Μαρίζα Κωχ: «Ψηφίδες της ιστορίας είμαστε όλοι»

Κωχ

Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση παρουσιάζουμε τη συνέντευξη της Μαρίζας Κωχ, μιας από τις πιο εμβληματικές μορφές του ελληνικού τραγουδιού. Η διαδρομή της διατρέχει την ιστορία της χώρας, από τα τραύματα της μεταπολεμικής Ελλάδας έως τη δικτατορία, την εξορία και τη διεθνή αναγνώριση.

Παιδί του πολέμου και μεγαλωμένη στη Σαντορίνη, κουβαλά στη μνήμη της μια Ελλάδα σκληρή αλλά ζωντανή, που διαμόρφωσε τόσο τη μουσική της ταυτότητα όσο και τον βαθύ ανθρωπισμό που την συνοδεύει μέχρι σήμερα. Στη μακρόχρονη πορεία της υπήρξε ερμηνεύτρια, δημιουργός, ερευνήτρια της ελληνικής μουσικής παράδοσης και πρέσβειρα του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό, τραγουδώντας από την ελληνική περιφέρεια έως τις μεγαλύτερες διεθνείς σκηνές.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο της κατέχει η σχέση της με τα παιδιά και η αντίληψη της μουσικής ως εργαλείου παιδείας και πολιτισμικής συνέχειας. Αυτός φυσικά ήταν και ο λόγος που χάρηκε ιδιαίτερα που ένα φοιτητικό σάιτ της ζήτησε να κάνουμε μια συνέντευξη!

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Μαρίζα Κωχ μιλά με διαύγεια, χιούμορ και ειλικρίνεια για τη ζωή, τις μνήμες και τις στιγμές που την σημάδεψαν. Πρόκειται για μια κατάθεση ζωής από μια καλλιτέχνιδα που υπήρξε ενεργό κομμάτι της ιστορίας και δικαίως θεωρείται σήμερα ζωντανός θρύλος του ελληνικού πολιτισμού.

Kυρία Κωχ, ήταν τιμή μας!

– Από τη γέννησή σας μέχρι σήμερα, η ιστορία σας είναι πραγματικά μυθιστορηματική. Αν ήταν σειρά νομίζω ότι θα είχε πάρα πολλές σεζόν! Και θέλω να ξεκινήσω από το βιβλίο, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ η αφιέρωση «στα παιδιά που αφήνει ο πόλεμος».

– Τα μισά παιδιά της ηλικίας μου στην Ελλάδα ήταν παιδιά πολέμου. Παιδιά πολέμου υπάρχουν πάντως σε όλη την Ευρώπη και σε όλον τον κόσμο εδώ που τα λέμε. Δυστυχώς, το δράμα του πολέμου συνεχίζεται. Δεν σταματάει.

– Θέλω να σας ρωτήσω για τα παιδικά σας χρόνια. Διάβασα και στο βιβλίο και έψαξα ότι τότε το να ήσουν παιδί ενός έρωτα μεταξύ μιας Ελληνίδας και ενός Γερμανού αξιωματικού είχε ένα στίγμα

– Είμαι τόσο τυχερή που εγώ προσωπικά δεν έζησα ρατσισμό. Γιατί η οικογένεια της μητέρας μου ήταν ιερείς στο νησί, πάππου προς πάππου…

– Σε εμάς, ο πόλεμος φαντάζει κάτι πολύ μακρινό. Εσείς πώς θυμάστε τη μεταπολεμική Ελλάδα σαν μικρό παιδί; 

«Μετά από έναν πόλεμο, κοινή μοίρα η δυστυχία»

– Η Ελλάδα τότε ήταν παντού τόσο φτωχή που οι πάντες δυστυχούσαν. Ήρθε και ο εμφύλιος. Κοινή μοίρα των ανθρώπων είναι η δυστυχία μετά από έναν πόλεμο.

– Η Πάτι Σμιθ στο τελευταίο της βιβλίο ανατρέχει στα παιδικά της χρόνια και τα θυμάται με πάρα πολλές λεπτομέρειες. Και θέλω να ρωτήσω, όσο περνάνε τα χρόνια νιώθετε ότι επιστρέφουν οι παιδικές μνήμες;

– Δεν μου έχουν μείνει τραυματικές εμπειρίες. Αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς έχουν μείνει άλλα τόσα πίσω, κάνοντας αυτή τη μικρή βιογραφία. Και τώρα η Πωλίνα Ταμπακάκη με πιέζει να ξαναεκδώσουμε το βιβλίο. Είναι έτοιμη και η μετάφρασή του στα αγγλικά. Πάλι από το Μεταίχμιο. Και μέχρι το καλοκαίρι θα το κάνω. Υπάρχουν εικόνες που έχουν μείνει έξω και είναι καθοριστικές πολλές φορές. Έγινα και εγώ κομμάτι της ιστορίας. Όλοι είμαστε. Ψηφίδες της ιστορίας είμαστε όλοι.

– Παιδικά χρόνια στη Σαντορίνη. Είχε έρθει και ο Αντενάουερ

– Παραλίγο να με πάρει και ευτυχώς δεν με πήρε! Φοβήθηκα ότι θα με πάρει. Αυτό συνόδευσε τη ζωή μου, το άγχος. Μην βρεθώ χωρίς πατρίδα. Είχαν βάλει εμένα και την αδερφή μου να του δώσουμε την ανθοδέσμη. Και βέβαια του είπαν αυτά είναι ορφανά του πολέμου. Εγώ τρόμαξα και έφυγα κλαίγοντας, μην τυχόν και με πάρουν.

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

-Έχουμε και τον σεισμό της Σαντορίνης, το 1956, τον οποίον ζήσατε…

-Ήταν κάτι το συγκλονιστικό να βλέπεις την καλντέρα να είναι γεμάτη τραπέζια, μπουφέδες, καναπέδες. Είχε πέσει και το συμβολαιογραφείο. Και όλα τα συμβόλαια έπλεαν πάνω στη θάλασσα!

Τον φοβάμαι πολύ τον σεισμό. Πιο μεγάλο τραύμα έχω από τον σεισμό του 1999 στην Αθήνα που δεν ήξερες πού να πας. Και όμως το δικό μας το χωριό, η Μεσαγώνια ήταν αυτό που ισοπεδώθηκε. Και είναι το μόνο που έχει μείνει έτσι. Μετοίκησε το χωριό στο επίνειο του χωριού μας, γιατί δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Τώρα γίνεται ένας αγώνας να γίνει διατηρητέο. Γιατί άρχισαν και φυτρώνουν καινούρια κτίσματα και το καταστρέφουν. Τα τουριστικά εννοώ.

– Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η Σαντορίνη;

– Εγώ φροντίζω να πηγαίνω χειμώνα. Παρ’ όλα αυτά, έχουν χαθεί τα πατήματά μου. Τα αμπέλια, όλα τα περάσματα. Οι δρόμοι ήταν προστατευμένοι από ξερολιθιές. Υψωμένες κάπως για τον αέρα. Και χωρούσε μόνο να περάσει ένα γαϊδούρι με δυο κοφίνια. Τώρα όλες αυτές οι ξερολιθιές χάθηκαν. Τώρα είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε». Τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ο υπερτουρισμός και ότι το νησί έχει φύγει από τα χέρια των ντόπιων.

– Είναι η Σαντορίνη το λεγόμενο ησυχαστήριό σας;

– Ως ησυχαστήριο, έχω την Καρδαμύλη της Μάνης. Από το 1975, έχω φτιάξει ένα κονάκι!

– Τον Πάτρικ Λι Φέρμορ τον προλάβατε δηλαδή; Τον είχατε γνωρίσει;

-Ναι, βέβαια. Ήταν πολύ αγαπητός και στους ντόπιους. Βέβαια εμένα νομίζω με αγαπάνε πιο πολύ. Γιατί κάθε φορά μετά την εκκλησία της Κυριακής, μπαίνω και τρώω για μεσημέρι σε όποιο σπίτι θέλω!

Και έχω και την ελιά στην Καρδαμύλη, που βρίσκεται σε ένα πέρασμα προς το κάστρο, προς τον πύργο, δηλαδή, του Κολοκοτρώνη. Και εκεί λοιπόν σε ένα πέρασμα, μάζευα τα παιδιά. Και σκάρωνα παραμύθια κι άλλα πράγματα. Και αυτή, λοιπόν, την ελιά μου την χάρισαν. Και τώρα, κάθε καλοκαίρι κάνω εκεί πέρα παραστάσεις για τα παιδιά.

«Είμαι χαρισμένη στα παιδιά!»

– Γενικά ασχολείστε πάρα πολύ με τα παιδιά!

-Όταν λέμε πολύ, εννοούμε όντως πολύ. Είμαι «χαρισμένη» στα παιδιά! Αν μπείτε στο site του Ιονίου Πανεπιστήμιου θα το δείτε κι εσείς. Υπάρχει και μια μέθοδος για το πώς να μάθεις την ελληνική μέσα από το τραγούδι.

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

-Όπως είχα δει σε ένα σχόλιο στο YouTube κάτω από ένα τραγούδι σας, κάποιος έλεγε ότι η Μαρίζα Κώχ, μπορεί να μην το ξέρει, αλλά έχει χιλιάδες εγγόνια ανά την Ελλάδα.

– Όντως
, και αυτή είναι η χαρά μου!

-Έχετε περάσει από όλα τα μικρά χωριά της Ελλάδας, αλλά και από τις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου. Από το το μικρότερο χωριό του Έβρου, μέχρι και την Κίνα

– Από τις Καστανιές μέχρι την ιδιαίτερη πατρίδα του Μάο. Ανάμεσα σε 36 χώρες από όλο τον κόσμο έγινα «best singer» με το τραγούδι «Κοντούλα Λεμονιά».

– Από όλα αυτά που έχετε δει ανά τον κόσμο, τι κρατάτε περισσότερο;

– Καμιά φορά σκέφτομαι ποια να ήταν η πιο σημαντική στιγμή; Τότε που πέσαμε σε αεροπειρατή; Τότε που το αεροπλάνο ήθελε να πέσει και δεν έπεσε; Τότε με τα πλοία στον Παναμά; Ή τα ταξίδια στο Καζακστάν, στο Ουζμπεκιστάν και στο Τατζικιστάν, που ήταν το μισό αεροπλάνο για επιβάτες και το άλλο μισό για κατσίκια και κότες…

– Θέλω να ρωτήσω τώρα, όταν λέτε αεροπειρατή έχετε…

Ναι, έχω τύχει, αλλά δεν ήταν αεροπειρατής ο καημένος. Είχε μπει κατά λάθος. Σε λάθος αεροπλάνο έκανε “αεροπειρατεία”. Μπήκε σε λάθος αεροπλάνο.

– Πού πηγαίνατε;

– Από Κοπεγχάγη στην Αθήνα. Αυτός ήθελε να πάει Νορβηγία. Είχε τον αδελφό του εκεί. Αλλά έκανε λάθος και από λάθος μπήκε. Τον εντόπισε ο αστυνόμος του αεροπλάνου, ο οποίος δεν είχε καταλάβει ότι είχε κάνει και λάθος. Και σφιγγότανε στο κάθισμα. Είχε μόνο μια χειροαποσκευή μαύρη. Και βέβαια άρχισε η κουβέντα ανάμεσα στον αστυνόμο και τον πιλότο.

Τι κάνουμε τώρα, αυτός δεν μιλάει. Δεν μιλούσε καμιά γλώσσα, δεν μπορούσε να συνεργαστεί καθόλου. Βέβαια ψελλίζοντας το Νορβηγία, καταλάβανε ότι αλλού πήγαινε. Αλλά την τσάντα δεν την άφηνε, μια μαύρη τσάντα που κρατούσε. Και θέλαμε να πάρουμε άδεια για να γυρίσουμε πίσω. Αλλά είχαμε περάσει τα μισά και έπρεπε να έρθουμε στην Αθήνα.

– Είχε φαντάζομαι το αεροπλάνο πολλούς Έλληνες…

– Α, τώρα που το λες κι επειδή είστε από τη Θεσσαλονίκη πρέπει να στο πω: ήταν μέσα μια ομάδα της Θεσσαλονίκης! Ποια ομάδα ήταν δεν θυμάμαι, πάντως αθλητές ποδοσφαίρου. Εσείς μπορείτε να τα ανακαλύψετε. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και για εμένα.

– Πώς αντέδρασαν οι επιβάτες; 

-Έτρεμαν! Και ο αστυνόμος έτρεμε. Και ολόκληρη η ομάδα. Οπότε έκανα μια πολύ έξυπνη κίνηση. Λέω, ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται. Αν είναι να σκάσει, πάω και κάθομαι δίπλα του. Και προσπάθησα να τον γαληνέψω. Ήταν ταραγμένος ο ίδιος.

Ο αστυνόμος είπε μην αγγίξετε τη τσάντα του. Λέει φύγε από εκεί, μην ανοίξεις τη τσάντα του. Καθώς ήμουν στρογγυλή και εύπιστη, του λέω «έχω μπέιμπι». Πρώτη φορά το λέω. Και άρχισα να κλαίω αφού χαμένοι ήμασταν. Και μαλάκωσε ο άνθρωπος. Και άρχισε να με κοιτάζει με μια απορία, με μια εμπιστοσύνη. Του λέω: «Αυτή η τσάντα. Τρέμω, φοβάμαι».

Και άρχισε να την ανοίγει. Λέω τώρα τελειώσαμε. Και ο καημένος άνοιγε να μου δείξει ότι δεν έχει τίποτα μέσα. Και όντως άνοιξε τη τσάντα του και είχε μόνο δύο-τρία ρουχαλάκια.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και φώναξα «είμαστε ελεύθεροι». Αλλά ερχόμασταν στην Ελλάδα. Βρέθηκε το εισιτήριό του για Νορβηγία. Αλλά πώς ταξίδευε για Αθήνα από Κοπεγχάγη; Λοιπόν, όλοι οι επιβάτες που ήμασταν μέσα κάναμε έρανο. Αλλά αυτά τα παιδιά, τους ποδοσφαιριστές δεν θα τους ξεχάσω. Αδειάσανε τις τσέπες τους. Ό,τι είχαν πάνω τους. Τότε δεν είχαμε και το ευρώ. Και ό,τι δολάρια κρατούσαν πάνω τους τα μαζέψανε αυτά τα παιδιά.

Πείτε μας και την ιστορία με τον Παναμά!

– Την ώρα που βρέθηκα εκεί, μας ξεναγούσε ο πρόξενος στις κερκίδες του λιμανιού. Άπλωνες το χέρι και άγγιζες το καράβι! Ήταν 28η Οκτωβρίου. Το πλοίο που μπήκε στη λεκάνη έγραφε πάνω «ελάφι» με ελληνικούς χαρακτήρες. Αυτές δεν είναι συμπτώσεις, είναι θεόσταλτα πράγματα. Και λέω στον αρχιπιλότο που ρύθμιζε τις κινήσεις των καραβιών να μου δώσει το μικρόφωνο, γιατί δήθεν έχω έναν ξάδερφο καπετάνιο για να τον χαιρετήσω.

Ανυποψίαστος, αυτός, μου δίνει το μικρόφωνο και αρχίζω «Πάρε με κυρά μου, πάρε με». Και μόλις ξεκίνησα να τραγουδάω, όλα τα καράβια σταμάτησαν, όλων των εθνικοτήτων. Και αρχίζουν τα ελληνικά τα καράβια να σφυρίζουν! Σε ένα από τα καράβια, όσο περίεργο και να σας φαίνεται, ήταν μέσα μία ξαδέρφη μου, γιατί ήταν ο άντρας της καπετάνιος.

Τα καράβια ακινητοποιήθηκαν και αρχίσανε τις παραγγελιές. Από όλες τις φυλές! Αφού πέρασε κάποια ώρα, ο αρχιπιλότος μου λέει «δώσε μου το μικρόφωνο, γιατί θα βρω μεγάλο μπελά». Όλο αυτό το σκηνικό το έγραψαν και ελληνικές και ξένες εφημερίδες!

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

 «Ό,τι έχουν πιο πολύ ανάγκη οι φυλακισμένοι»

-Εσείς τι αισθήματα έχετε για τη Θεσσαλονίκη;

– Έχω τόσο καλούς φίλους στη Θεσσαλονίκη. Έχω μια συγκλονιστική ιστορία στη Θεσσαλονίκη. Πιο συγκλονιστική δεν γίνεται. Ισάξια με του Παναμά!

Ήμασταν με τη Νένα Βενετσάνου και τραγουδούσαμε στην Αίγλη. Η Αίγλη οπτικά είναι ένας πολύ ωραίος χώρος. Και με τεράστια χαλιά που κατέβαιναν από πάνω. Ήτανε μπουάτ και ήμασταν με τη Νένα.

Και έρχεται στη μπουάτ ο διευθυντής των φυλακών του Γεντί Κουλέ με τη γυναίκα του. Χαρές, αγκαλιές, φιλιά. «Μαρίζα, σ’ αγαπάμε, δεν έρχεσαι μέχρι τις φυλακές να κάνεις κάτι για τους κρατούμενους;»… Α, λέω, χαρά μου! Έχω πάει σε όλες τις φυλακές, έτσι κι αλλιώς.

Εγώ οδηγούσα τότε ένα φορτηγάκι. Γιατί βάζαμε μέσα τα όργανα, ξεκινούσα εγώ και οι άλλοι ακολουθούσαν με τα Ι.Χ..

Ο διευθυντής μου είπε ότι θα τους καλέσει όλους την ημέρα εκείνη, να ανοίξουμε την πύλη και να δεχτούν τους κοντινούς τους συγγενείς και τα παιδιά τους στην αυλή. «Να είσαι πολύ προσεκτική» μου είπε, γιατί δεν ξέρουμε του καθενός την αντίδραση.

Πιάνω όλες τις φιλενάδες που είχα γνωρίσει στην αυλή του Γεντι Κουλέ -όπου είναι οι Άγιοι Ανάργυροι. Πάω στις νοικοκυρές και παραγγέλνω, χωρίς να τους πω τι τα θέλω, 10-15 ταψιά σιροπιαστά, ό,τι ήθελε η κάθε μία.

Και γεμίζω το βαν με τα ταψιά και πάω λοιπόν στην είσοδο. Μέσα στο βαν είχαμε και το πιάνο. Λέω τώρα άμα δει τι έχω μέσα, θα μου πει πού τα πας αυτά. Δεν επιτρεπόταν. Όλοι έμπαιναν με σωματικό έλεγχο.

Όσο να είναι, ό,τι έχουν πιο πολύ ανάγκη οι φυλακισμένοι, σε βλέπω όπως με βλέπεις, είναι τα σωροπιαστά! Λοιπόν, αμαρτία εξομολογουμένη, αμαρτία δεν είναι.

Του λέω μην κοιτάς τώρα πίσω, άσε με να μπω όπως είμαι. Μην κάνεις έλεγχο και σε μένα. Αρχίζει η παράσταση, γίνονται όλα. Το βαν δίπλα μου κοντά στο πιάνο, γιατί με αυτό ανέβαινε και κατέβαινε. Αγκαλιές, φιλιά, χαμός. Υπάρχουν φωτογραφίες ευτυχώς. Ο μεγάλος φωτογράφος της Θεσσαλονίκης, ο πασίγνωστος Κυριακίδης είχε ντοκουμέντα και κάποιος που έχει το αρχείο του, μου τα τύπωσε.

– Είχατε ευτράπελα με κανένα κρατούμενο;

Ήταν ένας κρατούμενος, ο οποίος χόρευε ένα ζεϊμπέκικο, καταπληκτικό. Μόλις τελειώνει τον χορό, πάνω στο φινάλε, τρέχει επάνω μου, με αγκαλιάζει και με σηκώνει. Στα μπράτσα του, απάνω. Λέω τώρα, αν με αφήσει, θα σκάσω κάτω σαν καρπούζι.

«Είσαι κολώνα μπετόν αρμέ, με τρία σταλ σίδερο μέσα». Μετά έμαθα τι είναι αυτό το τρία στάλ. Είναι αυτό που μπαίνει μέσα στις μεγάλες κολόνες. Οι κρατούμενοι είχαν τα παιδιά τους αγκαλιά, φαίνονται στις φωτογραφίες. Και οι φρουροί έτοιμοι γύρω-γύρω, μην τυχόν και συμβεί κάτι. Μη με κάνουν απαγωγή, μη με κουρέψουνΔεν ξέρεις τι γίνεται σε μια τέτοια στιγμή. Δώσανε τον λόγο τους όλοι βέβαια για να δουν και τα παιδιά τους. Και τις μανάδες τους.

– Τα σιροπιαστά πότε τα μοιράσατε;

– Και κάποια στιγμή, ανοίγω τη συρόμενη πόρτα του βαν. Μου λέει ο διευθυντής τι είναι αυτά; «Ή μου έχεις εμπιστοσύνη ή δεν μου έχεις», του απαντώ. «Να έρθω όπως θέλω, μου είπες».

Εγώ έτσι ήθελα. Και έτσι έγινε. Ήρθαν πρώτα τα παιδιά και τους κέρασα όλους-όλους μέσα στο βαν. Ήταν τόσα πολλά που έφαγαν όλοι και μάλιστα περίσσεψαν.

Από τα πολλά σιρόπια, το βαν το πλύναμε με το λάστιχο. Ευτυχώς δεν ήταν μέσα το πιάνο!

– Πολύ δυνατή ανάμνηση!

-Έχω αξιωθεί πράγματα που ό,τι παιδικά χρόνια και αν πέρασα, τα έχω ζήσει κατ’ αντιστοιχία σε χαρά, ομορφιά και πολλή αγάπη.

Για αυτό και έκανα μόνο στη ζωή μου ρεσιτάλ. Δεν έκανα ούτε συναυλίες. Έβαζα μπροστά μου πενήντα τραγούδια και όρμαγα. Έτσι και στις περιοδείες μου.

Σε επετειακές συναυλίες πήγαινα με όλους τους συνομήλικους τότε. Με όλα τα αστέρια της εποχής. Αλλά δικές μου συναυλίες δεν έκανα. Και ποτέ βέβαια, εκτός από τις μπουάτ, δεν τραγούδισα σε πάλκο. Γι’ αυτό πληρώνω νοίκι σήμερα. Όχι ότι δεν απέκτησα σπίτι, αλλά εμείς οι παλιοί, τα σπίτια τα δίνουμε στα παιδιά!

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

– Γίνατε μαμά πολύ νέα. Και είναι και αυτός ο στίχος που τραγουδάτε στον Μπάλλο «με το σακούλι άδειο και ένα μωρό στην πλάτη». Εγώ όταν διάβαζα την ιστορία σας, σκεφτόμουν μια δεκατετράχρονη με το μωρό στην πλάτη να έρχεται στην Αθήνα και να παλεύει να βιοποριστεί...

– Με άξια μάνα όμως, με άξια γιαγιά. Οι γιαγιάδες τα πληρώνουν όλαΉρθα στην Αθήνα 16 χρονών και μπήκα σε βιβλιοδετείο. Και σήμερα που μιλάμε, παίρνω μισή σύνταξη ως βιβλιοδέτης. Το ΙΚΑ δεν με ξέρει ως τραγουδίστρια. Δεν ξέρει κανείς ότι τραγούδησα 60 χρόνιαΕίχα κάνει και εκείνη την δισκογραφική εταιρεία και έχω άλλη μισή σύνταξη από εκεί.

– Να πάμε και στο σήμερα, γιατί μαθαίνουμε πως κάτι ετοιμάζετε!

– Και τώρα πάμε για τα φρέσκα, γιατί ήρθαν έτσι θεόσταλτα τα πράγματα. Συνεργάστηκα με την Πωλίνα Ταμπακάκη που είναι Σεφερίστρια. Της έλεγα ότι είχα ξεκινήσει το ’70 να μελοποιήσω τους Θεατρίνους του Σεφέρη. Μετά, όμως, ήρθαν αλλιώς τα πράγματα και προχώρησα με τον Καββαδία και με τον Βάρναλη, αλλά και πριν λίγα χρόνια με τον Γιώργο Σαραντάρη.

Ξεθάρρεψα, αφού μπλέχτηκα με τη Σεφερίστρια και τόλμησα να μελοποιήσω την «Ελένη». Την οποία τώρα σκηνοθετεί ο Αβδελιώδης. Και μετά το Πάσχα θα το παρουσιάσουμε στην Αθήνα. Θα ανέβουμε όμως και στη Θεσσαλονίκη!

– «Έφυγα με Τσιτσάνη και γύρισα με Τζόπλιν στην Ελλάδα». Φοβερή ατάκα. Πώς ζήσατε όλη αυτή την εποχή των χίπηδων μέσα στη δικτατορία;

– Κοίτα, ήμασταν μάρτυρες της 21ης Απριλίου με τη Χούντα. Να, εδώ πιο κάτω ήμασταν. Με τον Θεοδωράκη στην οδό Μουρούζη, δίπλα στη Ρώσικη Πρεσβεία. Ήταν η μπουάτ που είχε κάνει ο Μίκης εκείνη τη χρονιά και είχε πάρει τη Φαραντούρη, εμένα και τους μουσικούς του.

Την προηγούμενη χρονιά ήταν ο Χατζιδάκις με την Μούσχουρη εκεί και την επόμενη χρονιά, είχαμε πάει εμείς. Βγαίνοντας έξω, 2 ώρα τη νύχτα που σχόλασε, ακούει και παρατηρεί πρώτος ότι αυτός ο θόρυβος που ακούγαμε ήταν ερπύστριες. «Γρήγορα στα σπίτια σας νότια, όσο μπορείτε πιο νότια».

Εγώ προλαβαίνω να πάω στο Κολωνάκι. Σκορπίσαμε. Μάζευαν τη νύχτα αυτούς που είχαν στον κατάλογο να μαζέψουν. Ο Μίκης τους γλίτωσε. Σε λίγες μέρες, φύγαμε όλοι μαζί, να πάμε στο Λονδίνο και να αρχίσουμε συναυλίες εκεί στο πλαίσιο της οργάνωσης του Δημοκρατικού Αγώνα.

«Δεν είχα πια φόβο για τίποτα, αισθανόμουν πολιτογραφημένη»

– Πόσο δύσκολο ήταν όλο αυτό για εσάς; Θέλω να πω ότι λογικά θα νιώσατε ότι δεν έχετε πατρίδα, όπως λέγαμε στην αρχή.

– Τότε ήμασταν τόσο ψυχωμένα παιδιά. Δεν είχα πια φόβο για τίποτα, αισθανόμουν πολιτογραφημένη. Είχα δώσει εξετάσεις και είχα περάσει! Και είχα γράψει τότε και ένα τραγούδι που έλεγε «Εγώ πατρίδα γνώρισα μέσα από τα τραγούδια και της ζωής τα θαύματα μέσα από την αγάπη».

Στα δύο χρόνια που έμεινα ίσως γιατί το έχει και η κούτρα μου είχα γίνει ένα με τα χιπάκια του Hyde Park. Είχαν έρθει και δικοί μας άνθρωποι, όπως ο Μαρκόπουλος, ο Λοΐζος και ηθοποιοί. Είχαμε μια κολλεγιά δηλαδή! Μέναμε και στον ίδιο φτηνό ξενώνα.

– Πώς ήταν εκείνη η εποχή στο Ροντέο; Τι σχέση είχατε με τον Διονύση Σαββόπουλο;

– Στο Ροντέο και λίγο στο Κύτταρο, γιατί μετά έκανα δικό μου συγκρότημα και ανεξαρτητοποιήθηκα! Με τον Διονύση, νομίζω, επηρεάσαμε ο ένας τον άλλον. Εγώ αγάπησα πολύ τον ηλεκτρικό ήχο.

Και είχα μια πολιτική θέση που δεν ήταν φανερή. Αν κάποιος δεν ήξερε να την ερμηνεύσει, δεν μπορούσε να τα καταλάβει, γιατί αυτή η ένταση, αυτή η οργή και αυτά τα λόγια.

Τότε κάναμε τραγούδια με πολλούς στίχους. Καθώς περνούσαν από τη λογοκρασία, αφαιρούσαμε κάποιους για να μείνει το τι θέλαμε να τραγουδήσουμε. Έτσι βγήκε και το «Οι σκέψεις μου χορεύουν κάτω από τη βροχή».

– Θέλω να μου πείτε για το «Στο ‘πα και στο ξανά λέω» που νομίζω ότι είναι ένα τραγούδι που σας ακολουθεί…

– Το «Στο ‘πα και στο ξανά λέω» το είχε μάθει στη μάνα μου μια Σμυρνιά που έμενε στην Πλάκα, τότε που ζούσαμε στα Αναφιώτικα. Μου το τραγουδούσε η μάνα μου, μου άρεσε πολύ και μου το έμαθε.

«Αυτή ήταν η σημαντικότερη στιγμή όλης μου της ζωής»

– Το 2025 σας βράβευσαν στην Κύπρο για τη συνεισφορά σας στη διάδοση του Κυπριακού και θέλω να σας ρωτήσω για το «Παναγιά μου, Παναγιά μου», το οποίο καταλαβαίνω ότι είστε καταδικασμένη σε κάθε συνέντευξη να το συζητάτε!

– Ναι, πράγματι και μία από τις καθοριστικές στιγμές της πορείας μου. Δεν σου είπα όμως ποια είναι η καλύτερη στιγμή μου! Όταν σκέφτομαι πού βρέθηκα, πώς βρέθηκα, τι πέτυχα, και τι όχι, καταλήγω στην Τυφλίδα της Γεωργίας! Ήρθανε από τον Καύκασο οι Έλληνες με τα πούλμαν και μείνανε και στις οχτώ παραστάσεις που έδωσα εκεί μέσα σε ένα τεράστιο αθλητικό στάδιο.

– Το γεμίσατε φαντάζομαι κι εύκολα! 

– Υπήρχαν τόσα πολλά πούλμαν στην πόλη. Κοιμόντουσαν μάλιστα μέσα σε αυτά πούλμαν. Είχαν φέρει και τα παιδιά τους, αλλά και τόσα πολλά λουλούδια που στα αποδυτήρια κάτω ήταν σαν ένα βουνό. Λες και φέρανε όλον τον Καύκασο!

Την ώρα της συναυλίας, μου πετούσαν παιδιά για «να τα βαφτίσω». Όχι γιατί ήμουν η Μαρίζα, αλλά για να τα πιάσει ένας βαπτισμένος χριστιανός! Αυτή ήταν η σημαντικότερη στιγμή όλης μου της ζωής.

– Θέλω να μας πείτε και την ιστορία με τα Κύθηρα που συζητάγαμε προηγουμένως εκτός ηχογράφησης…

– Για να περάσουμε στα Κύθηρα περνάμε από την Ελαφόνησο. Εκεί είναι τα Βάτικα, που έχουν τα ωραιότερα κρεμμύδια. Περνάω λοιπόν από ένα μπακαλικάκι για να πάρω κρεμμύδια και να κάνω σαλάτα στο κάμπινγκ.

Μπαίνω μέσα στο κιόσκι του μανάβη και του λέω δώσε μου γρήγορα μερικά κρεμμύδια, γιατί θα περάσει το καράβι. Έψαχνε εκείνη την ώρα κάτι κάτω από το τραπέζι και νευριασμένος μου λέει «έχω δουλειά τώρα». Και δεν ξέρω τι με έπιασε και αρχίζω να τραγουδώ δυνατά το «Το ‘πα και στο ξαναλέω».

Αρχίζει βγαίνει σιγά-σιγά σαν σαλίγκαρος από το τραπέζι και μου λέει «εσύ το λες καλύτερα από την Κωχ» (γέλια). Τελικά μου γέμισε μια ολόκληρη τσάντα κρεμμύδια και πρόλαβα και το πλοίο!

 

Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης & Αφροδίτη Κεραμέως

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα