Μετά τους Μεθυσμένους του Ivan Vyrypaev, μια παράσταση που σημείωσε μεγάλη επιτυχία σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, η Bloom Theatre Group «βουτά» στο έργο της Βρετανίδας Lucy Prebble, The Effect: ένα πείραμα για τέσσερις ανθρώπους ερωτευμένους και θλιμμένους, που ανεβαίνει για έναν κύκλο 9 παραστάσεων στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη και σκηνοθεσία Ανδρέα Παράσχου.
Γραμμένο το 2012 και βραβευμένο με το Critics’ Circle Καλύτερου Νέου Έργου, το The Effect είναι ένα επιστημονικό θρίλερ που αγγίζει με βαθιά ανθρωποκεντρικό τρόπο καίρια ερωτήματα γύρω από την ψυχική υγεία, τα ηθικά όρια της ιατρικής, την ταυτότητα και τoν έρωτα.
Ο σκηνοθέτης καθώς και οι συντελεστές της παράστασης μας συστήνουν τη δική τους εκδοχή του ξεχωριστού αυτού έργου και μας προσκαλούν να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που θέτει η παράσταση ή και να δημιουργήσουμε νέα, δικά μας ερωτήματα και προβληματισμούς μετά τη θέαση της. Τους ευχαριστούμε από καρδιάς!
– Τι είναι αυτό που καθιστά το έργο της Lucy Prebble επίκαιρο;
Ανδρέας Παράσχος: Το The Effect της Lucy Prebble παραμένει επίκαιρο, γιατί αγγίζει με τόλμη ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της σύγχρονης κοινωνίας: την ψυχική υγεία, τη φαρμακευτική αγωγή και τη σχέση επιστήμης και συναισθήματος. Μέσα από το πλαίσιο της κλινικής δοκιμής ενός νέου αντικαταθλιπτικού, το έργο θέτει το καίριο ερώτημα αν ο έρωτας και η ανθρώπινη εμπειρία είναι αυθεντικά βιώματα ή απλώς αποτέλεσμα χημικών διεργασιών στον εγκέφαλο. Σε μια εποχή όπου η κατάθλιψη συζητείται ανοιχτά και η επιστήμη διεκδικεί ολοένα μεγαλύτερη ερμηνευτική δύναμη πάνω στη ζωή μας, το έργο δεν δίνει εύκολες απαντήσεις, αλλά προκαλεί το κοινό να αμφισβητήσει τι σημαίνει «πραγματικό» συναίσθημα, γι’ αυτό και παραμένει ουσιαστικά και βαθιά σύγχρονο.
Μίλτος Τσιάντος: Το έργο μιλά για το πιο διαχρονικό και πάντα επίκαιρο ζήτημα του έρωτα μεταξύ δύο ανθρώπων. Θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε εποχή ή και σε καμία. Η συγγραφέας, όμως, επιλέγει να τοποθετήσει τη δραματουργία της μέσα σε μία αμιγώς σημερινή συνθήκη, στο περιβάλλον μιας κλινικής δοκιμής φαρμάκου. Πιστεύω πως σε κάθε εποχή υπάρχουν συστήματα εξουσίας που με τον έναν τρόπο ή τον άλλον κατατρέχουν τον έρωτα και περιορίζουν τον άνθρωπο και ό,τι τον ελευθερώνει.
Σήμερα, η επιστημοσύνη και η διάχυση της πληροφορίας μας έχει κάνει πολύ πιο καχύποπτους και αμφισβητίες απέναντι σε όλα, ακόμα και στο τι είναι αυτό που νιώθουμε. Δεν ξέρουμε τι νιώθουμε, γιατί θέλουμε πρωτίστως να ξέρουμε και δευτερευόντως να νιώσουμε. Η ερωτική επιθυμία και η ανάγκη μας να συνδεθούμε με τον άλλον ταλαιπωρείται και αναζητά διέξοδο μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, και η συγγραφέας το έχει συλλάβει αυτό, για αυτό γράφει.
– Ποιες είναι οι προκλήσεις να μεταφέρεται σε μια παράσταση ένα ιδιαίτερο είδος- το επιστημονικό θρίλερ;
Ανδρέας Παράσχος: Το ρίσκο ήταν μεγάλο, καθώς δεν είναι σύνηθες το ανέβασμα τέτοιου είδους παραστάσεων. Γι’ αυτό προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μία πολυμεσική εμπειρία με έντονο ήχο, δυνατά visual effects και εννοείται με αρκετή δουλειά και ακρίβεια στην υποκριτική, καθώς όσο προχωράει το έργο οι χαρακτήρες βγαίνουν εκτός άξονα και η σωματικότητά τους γίνεται όλο και πιο έντονη, δημιουργώντας αμηχανία και στον ίδιο τον θεατή. Πρόκειται για ένα οπτικοακουστικό θέαμα με τους θεατές να είναι -εμμέσως- κι αυτοί μέρος του πειράματος. Η μεγάλη πρόκληση ήταν όλα αυτά να συνδυαστούν και να δημιουργήσουν την επιθυμητή και απειλητική ατμόσφαιρα.
«Η αμφιβολία μπορεί να αποτελέσει έναν δρόμο αποκάλυψης, μια αφορμή για βαθύτερη κατανόηση»
– Καθημερινά αμφιβάλλουμε για πολλά συναισθήματα μας. Πιστεύετε ότι η αμφιβολία ακυρώνει ένα συναίσθημα ή μπορεί να το κάνει πιο αληθινό;
Δήμητρα Κούρτη: Νομίζω πως η απάντηση δεν είναι μία· δεν είναι όλα μαύρο ή άσπρο. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως, όταν σε ένα συναίσθημα υπάρχει αμφιβολία, οφείλουμε να την ακούμε και ίσως να απομακρυνόμαστε. Όμως, όσο το σκέφτομαι περισσότερο, συνειδητοποιώ ότι η αμφιβολία είναι βαθιά ανθρώπινη, σχεδόν έμφυτη. Χωρίς αυτήν, ίσως να μην τολμούσαμε ποτέ να μπούμε σε άγνωστα νερά, να αναζητήσουμε κάτι που μπορεί να μας μετακινήσει, να μας αλλάξει. Είναι τελικά θέμα οπτικής.
Ναι, η αμφιβολία σε μια πρώτη ανάγνωση μοιάζει να έχει αρνητική χροιά· όμως μπορεί να αποτελέσει έναν δρόμο αποκάλυψης, μια αφορμή για βαθύτερη κατανόηση. Το αν αυτό που θα συναντήσουμε είναι «καλό» ή «κακό» δεν ορίζεται απόλυτα. Μόνο εμείς γνωρίζουμε τι πραγματικά μας προσφέρει μια εμπειρία — αρκεί να είμαστε ανοιχτοί, να την δεχτούμε και να ακούσουμε αυτό που έχει να μας πει.

-Πώς βιώνετε την ιδέα ότι ένα συναίσθημα που σας καθορίζει μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας φαρμακευτικής αγωγής; Ποιον προβληματισμό θέλετε να θέσετε στον θεατή;
Ιωάννης Καμπούρης: Έχω την τάση να πιστεύω πως η Lucy Prebble, η συγγραφέας του έργου, δεν θέλει να περιορίσει τον προβληματισμό της μόνο στο πεδίο των φαρμάκων, αλλά να θέσει – σε γενικότερο επίπεδο – το ερώτημα: «τι είναι αληθινό τελικά;». Βέβαια, αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο, αν θέλουμε να είμαστε σώφρονες, δεν μπορούμε να δώσουμε εύκολες απαντήσεις. Ωστόσο, μπορούμε να αναρωτηθούμε φευγαλέα πάνω στο γεγονός ότι, πολύ συχνά, κάποια πρόσωπα ή μέρη αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για εμάς ακριβώς λόγω της εσωτερικής μας ψυχικής (ή και σωματικής) κατάστασης.
Παράδειγμα: ρωτάς κάποιον «Ποιο είναι το αγαπημένο σου νησί;» και σε ρωτάει αυτός «Ποιο πιστεύω ότι είναι το πιο όμορφο ή ποιο μου άρεσε εμένα περισσότερο;» και του ξαναλές εσύ «Το αγαπημένο σου ρε» και σου απαντάει «Θεωρώ ότι το πιο όμορφο είναι με διαφορά η Αμοργός, αλλά αυτό που είναι χαραγμένο βαθιά μέσα μου, το αγαπημένο μου, είναι η Ικαρία. Για μένα είναι το πιο όμορφο, γιατί εκεί γνώρισα την τάδε, γιατί κάναμε εκείνο, γιατί ήμασταν νέοι». Συνεπώς, ο εξωτερικός παράγοντας που επηρεάζει την εσωτερική μας ματιά πάνω σε ένα συγκεκριμένο «αντικείμενο» (κατ’ αναλογία του έργου) είναι παρών σε πολλές μικρές στιγμές της ζωής μας. Άρα γιατί να μην είναι και στις μεγάλες;
– Μου φαίνεται πολύ δύσκολο να μην μπορείς να κυριεύσεις το μυαλό σου και τις σκέψεις σου, παρόλα αυτά πιστεύω ότι συχνά συμβαίνει σε όλους μας. Πόσο δύσκολο είναι να παίζεις χαρακτήρες που δεν μπορούν να εμπιστευτούν ούτε τον ίδιο τους τον εγκέφαλο;
Άννα – Μαρία Γάτου: Η Lucy Prebble δίνει τον υπότιτλο: ένα πείραμα για τέσσερις ανθρώπους ερωτευμένους και θλιμμένους και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο έρωτας μας κάνει συχνά να αμφισβητήσουμε πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα, να αναθεωρήσουμε καταστάσεις και να ξεφύγουμε από τα όρια ή τη λογική που έχουμε συνηθίσει. Στην παράσταση βλέπουμε τέσσερις ανθρώπους να χάνουν τον έλεγχο, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Τους παρατηρούμε να αμφισβητούν τόσο αυτά που αισθάνονται, τις σκέψεις τους, όσο και τον ίδιο τους τον εαυτό. Μπορεί να είναι δύσκολο και συγχρόνως πολύ γοητευτικό να προσπαθεί να ανακαλύψεις την προσωπική πορεία του κάθε χαρακτήρα και τη δική του «ρωγμή».
Όπως είχε πει και η Prebble: «I think there’s something cathartic about someone actually having a breakdown. Because at least we’re acknowledging what’s happening. And I think maybe the breakdown is in that area, because you’re sort of not the same after. That’s what makes it a breakdown, isn’t it? I think there’s something about that that appeals to me: the possibility of it».
Έτσι και στο ίδιο το έργο, βλέπουμε ανθρώπους να αλλάζουν μέσα από σχέσεις ή εμπειρίες που τους έχουν ορίσει. Τους παρακολουθούμε να προσπαθούν να ανακαλύψουν «τι είναι πραγματικό» και ποιος είναι τελικά ο κόσμος που μπορεί να τους χωρέσει. Η ιστορία αυτή έχει ένα βαθιά υπαρξιακό κομμάτι για μένα.

«Επιλέγω να εμπιστεύομαι την ύπαρξη ενός συναισθήματος»
– Μέσα από την ερμηνεία σας, άλλαξε κάτι στον τρόπο που βλέπετε τα συναισθήματά σας στην πραγματική ζωή;
Iωάννης Καμπούρης: Όχι, δε θα το ‘λεγα (τουλάχιστον όσον αφορά το συνειδητό μου). Απλώς προέκυψε μια πιο εντατική διερώτηση επάνω σε ζητήματα γνησιότητας και πραγματικότητας. Ωστόσο, αυτά τα θέματα είναι τόσο ρευστά που μόνο στη διερώτηση μπορείς να μείνεις. Οπότε επιλέγω να συνεχίζω να εμπιστεύομαι την ύπαρξη ενός «συναισθήματος» ακόμα κι αν είναι προϊόν εργαστηρίου.
– Για εσάς, πού τελειώνει η επιστήμη και πού ξεκινά η ανθρώπινη εμπειρία;
Μίλτος Τσιάντος: Πιστεύω πως η επιστήμη συμπορεύεται με την ανθρώπινη εμπειρία, μια που η επιστήμη είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει στέρεα και πειθαρχημένα τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι ένα μυαλωμένο πλάσμα, δεν υπάρχει τίποτα από τη συμπεριφορά του ή τη συμπεριφορά των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας που να μην μπαίνει στο μικροσκόπιο. Αν η επιστήμη είναι επιστήμη με επίκεντρο τον άνθρωπο και την ανθρώπινη εμπειρία δεν χρειαζόμαστε διαχωριστικές γραμμές και πολύ καλώς ή μια παρακολουθεί την άλλη. Το πρόβλημα ξεκινά όταν βαφτίζουμε ως επιστήμη μία πρακτική που εξυπηρετεί το εμπόριο και όσους εμπορεύονται τους αριθμούς και τα πορίσματα της.
– Ποια είναι η ανταπόκριση του κοινού έως τώρα;
Άννα – Μαρία Γάτου: Το κείμενο αρέσει πολύ στο κοινό και πιστεύω ότι έχει να κάνει τόσο με τη θεματική, όσο και με τον τρόπο που είναι γραμμένο. Η ψυχική υγεία βρίσκεται στο επίκεντρο την τελευταία δεκαετία και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τις πιθανές παρεμβάσεις την ψυχοθεραπείας και της ψυχιατρικής έχει αλλάξει κατά πολύ. Η Prebble θίγει με έναν πολύ έξυπνο τρόπο το κομμάτι της φαρμακευτικής αγωγής με ό,τι αυτή συνεπάγεται και μας κάνει να προβληματιστούμε πραγματικά πάνω στο ζήτημα.
Ζούμε σε μία εποχή που προσπαθούμε να «ρυθμίσουμε» τα πάντα, χωρίς να σκεφτόμαστε όλες τις προεκτάσεις. Έχοντας εργαστεί στο κομμάτι της ψυχικής υγείας βρήκα πάρα πολλά σημεία που μου θύμισαν στιγμές από την κλινική εμπειρία και με έκαναν να αναρωτηθώ ξανά για πράγματα που θεωρούσα δεδομένα. Πιστεύω ότι αυτό είναι που κερδίζει και το κοινό. Πρόκειται για ένα έργο που δεν σου δίνει απαντήσεις, αλλά σου κάνει τις σωστές ερωτήσεις, όπως ένας καλός ψυχοθεραπευτής.
Παράλληλα, αγγίζει το κομμάτι των ερωτικών σχέσεων με έναν πολύ τρυφερό και συνάμα απειλητικό τρόπο, δίνοντας στο κοινό της ευκαιρία να συνδεθεί πραγματικά με όσα βλέπει. Παρατηρούμε τους ήρωες «να μπερδεύονται», να βρίσκουν τι νιώθουν, να το χάνουν ξανά, να αναρωτιούνται για να συναισθήματα του απέναντι, να θυμούνται, να συγκρούονται, να ξεχνάνε, να προσπαθούν να βρουν τον «άλλον». Ο έρωτας, η επαφή, το πώς βιώνουμε τα συναισθήματά μας. Υπάρχει κανείς που δεν έχει αναρωτηθεί για όλα αυτά;
«Ο έρωτας δεν χρειάζεται αποδείξεις για να υπάρξει»
-Τελικά, ήταν όντως ερωτευμένοι η Κόνι και ο Τρίσταν; Τι πιστεύετε εσείς ως οι ερμηνευτές τους;
Δήμητρα Κούρτη: Νιώθουν κάτι βαθιά αληθινό, ακόμη κι αν η πηγή του παραμένει ασαφής. Για μένα, η εξήγηση δεν είναι απαραίτητη· ο έρωτας δεν χρειάζεται αποδείξεις για να υπάρξει. Τα συναισθήματα είναι πιο όμορφα όταν γεννιούνται αβίαστα, χωρίς υπολογισμούς και αναλύσεις. Γι’ αυτό πιστεύω πως οι δύο χαρακτήρες ερωτεύονται πραγματικά. Δεν προσπαθούν να το ελέγξουν, δεν το σχεδιάζουν — τους συμβαίνει. Και αυτή η αυθόρμητη γέννηση του συναισθήματος είναι που το καθιστά αληθινό. Βιώνουν και οι δύο κάτι πρωτόγνωρο· μια εμπειρία που τους μετακινεί από όσα γνώριζαν μέχρι τότε για τον εαυτό τους. Γιατί, ίσως, αυτή να είναι η ουσία του έρωτα: να σε κάνει να νιώσεις και να ζήσεις κάτι που δεν είχες φανταστεί ποτέ, να δεις μια πλευρά σου που δεν ήξερες ότι υπάρχει.
Συνέντευξη: Αναστασία Μωυσιάδου & Αφροδίτη Κεραμέως
Η παράσταση συνεχίζεται στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ. Εισιτήρια εδώ.





