάς για αυτό το βιβλίο, επειδή το έχω, σε ενημερώνω πως το παράτησα μετά από δέκα-δεκαπέντε σελίδες. Δεν μπορώ να κάθομαι «να ακούω» τον Χριστιανόπουλο μόνο να βρίζει γιατί αυτό είναι ένα ακατάσχετο κουτσομπολιό! Αυτά είναι τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου; Το κουτσομπολιό; Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι η ευαισθησία του, είναι τα παιδικά του χρόνια, τα δύσκολα χρόνια στα οποία προφανώς και θα μιλάει μέσα, είναι όλα τα βιώματα του, οι παρέες του, λογοτέχνες και ζωγράφοι, οι πιάτσες της νύχτας. Αυτά είναι τα εσώψυχά του και όχι πόσο μ@λάκες ήταν, κατ’ αυτόν, ο Ρίτσος, ο Ελύτης ή η Δημουλά. Αυτή είναι η γνώμη μου.

– Τι συναισθήματα έχεις για τη Θεσσαλονίκη; 

– Καλά, εγώ τη λατρεύω η Θεσσαλονίκη και το έχω δηλώσει πολλές φορές. Μάλιστα είχα ένα όνειρο κάποια στιγμή να τα κατάφερνα και να αγόραζα έστω μια μικρή γκαρσονιέρα για να έχω μια έδρα και στη Θεσσαλονίκη.

– Θα έμενες δηλαδή στη Θεσσαλονίκη; 

– Θα μπορούσα να μείνω μόνιμα. Καταλαβαίνω ότι επαγγελματικά όμως δεν κάνει για κάποιον που θέλει να συνεχίσει καριέρα στο αντικείμενό του. Θεωρώ ότι στην Αθήνα σαφώς τα πράγματα είναι πιο εύκολα επαγγελματικά. Αλλά τη Θεσσαλονίκη, πέρα από αυτό το κομμάτι, την λατρεύω. Μου αρέσει να περπατάω στους δρόμους της. Σαν τριπ είναι το περπάτημα σ’ όλη την Πλατεία Αριστοτέλους από πάνω μέχρι κάτω στο λιμάνι, μου θυμίζει ένα πράγμα σαν να βρίσκομαι σε μια ξένη χώρα. Μου αρέσει που παντού θα βρεις εκκλησίες, το βυζαντινό στοιχείο, μου αρέσουν οι μεγάλοι ανοιχτοί δρόμοι της.

Τη Θεσσαλονίκη την έζησα πολύ στις αρχές του ‘90 ως πιτσιρικάς: Πηγαίναμε σε κάτι φοιτητικά στέκια, ρεμπετάδικα, στην Άνω Πόλη, τα οποία δεν υπάρχουν σήμερα από ό,τι ξέρω. Σαφώς είναι και μια πόλη, την οποία οι ίδιοι οι κάτοικοι της δεν την πολυγουστάρουν από,τι ακούω.

– Αναλόγως σε ποιον κάτοικο πέσεις… εμείς την γουστάρουμε!

– Κι εγώ την γουστάρω πάρα πολύ, σας το είπα ήδη. Χαίρομαι που τα θεατρικά μου έργα έχουν μεγάλη απήχηση εκεί, οπότε από το 2022 μέχρι και σήμερα, πηγαινοέρχομαι με την πρώτη ευκαιρία. Έχω και πολλούς καλούς φίλους πάνω. Οι καλύτεροι μου φίλοι σε μεγάλο βαθμό είναι Θεσσαλονικείς. Όπως είναι για μένα η Πλάτωνος και η Κωχ στην Αθήνα, πολύ δικοί μου άνθρωποι, το ίδιο αισθάνομαι με τη Βούλα Σαββίδη στη Θεσσαλονίκη. Δηλαδή δεν υπάρχει περίπτωση να ανέβω στη Θεσσαλονίκη και να μην συναντήσω την Βούλα. Τον Θωμά Κοροβίνη επίσης. Φίλος και αδερφός! Τον συνάδελφο δημοσιογράφο Γιάννη Γκροσδάνη, τον ακτιβιστή συγγραφέα, Γιώργο Τσιτιρίδη και τον ψυχίατρο Σταύρο Μπουφίδη. Πάντα όταν φτάνω, δεν πηγαίνω κατευθείαν στο ξενοδοχείο, αλλά περνάω πρώτα από τη «Ζώγια», το καφέ του άλλου φίλου, του Νίκου Κέκια, στην Αλεξάνδρου Σβώλου.

Αντώνης Μποσκοΐτης
Ο Αντώνης στην Θεσσαλονίκη για το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ

– Ελπίζουμε να μην σε κουράσαμε! 

– Αν δεν μιλήσουμε σε εσάς ρε παιδιά πού θα μιλήσουμε; Κι εσείς την ίδια δουλειά κάνετε. Άμα υπάρχει πάθος, που λέγαμε πριν, όλα βαίνουν καλώς. Κι εσείς έχετε πάθος! 

– Είσαι ένας άνθρωπος που παίρνεις συνεντεύξεις. Τώρα που δίνεις μια συνέντευξη πως νιώθεις; 

– Άμα έχουμε μπροστά μας πολλή ώρα, όπως τώρα, μου αρέσει, να σου πω όμως την αλήθεια δεν θεωρώ ότι είμαι κάτι σημαντικό για να δίνω συνεντεύξεις. Ειλικρινά σου μιλάωΓι αυτό ίσως εμένα μου αρέσει περισσότερο να παίρνω συνεντεύξεις από ανθρώπους που είναι άνω των 80 ετών. Ομολογουμένως δεν το «έχω» πολύ με τις συνεντεύξεις με νέους, με καλλιτέχνες δηλαδή που ακόμη δεν έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους.

– Θα ανανεώσουμε το ραντεβού μας στα 80 σου τότε (γελάμε)!

– Στα 80 που θα έχω γράψει κι εγώ την αυτοβιογραφία μου, ναι...(γέλια). Οπότε ίσως στα 80 μου, αν δεν τα έχω τινάξει νωρίτερα, να το κανονίσουμε ξανά! Ο κάθε άνθρωπος σε αυτήν την ηλικία θα έχει πολλά να πει. Σας ευχαριστώ.

 

Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης & Αφροδίτη Κεραμέως

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα