Φωτ. εξωφύλλου: Facebook / CF PAOK GIANNITSWN “TO PATRIARCHEIO”
Μεσημέρι Τρίτης, 27 Ιανουαρίου. Η είδηση του τραγικού δυστυχήματος στη Ρουμανία μεταδίδεται αστραπιαία. Η ήδη βεβαρημένη επικαιρότητα γίνεται ασήκωτη στο άκουσμα του φρικτού τροχαίου που κόστισε τη ζωή σε επτά νέους ανθρώπους που ταξίδευαν για να απολαύσουν έναν ευρωπαϊκό αγώνα της αγαπημένης τους ομάδας.
Στον ειδησεογραφικό κόσμο επικρατεί αναταραχή. Όπως επιτάσσει το καθήκον, δημοσιογράφοι σε sites και τηλεοπτικά κανάλια ψάχνουν να βρουν πληροφορίες για το περιστατικό, βασισμένοι αρχικά σε ρουμανικά δίκτυα.
Τα social media κατακλύζονται σύντομα από ένα βίντεο που δείχνει καρέ-καρέ τη στιγμή της σύγκρουσης και τα ολέθρια αποτελέσματά της.
Διαδικτυακά και τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, δημόσια και ιδιωτικά, επιδίδονται σε έναν ανελέητο αγώνα ταχύτητας για το ποιος θα δείξει πρώτος τα τραγικά δευτερόλεπτα, δίχως καλά-καλά να έχει διευκρινιστεί ο αριθμός των επιβατών, των νεκρών και των τραυματιών. Την ίδια ώρα, συγκεχυμένες πληροφορίες για την καταγωγή και την προέλευση των θυμάτων δημοσιεύονται, χωρίς προηγούμενη διασταύρωση.
Στον βωμό των views, των likes και ενός ασυναίσθητου αλγόριθμου, το βίντεο-ντοκουμέντο παίζει non-stop στις αρχικές. Ορισμένα μέσα δεν μπαίνουν καν στον κόπο να μοντάρουν την τρομακτική στιγμή της σύγκρουσης ή έστω να προσθέσουν ένα προειδοποιητικό disclaimer.
Τεχνικοί πραγματογνώμονες ή δημοσιογράφοι με εξειδίκευση στην άσφαλτο, επιστρατεύονται άρον-άρον, φορώντας αθλητικά παπούτσια και δανεικά σακάκια, για να εξηγήσουν τι μπορεί να πήγε στραβά. «Βροχή» τα σενάρια, λες και τη δεδομένη χρονική στιγμή εξυπηρετούν κάποιον ουσιώδη σκοπό, πέραν από αυτόν της κάλυψης τηλεοπτικού χρόνου.
Πόσο πιο κίτρινο το θες;
Και έρχεται η ώρα των κεντρικών δελτίων ειδήσεων της ιδιωτικής τηλεόρασης. «Ωχ, ωχ, ωχ» με φωνή γνωστού σεφ. Τι άλλο μπορεί να δούμε, πέρα από τα κλασικά υπερφίαλα ρεπορτάζ με τη δραματική μουσική υπόκρουση που υπαγορεύουν οι τηλεοπτικοί «κανόνες»; Μα φυσικά μια αποκλειστικότητα που θα κάνει τη διαφορά. Ένα βίντεο, λοιπόν, ενός εκ των τραυματιών μέσα από το νοσοκομείο θα περιέλθει στα χέρια του STAR. Οι άνθρωποι του καναλιού κρίνουν σκόπιμο να το παίξουν στον αέρα, βάζοντας και ένα παχυλό watermark, μην τυχόν και τους κλαπεί αυτό το μοναδικό ντοκουμέντο…
Εγνωσμένης αναγνωρισιμότητας sites θα σπεύσουν να αναπαράξουν το τηλεοπτικό υλικό, όχι για να εισφέρουν κάτι πολύτιμο στη δημόσια σφαίρα, αλλά πολύ απλά για να αυξήσουν μια αλληλεπίδραση ευτελούς επιπέδου, που συνήθως συνοδεύεται από αντίστοιχης αισθητικής σχόλια.
Περιττό να πούμε ότι κάθε έννοια δημοσιογραφικής δεοντολογίας πήγε περίπατο. Τι πιο σύνηθες άλλωστε…
Φταίνε μόνο οι δημοσιογράφοι;
Όχι, αλλά είναι σαφώς μέρος του προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα αυτό καθ’ εαυτό έχει πολύ βαθύτερες ρίζες. Ξεφεύγει από λαϊκίστικα τσιτάτα που στήνουν στον τοίχο μια συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα.
Αφορά όλους εμάς, που συνειδητά ή ασυνείδητα, διψάμε για «αίμα». Για εικόνες που θα ικανοποιήσουν μια αχόρταγη περιέργεια για την κλειδαρότρυπα που τόσο λοιδορούμε, αλλά συγχρόνως αναζητάμε.
Την σιχτιρίζουμε για να αισθανθούμε ηθικά ανώτεροι, αλλά την τροφοδοτούμε με την αβίαστη προσοχή μας, είτε απογειώνοντας τα νούμερα τηλεθέασης, είτε τα views στις πλατφόρμες.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για μία σιωπηλή συμφωνία/συνενοχή ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές περιεχομένου. Οι μεν δεν λειτουργούν ανεξάρτητα από τους δε. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο θάνατος, η δυστυχία και το δράμα πουλάνε. Και επειδή πουλάνε γίνονται κινηματογραφικό θέαμα εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είτε στη μικρή οθόνη, είτε σε αυτήν του κινητού μας. Ο πόνος, η συμφορά, η ένταση και ο τοξικός λόγος τροφοδοτούν άλλωστε τόσο τον αλγόριθμο, όσο και τα μηχανάκια της AGB. Και προφανώς όλα αυτά δεν αποτελούν ελληνική πρωτοτυπία.
Σε τελική ανάλυση, το θέμα δεν είναι αν το επίμαχο βίντεο έπρεπε να παιχτεί από τα μέσα ενημέρωσης. Μάλλον θα ήταν εκ των ων ουκ άνευ, δεδομένης της (σοσιαλ)μιντιακής πραγματικότητας. Το θέμα είναι να εξετάσουμε σε τι εξυπηρετεί η προβολή του. Στην ενημέρωση του κοινού για ένα πολύνεκρο τροχαίο με θύματα Έλληνες πολίτες ή στην πρόκληση του «σοκ» από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, τον εκσφενδονισμό των θυμάτων και τη συγκινησιακή φόρτιση που εύλογα προκαλεί ο αναπάντεχος θάνατος νέων ανθρώπων;
Και φυσικά να απευθύνουμε το πιο ειλικρινές ερώτημα απέναντι στους ίδιους μας τους εαυτούς: εμείς γιατί το βλέπουμε μέχρι τέλους, ξανά και ξανά;







