Το μεγάλο ναυτικό πρόβλημα των ΗΠΑ έναντι της Κίνας

Μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, πολλές δυτικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, θεώρησαν σωστό και λογικό τον περιορισμό των αμυντικών δαπανών, λόγω της απουσίας πλέον ενός ανταγωνιστή των δικών τους διαστάσεων, θέτοντας έτσι λιγότερα πλοία διαφόρων κατηγοριών ως το όριο για τη διατήρηση της ηγεμονίας τους, ουσιαστικά όμως διαγράφοντας από το 1990 και μετά σχεδόν τον μισό στόλο τους.

Οι διάφορες εμπλοκές των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή από το 1990 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 2010 θόλωσαν τις προτεραιότητες του Πενταγώνου, ενώ τα πολλαπλά προγράμματα για την αναβάθμιση του στόλου επιφανείας ήδη από τις αρχές του 2000 απέτυχαν παταγωδώς. Με αυτό τον τρόπο, οδηγήθηκε η Αμερική εν έτει 2026 όχι μόνο με λιγότερα από 300 πλοία και υποβρύχια στον κύριο ενεργό στόλο της, αλλά και να παράγει ουσιαστικά τους ίδιους, πλεον αναβαθμισμένους, τύπους πλοίων επιφανείας που παρήγαγε 35 χρόνια πριν, τα αντιτορπιλικά Alreigh Burke.

Η παραγωγή πολεμικών πλοίων των ΗΠΑ είναι λοιπόν σε μειονεκτική θέση, ενώ η εικόνα στον τομέα της πολιτικής ναυπηγικής βιομηχανίας δεν φαίνεται καλύτερη για τις ΗΠΑ, καθώς σύμφωνα με στατιστικά των Ηνωμένων Εθνών για την κατασκευή εμπορικών πλοίων, οι ΗΠΑ κατασκευάζουν μόλις το 0.043% ενώ η Κίνα το 54.6% όλων των εμπορικών πλοίων διαφόρων ειδών (πετρελαιοφόρα, κοντέινερ, βαριών φορτίων κλπ.).

Η αρχή του τέλους με το Zumwalt

Πιο συγκεκριμένα, το πρόβλημα αρχίζει για τα πλοία επιφανείας στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν το πρόγραμμα SC-21 για απόκτηση καινούργιου αντιτορπιλικού του 21ου αιώνα που θα έχει δυνατότητα να υποστηρίξει με πυροβολικό την ξηρά, εγκρίνεται ως σχέδιο από το συμβούλιο εξοπλιστικών, ενώ το 2005 εγκρίνεται η κατασκευή του πρώτου Zumwalt Class Destroyer.

Από τα 32 πλοία της κλάσσης που είχαν σχεδιαστεί να αποκτηθούν, μειώθηκαν σταδιακά σε 24, έπειτα σε 7, ενώ στο τέλος οι ΗΠΑ ακύρωσαν το πρόγραμμα και αποφάσισαν να αποκτήσουν μόνο 3 από τον αρχικό αριθμό. Αυτή τη στιγμή αξίζει να σημειωθεί πως ενώ το πρώτο παραδόθηκε το 2016, ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί το τρίτο και τελευταίο, το οποίο προβλέπεται να παραδοθεί το 2027, ενώ επίσης το κόστος του προγράμματος υπερβαίνει τα 22 δισεκατομμύρια δολλάρια μαζί με την έρευνα και ανάπτυξη, με το κάθε ένα πλοίο από τα τρία να κοστίζει ουσιαστικά 7.5 δις δολάρια.

Αυτό οφείλεται στις τεράστιες αλλαγές σε κάθε σύστημα του πλοίου που είχαν σχεδιαστεί να υλοποιηθούν από πυρομαχικά κυρίων όπλων, ραντάρ, σόναρ και κυτών για αντοχή σε κοντινές στην ξηρά επιχειρήσεις. Μετά την 11 Σεπτεμβρίου 2001, υπήρξαν πολλαπλές αλλαγές προτεραιοτήτων και προϋπολογισμού στο Πεντάγωνο, καθώς ο αντίπαλος δεν ήταν πλέον κράτη και αναλογικοί στρατοί, αλλά αντάρτες στα βουνά και τις ερήμους της Μέσης Ανατολής.

Η Αμερική άλλαξε ριζικά την αμυντική και εξωτερική πολιτική της, και πολλά χρήματα από τον προϋπολογισμό άρχισαν να εξαφανίζονται άσκοπα στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Το τελευταίο καρφί επί του φερέτρου του προγράμματος βάλθηκε όταν στις αρχές της δεκαετίας του 2010 άρχισαν αναφορές για την ανάπτυξη και τους στόχους της Κίνας, οι οποίοι έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου στις ΗΠΑ, καθώς όλα έδειχναν πως ο επόμενος πόλεμος δεν θα ήταν στη Μέση Ανατολή, αλλά στη νότια σινική θάλασσα, όπου ογκώδη πλοία παράκτιας κρούσης θα ήταν κινούμενοι στόχοι. Το πρόγραμμα των Zumwalt έπεσε θύμα αλλαγών, καθώς ο κόσμος για τον οποίο δημιουργήθηκε να πολεμήσει απλούστατα πλέον δεν υπήρχε.

Τα LCS και τα προβλήματα τους

Το επόμενο παραπάτημα ήταν το πρόγραμμα παράκτιων πλοίων μάχης (LCS) το οποίο ξεκίνησε ως πρόγραμμα το 2002 με στόχο 55 πλοία, τα οποία θα είχαν ως επίκεντρο την ταχύτητα, αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών καθώς και άρνηση πρόσβασης. Από τα 55 παράχθηκαν μόλις τα 35 σε δύο διαφορετικές κλάσσεις (Freedom & Independence) και το πρόγραμμα σταμάτησε, καθώς πολλαπλοί λόγοι ανάγκασαν το Πεντάγωνο να αναθεωρήσει την επιλογή απόκτησης τους προτείνοντας αντί αυτών την απόκτηση μεγαλύτερων και ικανότερων σε κρούση φρεγατών.

Το κόστος προβλεπόταν να είναι για κάθε πλοίο 220 δις δολλάρια, αλλά κατέληξε να είναι πιο κοντά στα 600 δις. Τα κύρια προβλήματα που εμφανίστηκαν είναι η αδυναμία κρούσης τους, τα πολλαπλά μηχανικά προβλήματα και η αξιοπιστία τους, καθώς και η απουσία των αναμενόμενων διαφορετικών ενοτήτων που θα μπορούσαν να ενσωματωθούν για εκτέλεση διαφορετικών αποστολών (modular design).

Τελικά το πλοίο, αν και είχε στόχο ταχύτητες άνω 40 κόμβων, βρέθηκε υπέρογκο, αργό αλλά και ανήμπορο να επιβιώσει σε συνθήκες υψηλής έντασης. Οι παραπάνω παράγοντες έχουν οδηγήσει ήδη πολλά από τα σχετικά καινούργια αυτά πλοία να αποσυρθούν πρόωρα, καθώς επίσης το κόστος χρήσης τους και οι δυνατότητες τους δεν ταιριάζουν με το αμυντικό δόγμα της Αμερικής, η οποία ετοιμάζεται για αντιμετώπιση μεγάλων αντιτορπιλικών και φρεγατών στα ανοιχτά του Ειρηνικού και της σινικής θάλασσας.

Η “Οδύσσεια” των φρεγατών της κλάσσης Constellation

Οι ΗΠΑ αναγνώρισαν ότι η αλλεπάλληλη χρήση της ραχοκοκαλιάς του στόλου τους, των αντιτορπιλικών Alreigh Burke των 10.000 τόνων εκτοπίσματος για αποστολές μικρής σημασίας και κινδύνου, καθώς και για γενικές περιπολίες σε ζωτικά σημεία του κόσμου δεν ειναι βιώσιμη και λογική λύση, καθώς ο κύριος σκοπός τους είναι η συνοδεία και προστασία, αντιαεροπορική και ανθυποβρυχιακή, των αεροπλανοφόρων.

Ταυτόχρονα, οι παράκτιες LCS όμως είναι αδύναμες να επιχειρήσουν σε μεγάλη εμβέλεια και σε ανοιχτούς ωκεανούς συνοδεύοντας υψηλότερης αξίας πλοία και παρέχοντας αντιαεροπορική κάλυψη. Η απουσία αντικαταστάτη για την κλάσση φρεγατών Oliver Hazard Perry αποτέλεσε πρόβλημα, καθώς το Πεντάγωνο είχε επικεντρωθεί στις προηγούμενες δεκαετίες στην προβολή δύναμης με αεροπλανοφόρα, υποβρύχια ή αντιτορπιλικά μεγάλου εκτοπίσματος και δύναμης, αγνοώντας την αναγκαιότητα μικρότερων, αλλά εξίσου σημαντικών μονάδων.

Αυτό οδήγησε την Αμερική να μην έχει καμία ικανή φρεγάτα μεσαίου εκτοπίσματος, η οποία να μπορεί “να ξεκουράζει” λογιστικά την αλυσίδα του ναυτικού, διότι οι Alreigh Burke είναι από κάθε οπτική καταπονημένες, αφού τα πληρώματα τους βρίσκονται διαρκώς σε αποστολές στους ωκεανούς και σε περιβάλλοντα υψηλού επιχειρησιακού ρυθμού. Γίνεται αντιληπτό λοιπόν ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη συντήρησης, λόγω συνεχούς χρήσης. Έτσι δημιουργούνται κενά επιχειρησιακής ετοιμότητας για τις αποστολές που πάντα απαιτούνται.

Η δημιουργία νέου σχεδίου φρεγάτας για την επίλυση των παραπάνω προβλημάτων προτιμήθηκε να αποφευχθεί, καθώς οι ΗΠΑ χρειάζονταν φρεγάτες έτοιμες, αποτελεσματικές, με καλό ιστορικό και με ελάχιστο ρίσκο αποτυχίας σε αντίθεση με τα πολλαπλά προηγούμενα εγχώρια προγράμματά τους. Μετά από διαγωνισμό το 2017 μεταξύ 5 ναυπηγικών εταιριών επιλέχθηκε το 2020 το σχέδιο της Fincantieri, ιταλικού κολοσσού ναυπηγικής δύναμης, με την ονομασία Constellation Class.

Η Fincantieri θα έφτιαχνε την καινούργια κλάσση φρεγατών των ΗΠΑ με βάση το ήδη υπάρχον FREMM σχέδιο που γνώρισε επιτυχία στις δυνατότητές του, με στόχο τουλάχιστον 80% ομοιομορφία μεταξύ του ιταλικού και αμερικανικού σχεδιασμού για γρήγορη και οικονομική απόκτηση μεγάλου αριθμού πλοίων, καθώς το πλάνο ήταν απόκτηση 20 μονάδων.

Η κατασκευή θα λάμβανε μέρος σε αμερικανικά ναυπηγεία με λογιστική αλυσίδα από την αρχή έως το τέλος αμερικανική, όπως και τα υλικά παραγωγής, για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. Το πρόγραμμα κατέληξε να καθυστερεί, καθώς τα πλοία κατασκευάζονταν χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός τους, ενώ το Πεντάγωνο και το ναυτικό κατέληξαν να απαιτούν νέες δυνατότητες, ανάγκες, και αλλαγή των περισσοτέρων συστημάτων που υπήρχαν στο ευρωπαϊκό σχέδιο της φρεγάτας. ρίχνοντας την ομοιομορφία από το 80% σε λιγότερο από 15%.

Αυτές οι αλλαγές ήταν καθοριστικές για την αύξηση του κόστους του προγράμματος που κυμαινόταν στα 1.5 δις η μονάδα, ενώ επίσης τα χρονοδιαγράμματα ήταν απελπιστικά πίσω από τα επιθυμητά. Επίσης σημαντική ήταν η μεγάλη έλλειψη εξειδικευμένων εργατών για τις ναυπηγικές αυτές κατασκευές. Συνακόλουθα, στις 25 Νοεμβρίου του 2025, ο υπουργός του ναυτικού των ΗΠΑ, John Phelan ανακοίνωσε την ακύρωση ακόμη ενός προγράμματος, του Constellation, με τα μόνα πλοία που θα παραδοθούν από τα σχεδιασμένα 20 να είναι τα δύο αρχικά.

Ο υπουργός ανακοίνωσε έπειτα από λίγο διάστημα πως η νέα φρεγάτα που θα χρησιμοποιεί το αμερικανικό ναυτικό θα βασίζεται πάνω στην υπάρχουσα Legend Class Cutter που χρησιμοποιείται ήδη από την ακτοφυλακή της χώρας τους. Παρολαυτά, καίριος χρόνος έχει ήδη χαθεί, και το νέο σχέδιο που θα χρειαστεί να δημιουργηθεί για μια πιο ικανή -από άποψης κρούσης και συστημάτων- φρεγάτα που αντιπροσωπεύει τις ανάγκες του πολεμικού ναυτικού και όχι της ακτοφυλακής, θα χρειαστεί πολλούς μήνες, αν όχι χρόνια για να ολοκληρωθεί και εγκριθεί. Η παράδοσή της δηλαδή φαντάζει ακόμα πιο μακρινή.

ΗΠΑ
Πάνω εμφανίζεται η FREMM Virginio Fasan, ιταλική φρεγάτα που επιθυμεί να αποκτήσει το ελληνικό ναυτικό και στην οποία βασιζόταν η κλάση Constellation. Κάτω ένα σχέδιο πιθανής εμφάνισης των πλοίων Constellation που βρίσκονται υπό παραγωγή.

Trump Class Battleship και ο “Χρυσός Στόλος”

Μετά από την ανακοίνωση των νέων φρεγατών με βάση τα ήδη υπάρχοντα αμερικανικά πλοία, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας νέας κλάσσης πλοίων με την ονομασία Trump Class Battleship ΒΒG(X), το οποίο θα συνεισφέρει στον “Χρυσό Στόλο”. Ο ίδιος ο Τραμπ στις 22 Δεκεμβρίου ανέφερε πως θα κατασκευάζονταν αρχικά 2 πλοία με συνολικό στόχο 10, ενώ μελλοντικά σχέδια προέβλεπαν περίπου 20 με 25 μονάδες.

Τα πλοία αυτά θα ήταν εκτοπίσματος περίπου 35-40.000 τόνων, μήκους 260 μέτρων και θα μετέφεραν υπερσύγχρονα όπλα και πυραύλους σε μεγάλα νούμερα, ενώ θα συμπεριλάμβαναν όπλα στοχευμένης ενέργειας (lazers ) μεταξύ πολλών άλλων δυνατοτήτων. Πολλοί αναρωτιούνται για τη χρησιμότητα των εν λόγω πλοίων ή έαν υπάρχει η δυνατότητα κατασκευής αυτών των θωρηκτών στην Αμερική, καθώς για την κατασκευή της τελευταίας κλάσσης θωρηκτών, Iowa Class, έπρεπε να δουλεύουν πάνω από 70.000 εργάτες μόνο στα ναυπηγεία στο Brooklyn Navy Yard στη διάρκεια του Β’ Π.Π., όπου το εργατικό δυναμικό ήταν άφθονο και φθηνό σε σύγκριση με την σημερινή εποχή.

Οι ΗΠΑ ήδη έχουν προβλήματα εύρεσης και εκπαίδευσης εργατών για την κατασκευή γιγαντιαίων και σημαντικών για το δόγμα τους μονάδων, όπως τα αεροπλανοφόρα, τα πυρηνικά υποβρύχια, τα αντιτορπιλικά τους. Μια νέα κλάσση θωρηκτού που δεν έχει υπάρξει από το 1990 (αν όχι από το 1950 στην πραγματικότητα) θα δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα στη λογιστική αλυσίδα των ναυπηγείων της Αμερικής.

Η αφύπνιση του δράκου

Τα παραπάνω λαμβάνουν μέρος τη στιγμή που εδώ και χρόνια η Κίνα και ο Xi Jinping έχουν προτεραιοποιήσει την κατάληψη και επανένωση της Ταϊβάν, μια από τις σημαντικότερες χώρες τεχνολογικά, λόγω των κεντρικών επεξεργαστών που παράγει.

Το χρονικό παράθυρο, σύμφωνα με τη θεωρία του ε.α ναύαρχου Phillip S. Davidson που βγήκε στη δημοσιότητα το 2021, προβλέπει ετοιμότητα κατάληψης και ένωσης της Ταϊβάν από το 2021 έως 2027, ενώ ο διευθυντής της CIA William J. Burns με βάση πληροφορίες των υπηρεσιών των ΗΠΑ ανέφερε ότι ο Xi Jinping είχε δώσει την εντολή προετοιμασίας για την κατάληψη του νησιού έως το 2027.

Οι παραπάνω πληροφορίες φαίνονται κάθε μέρα και πιο κοντά στην πραγματικότητα, καθώς την ίδια στιγμή που η Αμερική αποσύρει πλοία μικραίνοντας τον στόλο της, η Κίνα και το PLAN  (People’s Liberation Army Navy) κατασκευάζουν μέσα σε 4 χρόνια πλοία ισάξια σε εκτόπισμα με ολόκληρο το βασιλικό ναυτικό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα παράγει νέα αεροπλανοφόρα, αντιτορπιλικά και πολλαπλά πλοία, ειδικά σχεδιασμένα για απόβαση, τα οποία δρούν σαν πλωτές γέφυρες. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες, η Κίνα δεν χωρίζει την παραγωγή πολεμικών και πολιτικών πλοίων της σε διαφορετικά ναυπηγεία, αλλά τα φτιάχνει παράλληλα σε ίδιες μονάδες, διατηρώντας τους εργάτες και την τεχνογνωσία τους μακροπρόθεσμα, και τα ναυπηγεία συνεχώς γεμάτα, με κορυφαίο παράδειγμα το πρόσφατο συμβόλαιο για 87 πλοία έναντι 7.1 δις δολλαρίων που έλαβε η κρατική China State Shipbuilding Corporation από την COSCO, τον κινεζικό κολοσσό ναυτιλιακών υπηρεσιών.

Η Κίνα έχει ξεπεράσει ήδη τις ΗΠΑ σε πλήθος πολεμικών πλοίων, όχι όμως και σε εκτόπισμα στο οποίο διατηρούν οι Αμερικανοί το προβάδισμα τους με τα βαρύτερα και μεγαλύτερα πλοία τους, καθώς έχουν 11 αεροπλανοφόρα και 9 ελικοπτεροφόρα (που έχουν δυνατότητα ανάπτυξης αεροπλάνων F35-B).

Η Κίνα ήδη παρέδωσε το πρώτο υπερσύγχρονο αεροπλανοφόρο Fujian και θα παραδώσει μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια από την κοπή μετάλλου το ελικοπτεροφόρο Sichuan στο PLAN. Οι ρυθμοί παραγωγής της Κίνας σε πλοία είναι σε διαφορετικό επίπεδο από οποιαδήποτε άλλη χώρα, κάτι που τους επιτρέπει να έχουν οικονομίες κλίμακας στις αλυσίδες παραγωγής τους φτιάχνοντας δεκάδες πλοία κάθε χρόνο, είτε πολεμικά, είτε πολιτικά, καθώς δεν είναι μυστικό ότι τα πολιτικά τους πλοία κατασκευάζονται με στρατιωτικές προδιαγραφές. Συγκεκριμένα, τα επιβατικά – οχηματαγωγά τους ferry boats έχουν μεγάλη ικανότητα μεταφοράς αρμάτων, καθώς και άλλων μεταγωγικών δυνατοτήτων, κάτι που δεν ειναι σύνηθες παγκοσμίως.

 

Μετά από την ανάλυση των κατασκευαστικών δυνατοτήτων των δύο υπερδυνάμεων εγείρονται πολλά ερωτήματα.

Είναι σε θέση οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής να αντιμετωπίσουν την Κίνα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη νότια σινική θάλασσα στο κοντινό μέλλον;

Για πόσο καιρό θα διατηρηθεί αυτή η δυνατότητα, όταν τα κινεζικά ναυπηγεία παράγουν σε ρυθμούς δυσανάλογους πλοία που δεν απέχουν τεχνολογικά όσο κάποτε πιστεύαμε από την αμερικανική τεχνολογική αιχμή;

Θα έχει η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση τη θέληση να σταθεί υπέρ της Ταϊβάν, ενώ υποστηρίζει την πολιτική της μίας Κίνας;

Ποιο θα είναι το κόστος για τη Δύση, εάν δεν σταθεί ανάμεσα στην Κίνα και την Ταϊβάν και τι θα σημαίνει αυτό μακροπρόθεσμα;

Μοιράσου το:

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα