Βέφα Αλεξιάδου: «Είναι τιμή και καμάρι να είμαι η εθνική μαγείρισσα»

Το πρόσωπο αυτής της εβδομάδας δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Δεν υπάρχει Ελληνίδα ή Έλληνας που να μην την γνωρίζει με το μικρό της όνομα ή να μην έχει τουλάχιστον ένα βιβλίο της. Πριν λίγες μέρες, η κ. Βέφα Αλεξιάδου μας άνοιξε το σπίτι της στη Χαλκιδική και μας παραχώρησε μία συνέντευξη που θα την θυμόμαστε για πάντα.

Μαθημένη στα δύσκολα από μικρή, η κ. Βέφα δεν έμαθε ποτέ τι σημαίνει παραίτηση, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της. Αντλώντας δύναμη από την πίστη της στον Θεό, κατάφερε να πετύχει πράγματα, πέραν κάθε φαντασίας. Αυτοδημιούργητη και εργασιομανής μέχρι και σήμερα, έχτισε μία σπουδαία καριέρα και λάνσαρε το δικό της brand που φυσικά δεν περιορίστηκε μόνο μέσα στα στενά όρια της ελληνικής πραγματικότητας.

Όχι μόνο διαφήμισε την ελληνική κουζίνα έως τα πέρατα του κόσμου, αλλά κατάφερε να γίνει το συνώνυμο αυτής εντός και εκτός Ελλάδας. Με την κ. Βέφα μιλήσαμε για όλα: πώς της μπήκε το μικρόβιο της μαγειρικής, τι ήταν αυτό που την παρακίνησε να γράψει το πρώτο της βιβλίο, αλλά και το πώς από την απόρριψη έφτασε με πολύ κόπο στην απόλυτη καταξίωση. Αυτά και άλλα πολλά εμπερικλείονται και στην αυτοβιογραφία της που κυκλοφόρησε πέρυσι με τίτλο «Ήσουν πάντα εκεί».

Το μεγαλύτερο παράσημο για εμάς, το γεγονός ότι η ίδια χαρακτήρισε τη συνέντευξη που κάναμε ως την ωραιότερη της ζωής της! Την ευχαριστούμε για τη θερμή της φιλοξενία, καθώς και για το ό,τι μας χάρισε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε κέικ και τυροπιτάκια από τα χεράκια της!

– Αποδέχεστε τον όρο «εθνική μαγείρισσα»;

– Φυσικά και με ευχαριστεί πάρα πολύ όταν το ακούω. Χαίρομαι πάρα πολύ γιατί στο εξωτερικό φυσικά με ονομάζουν πρέσβειρα της ελληνικής κουζίνας. Στην Ελλάδα όμως με αποκαλούν εθνική μαγείρισσα και είναι κάτι που μου δίνει ιδιαίτερη χαρά. Μερικοί νομίζουν ότι είναι λίγο προσβλητικό, για μένα όμως είναι τιμή και καμάρι να είμαι η εθνική μαγείρισσα. Και πιστεύω ότι είμαι.

– Από την πλευρά της μητέρας σας, έχετε ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, αν δεν κάνω λάθος. Φαντάζομαι ότι μεγαλώσατε και με ανάλογες γεύσεις. Πώς σας επηρέασε η πολίτικη κουζίνα και αν αυτή η επαφή μαζί της σας παρακίνησε να ασχοληθείτε και επαγγελματικά με τη μαγειρική;

– Έχεις απόλυτο δίκιο. Αυτή ήταν η αφορμή. Η μητέρα μου μαγείρευε τόσο νόστιμα που μπορούσε μέσα στη διάρκεια της Κατοχής -που δεν είχαμε ούτε χρήματα, ούτε υλικά- να φτιάξει ένα πολύ νόστιμο φαγητό μόνο με δυο χορτάρια από τον κήπο και λίγο πλιγούρι από το σιτάρι που αλέθαμε. Επομένως, κέρδισα πάρα πολλά από την κουζίνα της μανούλας μου και πιστεύω ότι αυτή με γαλούχησε και αυτήν αργότερα μαγείρεψα. Όσοι με έβλεπαν τόσα χρόνια στην τηλεόραση, δεν χρειαζόταν να με ρωτήσουν από πού είμαι. Φαινόταν από τη μαγειρική μου.

Μπορώ να πω ότι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας έφεραν τον μαγειρικό πολιτισμό στην Ελλάδα. Είχε και η Ελλάδα μαγειρική, αλλά δεν είχε την πολυτελή μαγειρική που είχανε οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη. Επομένως, κέρδισα πολλά και νομίζω ότι αυτή ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά: η αγάπη δηλαδή που είχε η μητέρα μου για τη μαγειρική, την οποία και μετέδωσε σε μένα, όπως επίσης μετέδωσε και όλες αυτές τις ωραίες συνταγές.

Από εκεί και πέρα βέβαια, έβαλα και δικά μου πράματα. Μαγείρεψα και φαγητά από το εξωτερικό, ασχολήθηκα πλατύτερα με τη μαγειρική, όχι μόνο με την ελληνική, αλλά και με τις άλλες κουζίνες.

«Γράψε βρε Βέφα ένα βιβλίο για να κάνουμε κι εμείς αυτά που φτιάχνεις»

Βέφα Αλεξιάδου
Φωτ: Θάνος Τύρλας / dreamonline.gr

– Πώς άρχισε λοιπόν αυτή η καρμική σχέση με τη μαγειρική;

– Είχα το έναυσμα και την πρώτη ώθηση από τη μητέρα μου, όμως ήταν κάτι άλλο που τελικά με ώθησε να γράψω όλα αυτά τα βιβλία. Ήταν ότι όταν μαγείρευα και έκανα ένα τραπέζι στο σπίτι, όλοι οι φίλοι μου που έρχονταν μου λέγανε: «γράψε βρε Βέφα ένα βιβλίο για να κάνουμε κι εμείς αυτά που φτιάχνεις»! Κάθε φορά μετά από κάθε μου τραπέζι, έσπαγε το τηλέφωνο, σε βαθμό που ο άντρας μου νευρίαζε. Χτυπούσε λοιπόν το μεσημέρι το τηλέφωνο και αν με ρωτούσαν κάτι για το φαγητό, εγώ δεν έλεγα «συγγνώμη τώρα δεν μπορώ να μιλήσω, επειδή τρώμε», αλλά είχα τόση αγάπη για να δώσω τη συνταγή που συνέχιζα να μιλάω αδιάκοπα. Γι’ αυτό νευρίαζε ο άντρας μου: «Ε όχι και την ώρα που τρώμε ρε Βέφα», έλεγε.

Λέγε-λέγε το κοπέλι, κάνει την κυρά και θέλει, λοιπόν. Με το να λένε λοιπόν τόσο καλά λόγια οι φίλες μου, ήρθε η ώρα που το έβαλα πείσμα και είπα θα γράψω ένα βιβλίο. Η άλλη αφορμή που με έκανε να κάνω αυτό το βιβλίο είναι ότι ήμουν κάποτε στην Αμερική και έβλεπα ότι ο κόσμος αγαπάει πολύ το βιβλίο. Στην Ελλάδα την εποχή εκείνη, δεν είχαμε κανένα ενδιαφέρον να διαβάσουμε για μαγειρική. Ζώντας στην Αμερική λοιπόν, παρακινήθηκα να κάνω το βιβλίο, γιατί ήξερα πλέον ότι ο Έλληνας θα ενδιαφερθεί και θα το διαβάσει. Και έτσι έγινε βέβαια.

– Πότε κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο, «Πρόσκληση σε γεύμα»;

– Το πρώτο βιβλίο κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1983 και μέχρι τα Χριστούγεννα είχα πουλήσει 5.000 βιβλία. Το βιβλίο αυτό ήταν διαφορετικό από τα βιβλία που κυκλοφορούσαν τότε: είχε φωτογραφίες, καλογραμμένες συνταγές, εξαιρετικό δέσιμο, οπότε κίνησε το ενδιαφέρον στους Έλληνες και τις Ελληνίδες να το αγοράσουν.

«Αυτό δεν είναι βιβλίο, είναι διαφημιστική φυλλάδα»

Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr
Φωτ: Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Πώς φτάσατε όμως μέχρι την έκδοσή του, γιατί γνωρίζουμε ότι δεν ήταν εύκολο.

– Όταν έβγαλα το βιβλίο μου και ήταν έτοιμο να πάει για τύπωμα, δεν είχα χρήματα για να το τυπώσω και φυσικά έψαχνα να βρω έναν μεγάλο εκδότη. Για καλή μου τύχη δεν το ήθελε κανείς τότε. Αυτός που κερδίζει από ένα βιβλίο είναι πάντα ο εκδότης, όχι ο συγγραφέας. Οι πιο πολλοί συγγραφείς πεθαίνουνε στην ψάθα…

Έψαχνα λοιπόν να βρω έναν εκδότη, αλλά κανένας δεν το ήθελε. Οι πρώτοι εκδότες που προσέγγισαν μου έλεγαν: «ποιος θα ζητήσει Βέφα Αλεξιάδου», υπάρχει η Χρύσα Παραδείση, η Σοφία Σκούρα και ο Τσελεμεντές. Να όμως που ήρθε η εποχή και ζητούσαν όλοι «Βέφα Αλεξιάδου». Και μάλιστα ένας από αυτός που με απέρριψε και με συνάντησε αργότερα, μου είπε: «Αχ κυρία Βέφα μου, παίρνω φόρα και χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο, πώς έχασα εγώ τέτοιο λαβράκι μέσα από τα χέρια μου;».

Όπως γράφω λοιπόν και στο βιβλίο μου, «Ήσουν Πάντα Εκεί», αν κάποτε η ζωή σου πάει κόντρα και δεν πραγματοποιούνται αυτά που έχουμε βάλει για στόχο, να μην το βάλουμε κάτω. Ο Θεός έχει κάτι καλύτερο για εμάς. Και πράγματι, οι εκδότες δεν με ήθελαν κι ήταν για καλό.

Όταν έβλεπα λοιπόν ότι δεν θα το πάρει κανένας εκδότης, δεν το έβαλα κάτω. Έψαχνα να βρω τι θα κάνω. Άρχισα να γράφω σε κάποια λίγα περιοδικά διάφορα άρθρα διαιτολογίας. Έπαιρνα βέβαια πενταροδεκάρες, δεν ήταν χρήματα αυτά για να τυπώσω ένα βιβλίο. Όμως εγώ επέμεινα. Έτρεξα να βρω διάφορες διαφημίσεις για να βάλω μέσα στο βιβλίο. Και τελικά το πρώτο βιβλίο που βγήκε ήταν τόσο γεμάτο από διαφημίσεις, ώστε όταν το πήγα στην έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης, ένας Αμερικανός εκδότης που το άνοιξε και το είδε, μου είπε ότι αυτό δεν είναι βιβλίο, είναι διαφημιστική φυλλάδα και το πέταξε κάτω. Μπορείτε να φανταστείτε τη στενοχώρια μου.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα, ξήλωσα κυριολεκτικά το βιβλίο. Το έκανα φύλλο και φτερό. Έβγαλα μάλιστα καινούργιες φωτογραφίες, γιατί οι παλιές ήταν γεμάτες με διαφημιζόμενα κρασιά! Άλλαξα όλο το βιβλίο και ευτυχώς είχα το δικαίωμα να το κάνω. Από τότε λοιπόν είχα δώσει όρκο να μην κάνω ποτέ διαφήμιση. Και πιστέψτε με, αν είχα κάνει διαφημίσει καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας μου, θα έβγαζα τρελά λεφτά. Αλλά επέλεξα να μην κάνω. Και έλεγα στον κόσμο ότι τον σέβομαι. Κατάφερα λοιπόν να κρατήσω ψηλά την αξία του βιβλίου μου.

«Είναι πολύ γλυκιά η χαρά της βράβευσης των κόπων σου»

Φωτ: Θάνος Τύρλας / dreamonline.gr

– Έχετε πουλήσει περισσότερο από τρία εκατομμύρια βιβλία σε Ελλάδα και εξωτερικό.

– Έχω πουλήσει 3.500.000 βιβλία. Εάν φτάσεις σε αυτόν τον αριθμό πωλήσεων, λαμβάνεις διεθνές βραβείο εκδότη. Και πήρα, παιδιά, διεθνές βραβείο εκδότη. Έχω επίσης διεθνές βραβείο συγγραφέα, αλλά και διεθνές βραβείο ως TV-σεφ. Όπως λέει ο μέντοράς μου ο Έντουαρντ Κουαντρό, είμαι η μόνη στον κόσμο που έχω πάρει και τα τρία διεθνή βραβεία. Νιώθω πολύ περήφανη. Στο να συμβεί αυτό βέβαια συνετέλεσε καθοριστικά ο μέντοράς μου. Εάν δεν έχεις κάποιον στο εξωτερικό να σε πιάσει από το χέρι και να σε βοηθήσει, είναι αδύνατον να τα βγάλεις πέρα. Στην Ελλάδα, επειδή ήμουν η πρώτη δεν ήταν και τόσο δύσκολο.

Eγώ φέτος πήρα στη Σουηδία το μεγαλύτερο βραβείο, Award for Excellence of Lifetime Achievements σε ένα αμφιθέατρο, γεμάτο από κόσμο που ασχολείται με τη μαγειρική. Αφού πήρα το βραβείο, μετά όλα τα υπόλοιπα παιδιά που κέρδιζαν κάποια άλλη διάκριση, κατέβαιναν από τη σκηνή και μου έσφιγγαν το χέρι, λέγοντας: «Vefa, we love you, you are inspiration». Είναι πολύ γλυκιά η χαρά της βράβευσης των κόπων σου. Όμως κουράστηκα πάρα πολύ. Μια ζωή με αυτό ασχολούμαι και δεν το ‘βαλα κάτω ποτέ. Χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Διαβάζοντας την αυτοβιογραφία μου, ένα παιδί που μπορεί να ασχολείται με κάτι άλλο, όχι μόνο με τη μαγειρική, θα κερδίσει πολλά και καταρχάς το κουράγιο μου.

Και θα καταλάβει επίσης το πόσο με βοήθησε ο Θεός στη διάρκεια της ζωής μου. Πώς βρήκα για παράδειγμα τον Δημήτρη Τσιριμώκο; Πριν από λίγους μήνες έφυγε και μέχρι την τελευταία στιγμή τα λέγαμε. Ο Δημήτρης Τσιριμώκος ήταν ο θεμέλιος λίθος της καριέρας μου. Εάν δεν εμφανιζόταν στη ζωή μου, ίσως να μην κατάφερνα ποτέ να βγάλω το πρώτο μου βιβλίο. Όταν αγαπάς κάτι, δεν τα βάφεις ποτέ μαύρα. Σε αντίθεση με τους άλλους, ο Δημήτρης Τσιριμώκος είχε δει τη φωτιά που έκαιγε μέσα μου και μου είπε ότι θα μου τυπώσει αυτός το βιβλίο. Εκείνη την περίοδο δούλευα αμισθί στο περιοδικό του, Υγεία και Ομορφιά και του λέω: «μα καλά ρε Δημήτρη εσύ δεν έχεις λεφτά να με πληρώσεις, θα μου εκδώσεις και το βιβλίο;». Ο Δημήτρης όμως κατάλαβε ότι οτιδήποτε κι αν ξόδευε για μένα, δεν θα έβγαινε χαμένος. Μπήκε λοιπόν εγγυητής και κάπως έτσι βγήκε το πρώτο βιβλίο μου.

«Όταν πήγαιναν σπίτι, με καλούσαν στο τηλέφωνο και μου λέγανε φέρε μας άλλα πέντε αύριο για κάτι φιλενάδες»

– Αναφέρατε προηγουμένως ότι μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες, πουλήσατε 5.000 βιβλία. Πώς το καταφέρατε αυτό;

– Ρωτάτε τα ποδαράκια μου και τα χεράκια μου! Κουβαλώντας ένα καρότσι από αυτά που πηγαίνουν οι κυρίες στην αγορά και έχοντας μέσα σε αυτό 50 βιβλία. Γύριζα όλη την αγορά της Θεσσαλονίκης και έλεγα ότι έβγαλα αυτό το ωραίο βιβλίο. Θέλετε να πάρετε ένα και να το δείξετε στη γυναίκα σας; Αν δεν σας αρέσει, τους έλεγα, ελάτε αύριο που θα περάσω ξανά και δώστε το μου πίσω. Λόγω του βάρους μάλιστα των βιβλίων ήρθε η στιγμή που έπαθα μία τρομερή περιαρθρίτιδα και έπρεπε να κάνω έξι ενέσιμες κορτιζόνες για να συνέλθω. Σκεφτείτε δηλαδή τι έχω περάσει για να βγει αυτό το βιβλίο.

Εν τω μεταξύ, με γνώριζαν οι περισσότεροι στην αγορά και έπαιρναν με ευχαρίστηση το βιβλίο. Όταν πήγαιναν σπίτι, με καλούσαν στο τηλέφωνο και μου λέγανε φέρε μας άλλα πέντε αύριο για κάτι φιλενάδες! Και θα σας πω για ποιον λόγο με ήξεραν όλοι: με γνώριζαν επειδή πολύ πριν γίνω εκδότρια βιβλίων μαγειρικής, δούλευα ως χημικός και έφερνα επιστημονικά όργανα από το εξωτερικό για το πανεπιστήμιο. Πήγαινα λοιπόν στις τράπεζες για να ανοίξω πιστώσεις και με ήξεραν όλοι, από τον διευθυντή μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο. Πήγαινα στο πανεπιστήμιο, όπου δούλευε και ο άνδρας μου, και με ήξεραν όλοι. Όταν έβγαλα λοιπόν το βιβλίο μου, το έδαφος ήταν έτοιμο.

Κάναμε επίσης τρομερή διαφήμιση με διαφημιστικά έντυπα. Πηγαίναμε στην ψαραγορά της Θεσσαλονίκης και μοιράζαμε φυλλάδια. Τρέχανε όλοι να πάρουν, επειδή στο διαφημιστικό υπήρχε πάντα μια παγίδα! Ήταν γραμμένη μία ωραία συνταγή: «μελιτζάνες μαντηλάκια αλά Βέφα», καθώς και χρήσιμες μαγειρικές συμβουλές. Το παίρνανε λοιπόν οι νοικοκυρές και μετά από λίγο πηγαίνανε και στα βιβλιοπωλεία για να αγοράσουν το βιβλίο. Κάναμε όμως μεγάλο αγώνα. Για να τα κάνεις όλα αυτά, υπάρχει βέβαια και μία θεία φώτιση.

– Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το μυστικό της επιτυχίας σας;

– Η αγάπη μου για αυτό που ξεκινάω να κάνω. Όσο περισσότερο αγαπάς κάτι, τόσο πιο ωραίο θα το κάνεις. Όταν κάνεις το χόμπι σου δουλειά, τότε η δουλειά είναι επιτυχημένη 100%. Αυτό είπα και στα παιδιά στη Σουηδία: «ξέρω ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά αν πράγματι αγαπάτε αυτό το οποίο ξεκινήσατε, θα σας φανεί τελικά εύκολο». Άμα έχεις πραγματική αγάπη για αυτό που κάνεις, δεν θα παίρνεις χαμπάρι τα εμπόδια, όσα κι αν προκύψουν.

– Παρόλα αυτά, υπήρξε κάποια στιγμή στη διάρκεια της καριέρας σας που να είπατε «φτάνει πια κουράστηκα, δεν αντέχω άλλο»;

– Ποτέ! Ούτε και τώρα που ακόμη λειτουργώ το e-shop μου. Αυτά όλα είναι μέσα μου και προσπάθησα με την αυτοβιογραφία μου, να τα δώσω στον κόσμο για να τα καταλάβει.

Φωτ: Θάνος Τύρλας / dreamonline.gr – η κ. Βέφα, ξεφυλλίζοντας την αυτοβιογραφία της, «Ήσουν πάντα εκεί»

– Πώς νιώθετε που μάθατε σε τόσες πολλές Ελληνίδες –και φυσικά στις μαμάδες μας- να μαγειρεύουν;

– Ιδιαίτερη χαρά! Και όταν μου το λένε, χαίρομαι ακόμα πιο πολύ. «Να είσαι καλά κ. Βέφα, σε σένα χρωστάω το ωραιότερο τραπέζι που έστρωσα, τους φίλους μου που τους ευχαρίστησα, τα παιδιά μου που τα έθρεψα…». Είναι δυνατόν να μην χαίρομαι, όταν τα ακούω αυτά; Είναι να μην λέω μπράβο στον εαυτό μου που έκανε κουράγιο; Γιατί χρειάστηκε πολύ κουράγιο παιδιά…

Εν τω μεταξύ να σας πω κι αυτό: στην αρχή η μαμά μου, μου έλεγε έλα να σου δείξω πώς να μαγειρεύεις, γιατί εγώ δεν ήθελα. Και μου είπε κάποια στιγμή ότι ο άνδρας σου θα τρώει στο τέλος μόνο αυγά τηγανητά. «Μην ανησυχείς», της απαντούσα και τελικά μόνο αυγά τηγανητά δεν έφαγε ο άνδρας μου…

– Και από τα βιβλία, πήγαμε στην τηλεόραση, το επόμενο σκαλοπάτι…

– Εκεί γελάει και το παρδαλό κατσίκι! Λέω λοιπόν μια μέρα στις φιλενάδες μου ότι: «κορίτσια ετοιμαστείτε, θα βγω στην τηλεόραση». Με ρωτάνε τι θα κάνεις εσύ στην τηλεόραση και τις απαντάω μαγειρική. Και αρχίζουν να γελάνε. Μόνο μία που με ήξερε καλά, μου είπε και το θυμάμαι ακόμα: «Βέφα, εσύ που έγραψες ήδη τρία υπέροχα βιβλία, είναι δυνατόν να μην τα καταφέρεις να βγεις στην τηλεόραση;». Οι άλλες γελάσανε, μόνο μία με πίστεψε. Αλλά γελάει καλύτερα, όποιος γελάει τελευταίος.

Ο καφές με την Ελένη στον Ant1

– Και ήσασταν, νομίζω, η πρώτη που άρχισε να βγάζει ζωντανά τηλέφωνα στην τηλεόραση, σωστά;

– Βέβαια και αυτό ήταν το πιο σημαντικό! Και μάλιστα με ρωτούσανε τότε, πώς θα απαντάς σε όλα τα ερωτήματα, μπορεί να σε ρωτήσουν κάτι που δεν ξέρεις. Τους απαντούσα: «μην ανησυχείτε, ακόμα και να μην το ξέρω, θα το μπαλώσω!». Ήμουν η μόνη λοιπόν που δεχόμουν ερωτήσεις. Απαντούσα ωραία και ήταν όλες ευχαριστημένες. Το χαιρόμουν πραγματικά που ερχόμουν σε επικοινωνία με τον κόσμο.

– Βλέποντας μία εκπομπή σας, ανακάλυψα ότι εσείς ήσασταν που κάνατε διάσημη την τυροκαυτερή! Για πείτε μας μερικές λεπτομέρειες.

– Έτσι ακριβώς! Η τυροκαυτερή είναι μία βλάχικη συνταγή. Μου την είχε μάθει μία φίλη μου, βλάχα, η οποία είχε γνωστή αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στη Θεσσαλονίκη. Όταν μας καλούσε σπίτι της, μας έκανε την τυροκαυτερή και καθώς εκείνη την εποχή έγραφα το «Πρόσκληση σε Κοκτέιλ», μου είχε πει να την βάλω στο βιβλίο μου. Η συνταγή είναι πολύ απλή: τυράκι, λίγο λάδι, καυτερή πιπεριά και λίγο ξύδι στο τέλος.

Για να την μάθω λοιπόν στον κόσμο, πήγαινα στα εστιατόρια που έτρωγα και τους έλεγα: «φέρτε μου λίγο τυράκι και μία ψημένη πιπεριά». Έπαιρνα λοιπόν το τυρί και το πατούσα με ένα πηρούνι μαζί με την πιπεριά. Μετά από λίγο μπήκε και στην αγορά.

– Φέρατε πάντως μία επανάσταση στην ελληνική κουζίνα, την οδηγήσατε σε μία νέα εποχή.

– Έφερα την ελληνική κουζίνα στα γράδα της, παιδιά. Η ελληνική κουζίνα δεν ήταν έτσι όπως την κάνανε οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας. Πήρα τη φασολάδα και την έκανα φασολάδα με τα όλα της! Στη δύσκολη περίοδο της Κατοχής, οφείλουμε να πούμε όμως ότι τα φασόλια μας έσωσαν.

Το βιβλίο μου «Vefa’s Kitchen» έχει μεταφραστεί σε έξι γλώσσες από τον Phaidon. Αν για κάτι είμαι περήφανη για όλον αυτόν τον αγώνα που έκανα είναι το γεγονός ότι κατάφερα να βρω αυτόν τον μεγάλο εκδότη. Αν διαβάσετε την αυτοβιογραφία μου, θα καταλάβετε πόσο πολύ κυνήγησα να βρω αυτόν τον μεγάλο εκδότη. O Phaidon έχει γραφεία σε όλον τον κόσμο. Κάτω από αυτό το πλαίσιο, μαγείρεψα και με τη Martha Stewart στην Αμερική. Το να μαγειρέψεις με τη συγκεκριμένη γυναίκα στην εκπομπή της είναι κάτι το ασύλληπτο. Όμως το κάναμε κι αυτό, γιατί ο Phaidon ήθελε να κάνει τη διαφήμιση του βιβλίου.

«Ευχαριστώ πάρα πολύ, όμως τώρα έχω χρήματα να βγάλω όσα βιβλία θέλω»

– Άμα γυρνούσατε τον χρόνο πίσω για να ζήσετε ξανά μία στιγμή στη διάρκεια της καριέρας σας, ποια θα ήταν αυτή;

– Θα ξεχώριζα αυτό που σας είπα και προγουμένως ότι δηλαδή οι εκδότες που στην αρχή δεν με ήθελαν, μετά ήρθανε και με παρακαλούσανε να βγάλουνε αυτοί τα επόμενα βιβλία μου. Θυμάμαι ότι είχε έρθει ένας εκδότης και μου είχε πει: «κ. Βέφα, ήρθατε και μου ζητήσατε κάποτε να βγάλω το βιβλίο σας και εγώ δεν το έκανα. Φυσικά ήταν λάθος μου, όμως τα επόμενα βιβλία θα σας τα βγάλω εγώ!». Του απαντάω: «ευχαριστώ πάρα πολύ, όμως τώρα έχω χρήματα να βγάλω όσα βιβλία θέλω». Αυτό που σας λέω δεν ήταν κάτι το συνταρακτικό, αλλά είναι κάτι που αξίζει να γραφτεί. Ήταν μία ηθική δικαίωση για μένα.

«Ο άλλος δεν είχε να αγοράσει φαγητό στο παιδί του, θα αγόραζε ποτηράκια;»

– Από την απόλυτη καταξίωση και την επιτυχία, έφτασε η στιγμή στη διάρκεια της κρίσης που είδατε τις επιχειρήσεις σας να κλείνουν; Πώς διαχειριστήκατε αυτήν τη δυσμενή εξέλιξη;

– Το διαχειρίστηκα με τον καλύτερο τρόπο και όσο μπορούσα με υπομονή και εξυπνάδα. Δηλαδή ήξερα ότι τα προϊόντα που πουλούσαμε στα Vefa’s House ήταν προϊόντα για να κάνουμε μια γιορτή, δηλαδή πράγματα πολυτελείας, όπου σε μια περίοδο κρίσης δεν θα σκεφτεί κανείς να πάρει πιατάκια ή ποτηράκια για ένα παιδικό πάρτι. Υπήρχαν σημαντικότερες ανάγκες σε μια περίοδο κρίσης. Ο άλλος δεν είχε να αγοράσει φαγητό στο παιδί του, θα αγόραζε ποτηράκια;

Βέβαια όσο κι αν προσπάθησα να το υποστηρίξω με προϊόντα που θα ήταν πιο προσιτά στο πορτοφόλι της νοικοκυράς, δεν τα κατάφερα. Διότι η κρίση παιδιά ήταν πολύ σοβαρή, πέσαμε από τα σύννεφα, ήταν λες και περπατούσαμε πάνω σε σάπια σανίδια. Ε λοιπόν βούλιαξαν τα σανίδια και πέσαμε κάτω. Σκεφτείτε πόσοι επιχειρηματίες αυτοκτόνησαν. Δόξα τον Θεό που δεν αυτοκτόνησα. Όσες δυσκολίες κι αν υπήρξαν στη ζωή μου, δεν αυτοκτόνησα.

«Τα μαύρα ρούχα δεν τα φόρεσα, το μαύρο χρώμα όμως το κουβαλάω στην ψυχή μου μέχρι να κλείσω τα μάτια μου»

Η κ. Βέφα με τις δύο της κόρες, Αλεξία και Άντζελα και τις εγγονές της

– Ο Θεός έχει μία πολύ ξεχωριστή θέση στη ζωή σας. Θεωρείτε ότι η βαθιά σας πίστη σας βοήθησε να ξεπεράσετε τις δυσκολίες που αυτή έφερε;

– Όσο και να σας πω ότι πιστεύω στον Θεό είναι αδύνατο να καταλάβετε πόσο βαθιά πιστεύω. Αρκεί να σας πω ότι έχω το βάρος των τριών θανάτων, των δύο παιδιών μου και του συζύγου μου, και ο Θεός μου κρατάει το χέρι και με στηρίζει. Στην προσευχή μου παρακαλάω τον Θεό να μην μου αφήσει το χέρι. Γι’ αυτό δεν ντύνομαι στα μαύρα, γι’ αυτό βάφομαι, χτενίζομαι, συνεχίζω τη δουλειά μου. Ο Θεός δεν θέλει ούτε να κλαίμε, ούτε να το βάζουμε κάτω. Τα μαύρα ρούχα δεν τα φόρεσα, το μαύρο χρώμα όμως το κουβαλάω στην ψυχή μου μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Η μητέρα μου έλεγε να κλειδώνω τα βάσανα μου μέσα στο σπίτι μου, να μην τα κουβαλάω εκτός σπιτιού.

– Στη διάρκεια της Κατοχής, πηγαίνατε στο δημοτικό. Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;

– Στα χρόνια της Κατοχής ήταν πολύ περιορισμένη η μόρφωση μας, τις περισσότερες φορές έπεφταν βόμβες και δεν πηγαίναμε σχολείο. Όλα τα παιδιά της Κατοχής ήταν λες και το είχαμε βάλει πείσμα να μορφωθούμε. Σκέφτείτε ότι εγώ για να πάρω τα βιβλία του Λόρδου Μπάυρον και του Διονύσιου Σολωμού αναγκάστηκα να πω ψέματα στη μαμά μου ότι μας είπε ο καθηγητής να τα αγοράσουμε, για να μπορέσω να την πείσω να μου τα πάρει, καθώς δεν είχαμε χρήματα!

Σκέψου τι έφεση στη μόρφωση είχα. Τη μόρφωση δεν την αποκτούμε στο σχολείο, αλλά την αποκτούμε διαβάζοντας. Έχω διαβάσει τα πάντα! Αυτό που μας παρακινούσε να διαβάζουμε ήταν και τα περιοδικά που έβγαιναν τότε, με κομμάτια από λογοτεχνικά αριστουργήματα όπως, Η Παναγία των Παρισίων, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Έχω διαβάσει επίσης όλους τους Ρώσους συγγραφείς. Και βέβαια Ντοστογέφσκι!

– Πείτε μας μερικά λόγια για τον σύζυγό σας και καθηγητή πανεπιστημίου, Κώστα Αλεξιάδη.

– Ο Κώστας ήταν η σκιά μου! Ήταν στο πανεπιστήμιο μαζί μου, δύο χρόνια μεγαλύτερος από εμένα. Όπου ήταν η Βέφα, ήταν και ο Κώστας! Εγώ εντωμεταξύ τον έδιωχνα, του έλεγα «φύγε, εγώ αγαπώ άλλον» και εκείνος απαντούσε ότι με ήθελε για φίλη του.

Με τον σύζυγό της, Κώστα Αλεξιάδη

– Έτσι άρχισαν όλα λοιπόν;

– Έτσι άρχισαν όλα (γέλια)! Ο Κώστας με αγαπούσε πολύ, έκανε υπομονή τόσα χρόνια για να με καταφέρει και φυσικά παντρευτήκαμε και ζήσαμε μια ανεπανάληπτη ζωή. Πηγαίναμε παντού μαζί. Στο εξωτερικό με είχε πιασμένη από το χέρι! Πίναμε σαμπάνια μέσα στο αεροπλάνο και γυρίζαμε όλον τον κόσμο. Έζησα πολύ ωραία χρόνια, πάλεψα όμως πάρα πολύ στη ζωή μου, όπως καταλαβαίνετε εσείς, αλλά και οι αναγνώστες της συνέντευξης αν διαβάσουν την αυτοβιογραφία μου, Ήσουν Πάντα Εκεί.

«Οι νέοι ακούνε για μαγειρική μέσω του ‘Ακη / Άξια διάδοχός μου η Ντίνα Νικολάου»

– Ξεχωρίζετε κάποιον/α από τους νεότερους σεφ;

– Κανένας δεν μαγειρεύει όπως μαγείρευα εγώ, αυτό βγάλτε το από το μυαλό σας! Και δεν μαγειρεύουν όπως εγώ, γιατί η δική μου μαγειρική ήταν μέσα από μια κουζίνα της γυναίκας που μαγειρεύει. Ήταν διαφορετικό το στυλ μαγειρικής του τότε, σε σχέση με το σημερινό. Επομένως κανένας από όσους μαγειρεύουν δεν θα μπορέσει να με φτάσει. Εγώ ήμουν απλή, μίλαγα απλά μεν, αλλά σωστά Ελληνικά, ώστε να καταλαβαίνουν όλοι. Εγώ έκανα οικογενειακό το φαγητό, σαν να βγαίνει μέσα από ένα σπίτι, ενώ τώρα λένε απλά τη συνταγή. Αυτό δεν πρόκειται να ξαναγίνει.

Από αυτούς που είναι τώρα στην τηλεόραση αρκετών οι συνταγές βγαίνουν, όπως π.χ. της Μπαρμπαρήγου που μαγειρεύει ναι μεν ωραία, πλην όμως με κατακλέβει (γέλια). Βέβαια είναι λογικό να με κλέβουν, γιατί δεν υπάρχει συνταγή που να μην έχω κάνει!

Εκείνος που έχει ταλέντο είναι ο Άκης Πετρετζίκης, διότι η νέα γενιά ακούει για μαγειρική μέσω του Άκη και αυτό είναι κάτι το πραγματικά σπουδαίο. Μολονότι πολλοί από τους νέους μπορεί να μην μαγειρεύουν καν. Ο Άκης επίσης είναι πολύ διαβασμένος, έχει την εξυπνάδα και ακολουθεί τα βήματα μου, ανοίγοντας μαγαζιά. Συνδυάζει το ταλέντο με την εξυπνάδα. Να σας πω βέβαια ότι μια μαγείρισσα που αγαπώ και που συνεχίζει το έργο μου είναι η Ντίνα Νικολάου, η οποία είναι πάρα πολύ καλή! Είναι η μόνη που παραδέχομαι ως άξια διάδοχο μου.

Στην τηλεόραση βλέπω βέβαια μαγειρικές σε κάθε εκπομπή. Και αναρωτιέμαι τι κάνουν όλοι αυτοί; Γελάω! Και κανένας δεν θυμάται να αναφέρει το όνομα μου, δεν πειράζει όμως, το θυμάται όλη η Ελλάδα! Εμένα είναι τιμή μου να με αποκαλούν «εθνική μαγείρισσα» στην Ελλάδα και «Πρέσβειρα της Ελληνικής Κουζίνας» στο εξωτερικό.

– Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο μάγειρα που θέλει να ασχοληθεί με τη μαγειρική;

– Αν έχει τρομερή έφεση και πολλή αγάπη για το αντικείμενο, να το ξεκινήσει! Αλλιώς να το πετάξει αμέσως, γιατί γέμισε ο τόπος! Πρέπει να ξεχωρίσει όπως ο Άκης, ο οποίος είχε έφεση. Να επιμένει και να υπομένει όπως έκανα εγώ στη ζωή μου. Παιδιά χρειάζονται πολλά για να πετύχεις σε ένα επάγγελμα, το βασικό όμως είναι η αγάπη, να το αγαπάς τρελά να λες «θα πεθάνω για αυτό»! Μόνο έτσι θα πετύχεις!

Φωτ: Θάνος Τύρλας / dreamonline.gr
Φωτ: Θάνος Τύρλας / dreamonline.gr

– Έχετε συνδεθεί όσο καμία άλλη με την Ελληνική Κουζίνα, αλλά αν σας ζητούσαμε να επιλέξετε μια κουζίνα πλην της Ελληνικής, ποια θα ήταν αυτή;

– Η ιταλική, η αδελφή κουζίνα! Κέρδισα πολλά από την ιταλική κουζίνα. Είχαμε κάνει ολόκληρο συνέδριο στην Ισπανία αναζητώντας τις ρίζες της μεσογειακής κουζίνας, μαγειρέψαμε όλα τα κράτη της Μεσογείου!

– Άρα μέσω της μαγειρικής κάνατε και διπλωματία!

– Βέβαια, τρομερή διπλωματία, είμαι πολύ καλή διπλωμάτης (γέλια)! Να μην σου πω ότι μου αρέσει και η πολιτική! Ειδικά τώρα με τις εκλογές που προηγήθηκαν, μου άρεζε πολύ να παρακολουθώ τι γίνεται.

– Ποιο είναι το αγαπημένο φαγητό της Βέφας Αλεξιάδου;

– Τώρα μου χτυπάς τον κάλο! Το αγαπημένο μου είναι αρνάκι κοκκινιστό με μελιτζάνες! Αλλά προσοχή! Οι μελιτζάνες που κυκλοφορούν τώρα θέλουνε καλό αλάτισμα, καλό ξέπλυμα και καλό στίψιμο! Αν δεν το κάνεις αυτό, βγάζουν το νερό και γίνεται σούπα! Θέλουν καλό τηγάνισμα οι μελιτζάνες! Είναι εύκολη συνταγή!

– Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε στους αναγνώστες της συνέντευξης μας;

– Πρώτα από όλα, θα ήθελα να στείλω την αγάπη μου και τις θερμές μου ευχαριστίες για την αγάπη που μου έδειξαν, διαβάζοντας τα βιβλία μου και βλέποντας τις εκπομπές μου. Μπορεί οι νοικοκυρές να είχαν πάρει πολλά από τις μαμάδες τους και τις γιαγιάδες τους, αλλά κάτι πήραν κι από εμένα.

Τις ευχαριστώ λοιπόν που με εμπιστεύτηκαν και που με σταματάνε στον δρόμο και μου λένε ότι όλες οι συνταγές από τα βιβλία μου πετυχαίνουν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά μου. Να συνεχίσουν λοιπόν το έργο τους όσες αναποδιές κι αν συναντήσουν μπροστά τους, γιατί εκείνο που μένει στο τέλος- όταν περνάνε τα δύσκολα- είναι η επιτυχία. Αν δεν επιμείνουμε, θα το χάσουμε. Να αγαπάτε το υλικό που θα μεταχειριστείτε. Μην τα βράζετε και μην τα ψήνετε πολύ!

Φωτ; Βασίλης Ιατρούδης / dreamonline.gr

– Περιγράψτε μας με μια λέξη τη Βέφα Αλεξιάδου.

– Τελειομανής! Έχω μανία με αυτό. Αν δεν βγει το φαγητό τέλειο, δεν το παραδίδω! Και να θυμάστε: Το φαγητό και η μαγειρική είναι το παν! Χωρίς μουσική ζούμε, χωρίς φαγητό όμως όχι!

 

* To οπτικοακουστικό σκέλος της συνέντευξης θα είναι διαθέσιμο σε λίγες ημέρες στο κανάλι του Θάνου Τύρλα στο YouTube.

Συνέντευξη: Βασίλης Ιατρούδης & Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα