Το όνομα Βασίλης Κατσικονούρης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Με γραφή άμεση, ρεαλιστική και βαθιά ανθρώπινη, τα έργα του φωτίζουν τις σιωπές μιας κοινωνίας που αλλάζει, τις οικογενειακές σχέσεις που δοκιμάζονται αλλά και τα όνειρα που επιμένουν, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν δύσκολα.
Από το εμβληματικό «Γάλα», που αγαπήθηκε όσο λίγα σύγχρονα ελληνικά έργα και συνεχίζει να συγκινεί νέες γενιές θεατών, μέχρι την «Καλιφόρνια Ντρίμιν» και άλλα κείμενα που ισορροπούν ανάμεσα στο χιούμορ και τη σκληρή πραγματικότητα, ο Κατσικονούρης καταγράφει ήρωες που είναι πρόσωπα οικεία, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που ξαφνικά τους βλέπουμε σε μια θεατρική σκηνή, «ένα μαύρο κουτί» όπως χαρακτηριστικά μας λέει.
Συναντηθήκαμε στη γειτονιά του Ζωγράφου στην Αθήνα, αλλά η συζήτησή μας μας οδήγησε στα παιδικά του χρόνια στο Κιλκίς, ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τον ίδιο, καθώς και σε όλες τις επιρροές που τον διαμόρφωσαν καλλιτεχνικά. Μέσα από μια ουσιαστική ανάλυση του έργου του, ο Βασίλης Κατσινούρης μας χάρισε μια κουβέντα που κάθε θεατρόφιλος ή και επίδοξος θεατρικός συγγραφέας, θα ήθελε να ακούσει. Τον ευχαριστούμε!
– Κύριε Κατσικονούρη, ξεκινάμε;
– Ωραία. Λοιπόν, Ηλία Ρίχτο.
– Για θέατρο νόμιζα θα μιλήσουμε, αλλά μου κάνετε μια ωραία πάσα για μια κινηματογραφική ερώτηση. Ποια είναι η αγαπημένη σας ιστορία από το «Όλα είναι Δρόμος»;
– Η τρίτη ιστορία με το «Βιετνάμ», καθώς εκτυλίσσεται στην πατρίδα μου, το Κιλκίς.
– Άρα εμένα η πρώτη ιστορία είναι η αγαπημένη μου, γιατί είμαι Θεσσαλονικιά! Σας αρέσει ο κινηματογράφος;
– Βέβαια μου αρέσει. Και μάλιστα περισσότερο από το θέατρο. Εγώ ήμουν και είμαι κυρίως κινηματογραφόφιλος. Πήγαινα πολύ συχνά στον κινηματογράφο και σπάνια στο θέατρο.
– Αλλά γράφατε θεατρικά;
– Ναι, έλα ντε, είναι ένα οξύμωρο πράγμα. Μέχρι που γνώρισα τη γυναίκα μου, η οποία ήταν και είναι θεατρολόγος, και έτσι έντεχνα μου είπε «ξέρεις, μιας που γράφεις θέατρο μήπως θα ήταν καλό να πηγαίνεις να βλέπεις και θέατρο;».
– Πώς ξεκινήσατε όμως να γράφετε θέατρο, ενώ δεν βλέπατε θέατρο;
– Από μικρός, δεν ξέρω από πού ερχόταν αυτό, αλλά σαν να υπήρχε μια υποχρέωση, ότι κάποια στιγμή πρέπει να γράψω.
«Όπως κάθε άνθρωπος με τη μοίρα του, προσπάθησα να την αποφύγω»
– Διαβάζατε κιόλας;
-Ναι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, διαβάζω και έχω μια καλή σχέση με τον λόγο. Στο σχολείο μου το έλεγαν οι δάσκαλοι, οι συμμαθητές μου, ζητούσαν να τους βοηθάω στις εκθέσεις τους και από το ευρύτερο οικογενειακό μου περιβάλλον, υπήρχε αυτή η αίσθηση ότι ο Βασίλης του αρέσουν πολύ τα βιβλία, το διάβασμα, πρέπει κάποια στιγμή να γράψει.
Μεγαλώνοντας, είπα να το κάνω αυτό, που ήταν σαν ένα είδος μοίρας. Μα φυσικά όπως κάθε άνθρωπος με τη μοίρα του, προσπάθησα να την αποφύγω.
Γιατί όταν άρχισα να γράφω, αυτό που είχα σαν στερεότυπο στο μυαλό μου για γραφή, είναι να γράψω μεγάλα μυθιστορήματα, βιβλία-τούβλα, σαν τους «αδερφούς Καραμαζώφ», πράγμα που εμένα μου φάνηκε βαρετό. Δηλαδή μετά την πρώτη, δεύτερη, τρίτη σελίδα που έγραφα, βαριόμουν.
Κάποια στιγμή έπιασα μια κιθάρα και άρχισα να μαθαίνω από μόνος μου, να φτιάχνω μελωδίες, συνθέσεις: οι μελωδίες θέλανε λόγια και έτσι άρχισα να σκαρώνω και στιχάκια. Τα στιχάκια όμως λέγανε ιστορίες, ιστορίες που δεν χωρούσανε μέσα στο σχήμα του τραγουδιού κουπλέ, ρεφρέν κουπλέ. Ξεχυλώνανε, περισσεύανε από το τραγούδι.
Οπότε άρχισα πάλι να ξαναγράφω αυτές τις ιστορίες. Δηλαδή, από σπόντα, οδηγήθηκα πάλι στο γράψιμο. Από εκεί ανακάλυψα ότι αυτές τις ιστορίες μπορούσα να τις λέω με έναν τρόπο όχι βαρετό και αυτός ο τρόπος ήταν ο διάλογος. Και από εκεί οδηγήθηκα στη θεατρική γραφή.
Το θεώρησα στην αρχή σαν ένα είδος γραφής για τεμπέληδες. Εκ των πραγμάτων, αποδείχθηκε η θεατρική γραφή κάθε άλλο παρά για τεμπέληδες είναι. Είναι πολύ δύσκολο είδος. Γιατί ακριβώς αυτό που έχεις να πεις θα πρέπει να το πεις ελλειπτικά, με μία πυκνότητα. Αυτό που σε ένα μυθιστόρημα άλλος έχει την ελευθερία να το απλώσει σε 5-6 σελίδες με αναλύσεις, με εσωτερική σκέψη και με περιγραφές, στο θέατρο πρέπει να το πεις με δύο ατάκες ή και με καμία, με μία παύση.
– Και μετά φαντάζομαι ή και πριν, διαβάζατε θεατρικά.
– Από ένα σημείο και μετά μου άρεσε να διαβάζω.
– Με ποιους θεατρικούς συγγραφείς ξεκινήσατε;
– Ο Άμλετ υπήρξε μια αποκάλυψη για μένα. Γενικώς, τα έργα του Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ έθεσε τους όρους για το σύγχρονο ευρωπαϊκό δράμα. Ό,τι έχω διαβάσει επίσης από τον Άρθουρ Μίλλερ μ’ αρέσει. Με το κορυφαίο βέβαια να είναι, “ο Θάνατος του Εμποράκου.”
– Από Έλληνες;
– Καμπανέλης, Κεχαΐδης, Αναγνωστάκη.

«Έχω ακόμα ένα αίσθημα ξενότητας και ανοικειότητας»
– Πόσο αυτοβιογραφικά είναι τα πρόσωπα που δημιουργείτε, ακόμα και αν δεν είναι ιστορίες; Τους έχετε συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους των οποίων την ιστορία αφηγείστε;
– Κομμάτια τους, κάποια θραύσματα από εδώ και από εκεί, τα οποία όμως έρχονται και κουμπώνουν με κάτι δικό μου.
Ο Λευτέρης στο «Γάλα», μιας που λέγαμε και για το Κιλκίς προηγουμένως, αυτό το αίσθημα της ξενότητας, το ότι τον πήραν από το μέρος του είναι κάτι που είχα νιώσει κι εγώ, όταν ήμουν παιδί και με «αρπάξανε» από την γειτονιά μου στο Κιλκίς και με έφεραν εδώ στην Αθήνα. Ήταν για μένα ένα μεγάλο σοκ: σαν να με είχανε πάρει από την αυλή και τους δρόμους της παιδικής μου ηλικίας και να με κλείσανε σε ένα διαμέρισμα.
Αρκετά από τα πράγματα που αναφέρει ο Λευτέρης ότι τα νοσταλγεί για τη δική του πατρίδα πίσω στη Γεωργία, τα νοσταλγώ κι εγώ. Τις παιδικές μου αναμνήσεις, τις οποίες τις έφερα τότε και ακόμα τις φέρω, τις σκέφτομαι με νοσταλγία. Έχω ακόμα ένα αίσθημα ξενότητας και ανοικειότητας.
– Η Αθήνα είναι μια πόλη που μπορείς να νιώθεις συνέχεια ξένος;
– Ναι και παρότι είμαι τόσα χρόνια εδώ, που έχω ριζώσει, έχω κάνει οικογένεια. Το θέμα δεν είναι τόσο ο τόπος, είναι ο χρόνος κυρίως, η αίσθησή του, πώς τον προσλαμβάνεις. Είχα άλλη αίσθηση και πρόσληψη του χρόνου, όσο μεγάλωνα στο Κιλκίς και άλλη όταν ήρθα εδώ. Νομίζω πως αυτό που νοσταλγώ είναι ένας άλλος τρόπος για να ζεις.
– Στο «Γάλα» το γράφετε ακριβώς αυτό, εκεί προς το τέλος, που ο Λευτέρης γυρνάει στον αδερφό του και λέει, «δηλαδή τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν όπως πριν;». Και το λέει τόσο φυσικά, αυθόρμητα, παιδικά.
– Υπάρχει ένα Nevermore, όχι πια, όπως υπάρχει και στο «Κοράκι» του Πόε. Πέφτει στη ζωή μας συνέχεια και το οποίο πολλές φορές είναι ασήκωτο το αίσθημα ότι, επιστροφή πια δεν έχει.
Απλώς μαλακώνει. Όταν οι άνθρωποι συναντιούνται και έρχονται κοντά, μαλακώνουν. Και γι’ αυτό και το έργο το ονόμασα το «Γάλα» που στα ρώσικα σημαίνει μαλακό.
– Τι κρατάει τόσο ζωντανό το «Γάλα»; Άμα το γράφατε τώρα, δεν νιώθω ότι θα γράφατε πολύ διαφορετικά για τον ξεριζωμό, για τους μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα.
– Κανένα μου έργο δεν θα το έγραφα διαφορετικά. Δεν επιδιώκω γενικά να μιλήσω για το λεγόμενο επίκαιρο, αλλά για το καίριο. Επειδή ακριβώς είναι καίριο, δεν θα το αλλάξεις μετά από 10-15 χρόνια επειδή ίσως έχεις αλλάξει εσύ ή έχουν αλλάξει περιστάσεις. Αν ένα έργο μιλάει για αυτό που έχει σημασία, θα είναι σημαντικό και πέρα από τον τόπο και χρόνο.
Δεν θέλω να πω βέβαια, ότι τα έργα μου είναι κλασικά, αλλά η αίσθηση που έχω όταν τα τελειώνω είναι ότι πήρα αφορμή από κάτι εφήμερο, για να μιλήσω για κάτι πιο βαθύ και μόνιμο. Οπότε, αν το έχει καταφέρει αυτό το έργο, και να μου βάζανε με το πιστόλι στο κεφάλι να το ξαναγράψω, μετά από χρόνια πάλι, έτσι θα το έγραφα.

– Πώς σας φαίνεται ότι έργα σας παίζονται ξανά και ξανά;
– Αλίμονο. Τι να πω. Μου αρέσει γιατί παίρνουν ξανά ζωή και παραμένουν ζωντανά. Η όποια αλήθεια που έχουν δεν μένει ακίνητη, αλλά μεταφέρεται μέσα από τον χρόνο και μέσα από τους καινούργιους θεατές, μεταφέρεται και παραμένει ζωντανή. Είναι κάτι πολύ ωραίο.
Δεν είναι σαν κάτι που το έφτιαξες και έχει μείνει πίσω εκεί και κάποια στιγμή γυρίζεις το κεφάλι πίσω να το δεις. Είναι κάτι που μπορεί να το βρεις πάλι, και όπως προχωράς, μπροστά σου.
– Και όταν ανεβαίνει το έργο, εσείς συνεργάζεστε με τον εκάστοτε σκηνοθέτη και θίασο;
– Ναι φυσικά συνεργάζομαι επειδή είμαι κατά κάποιο τρόπο εκ των πραγμάτων, είμαι αυτός που ξέρει όχι μόνο το έργο καλύτερα, αλλά ξέρω και την περιπέτεια της γραφής του. Έτσι μπορώ να συνεισφέρω με αυτή τη γνώση. Δίνω δηλαδή και το making-of, αν θέλεις, του έργου, πράγμα το οποίο είναι πολύ χρήσιμο, οι έξυπνοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί το αξιοποιούν.
«Τα πρόσωπα διαφεύγουν από αυτό που θα ήθελα εγώ να είναι»
– Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που γράψατε και θα θέλατε να γνωρίσετε στην πραγματική ζωή;
– Εγώ θα ήθελα, δεν ξέρω αν αυτοί θα ήθελαν (γέλια)! Το εννοώ, μπορεί να υπήρχε μια αμηχανία όπως και να το κάνουμε. Έτσι, δηλαδή είναι λίγο σαν ο Θεός, παντοδύναμος και παντογνώστης, να συναντιέται με τον Αδάμ και ο Αδάμ να του θέτει το ερώτημα «γιατί με έκανες έτσι;». Και εκεί είναι που ο Θεός, η παντογνωσία του, τινάζεται στον αέρα γιατί πολύ απλά απαντά «δεν ξέρω». Μια τέτοια κατάσταση ίσως να ζούσα με κάποιους από τους ήρωες μου.
Δεν θα μπορούσα να απαντήσω σε αυτό το «γιατί». Δεν θα μπορούσα να απαντήσω με μια απάντηση του τύπου επειδή «σε χρειαζόμουν για το έργο». Γιατί οι ήρωες που τους φτιάχνεις μόνο επειδή τους χρειάζεσαι για το έργο μένουν μονοδιάστατοι ή δισδιάστατοι.
Εγώ θέλω τα πρόσωπα μου να ξεφεύγουν και από τις αναγκαιότητες του συγγραφέα και του έργου. Θέλω να βγαίνουν τρισδιάστατα, να δραπετεύουν από τις προδιαγραφές με τις οποίες ξεκίνησαν και θέτουν το έργο και ο ρόλος. Να είναι λίγο σαν τον υδράργυρο. Μπορώ να πω ότι επειδή έχω μια ανοιχτωσιά, ένα ελεύθερο πνεύμα στο κεφάλι μου όταν γράφω, έχω καταλάβει ότι πολλές φορές τα πρόσωπα διαφεύγουν από αυτό που θα ήθελα εγώ να είναι.
Και τότε είναι που πραγματικά γίνονται πολύ πιο ζωντανά.
– Είπατε τώρα ότι όταν γράφετε, νιώθετε ελεύθερος. Πότε γράφετε;
– Κι εδώ αν είχαμε ραντεβού και κάνατε μισή ώρα να έρθετε, μπορεί να είχα το τετράδιο μου και να έγραφα κάτι αν ήμουν σε διαδικασία συγγραφής έργου, αλλά αυτή την εποχή είμαι σε αγρανάπαυση, δεν γράφω τίποτα. Δεν χρειάζεται και αγρανάπαυση για να ξαναφυτεύσουμε;
Είναι σημαντικό να έχει ενεργοποιηθεί μέσα μου ένας μηχανισμός, το συγγραφικό βλέμμα. Οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψή μου, το οποίο μπορεί να είναι μια ανάμνηση και ένα όνειρο ή οτιδήποτε θα μου κάτσει σαν ένα αρχικό τρίγκερ. Γύρω από αυτό, αρχίζω να υφαίνω κάποιες υποθέσεις.
Μπορεί να περπατάς στον δρόμο και να δεις ένα πεταμένο ένα παπούτσι μόνο του, όλοι το προσπερνούν όμως αυτός που έχει τη συγγραφική διαστροφή, το βλέπει και αναρωτιέται «πού είναι το άλλο παπούτσι;» Κι εκεί αρχίζει η ιστορία του.

– Το θέατρο παίρνει θέση ή απλώς θέτει ερωτήματα;
– Γιατί να παίρνει θέση, είναι κόμμα ή πολιτικός οργανισμός για να παίρνει θέση; Είναι ένα δίλημμα το οποίο για μένα δεν θα έπρεπε να υφίσταται. Το θέατρο είναι ένα τρικ που εφηύρε ο άνθρωπος για να κινεί και να παρακινεί συναισθήματα και σκέψεις ή αλλιώς να συν-κινεί. Είναι ένας μηχανισμός που μας βοηθάει να ερχόμαστε σε επαφή με αυτό που όλη την ημέρα προσπαθούμε να αποφύγουμε. Με το βάρος της ύπαρξης, αν θέλεις. Και την άβυσσο γύρω μας. Στην καθημερινότητά μας, όλοι κάνουμε πραγματικά πολύ κόπο για να το αποφύγουμε αυτό.
Το βράδυ όμως μπορούμε να μαζευόμαστε σε ένα μαύρο κουτί, όπως είναι μια θεατρική αίθουσα, και να το βλέπουμε αυτό υπό τη συνθήκη της ασφάλειας του θεατή. Κάπως, όπως βλέπουμε ταινίες τρόμου ή θρίλερ, όπου μπορούμε να πάρουμε μάτι αυτό το τρομακτικό πράγμα, αλλά με την ασφάλεια του θεατή.
Το θέατρο είναι ένας μηχανισμός όπου μπορεί να βάλει εμάς τους θεατές σε κάτι που ήδη μας λείπει. Λείπει και από την πραγματικότητά μας αλλά και από πολλές θεατρικές παραστάσεις που βλέπουμε. Μπορεί να μας δώσει τη δυνατότητα της μέθεξης. Κάθαρση δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς. Λοιπόν, τουλάχιστον ας μη χάνουμε δυνατότητα για μέθεξη.
«Για να γίνουμε καλοί συγγραφείς πρώτα πρέπει να γίνουμε καλοί αναγνώστες»
– Τι θα θέλατε να πείτε στη νέα γενιά που διαβάζει τη συνέντευξη και φιλοδοξεί να ασχοληθεί με τη συγγραφή;
– «Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», που έλεγε κι ο Σολωμός. Μιλάμε τώρα για νέους που θέλουν να ασχοληθούν με την τέχνη, δηλαδή κατά κάποιο τρόπο θέλουν να γίνουν πομποί. Για να είσαι καλός πομπός, όμως, πρέπει να είσαι πρώτα καλός δέκτης, επομένως πρέπει να καλλιεργηθούν πρώτα, να αναπτύξουν τις υποδοχές μέσα τους ως δέκτες, για να μπορέσουν να εκπέμψουν και αυτοί. Όπως λέω και στα μαθήματα δημιουργικής γραφής που κάνω, ότι για να γίνουμε καλοί συγγραφείς πρώτα πρέπει να γίνουμε καλοί αναγνώστες.
– Ποια είναι τα δικά σας επόμενα σχέδια;
– Κάνω τώρα μία παράσταση που μου αρέσει πάρα πολύ, ένα project το οποίο ξεκίνησε πέρυσι τη Μεγάλη Εβδομάδα στο «Θέατρο Σταθμός», λέγεται «οι Απόντες». Δεν έχω ηθοποιούς μέσα. Παίζουν καθημερινοί άνθρωποι, «της διπλανής πόρτας», οι οποίοι έρχονται στο θέατρο και λέει ο καθένας την ιστορία για ένα δικό του απόντα ή απούσα. Παίζεται κάθε Παρασκευή από 20 Φεβρουαρίου μέχρι και 13 Μαρτίου, για τέσσερεις Παρασκευές δηλαδή.
Εγώ όλο αυτό το έχω υποστηρίξει με κάποια θεατρικά στοιχεία. Είναι ένα είδος παράστασης αφηγηματικής που κάθε βράδυ είναι διαφορετική. Στο τέλος, βγαίνω και εγώ και λέω για τον δικό μου απόντα, τον πατέρα μου.
Το έργο πήγε πέρυσι καταπληκτικά, όχι μόνο απ’ την άποψη της προσέλευσης του κόσμου, αλλά κυρίως απ’ την επικοινωνία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους αφηγητές και στους θεατές. Ο τέταρτος τοίχος έφυγε πραγματικά, ανεπαίσθητα, σαν με μία ανάσα. Η μέθεξη που λέγαμε…
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη επίσης, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παίζει το έργο μου, ο «Φονιάς- Έγκλημα και Αθώωση», σε εξαιρετική σκηνοθεσία Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη και πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Σαράντη. Φώτα, σκηνικά και ερμηνείες σε υψηλότατο επίπεδο. Κάποιοι έχουν πει ότι είναι παράσταση που πρέπει να πάει και στο εξωτερικό. Από ό,τι φαίνεται θα συνεχίσει και του χρόνου.
Το «Γάλα» που παίζεται εδώ και τρία χρόνια στην Αθήνα, θα έρθει τώρα και στη Θεσσαλονίκη, στο θέατρο Αυλαία, αισθάνομαι περήφανος για αυτήν την παράσταση και πραγματικά θέλω να την δουν και οι Θεσσαλονικείς. Το «Kαμ Μπακ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαυρόπουλου παίχτηκε επίσης στο Θέατρο Τ, στη Θεσσαλονίκη, μια όμορφη δουλειά, που έμαθα ότι ο κόσμος πέρασε πραγματικά πολύ καλά.
Κατά τ΄άλλα, είμαι λίγο σαν τους ήρωες των έργων μου. Άλλα σχέδια έχουν οι συγγραφείς και άλλα σχέδια κάνουν αυτοί. Από εκεί και πέρα, θα ήθελα κάποια μέρα, εκεί όπως περπατάω, να έβρισκα κάπου ένα παπούτσι μόνο του και να αρχίσω να φτιάχνω μια καινούρια ιστορία…
Συνέντευξη: Αφροδίτη Κεραμέως & Βαγγέλης Λαζαρίδης
Εισιτήρια για το Γάλα, μπορείτε να βρείτε εδώ.








