Έφτασε, λοιπόν, αυτή η στιγμή, όπως και κάθε άλλη χρονιά. Η στιγμή της κινηματογραφικής ανασκόπησης του περασμένου έτους, του αριθμού και είδους συγκινήσεων, που προσέφερε ο κινηματογράφος. Και αν τυχαίνει να είστε νέοι και απορείτε σκεπτόμενοι «Γιατί τώρα;», είναι πάγια τακτική να περιμένουμε την κυκλοφορία όλων των ταινιών της περασμένης χρονιάς, ώστε να υπάρχει μία ολοκληρωμένη άποψη και ας περνάει λίγος καιρός παραπάνω.
-
Frankenstein
Υπόθεση: Ένας φιλόδοξος επιστήμονας βρίσκει το μυστικό για τη δημιουργία ζωής. Το πλάσμα, που φέρνει στη ζωή, θα τον απογοητεύσει και θα τον οδηγήσει στην πίκρα και την καταπίεση, πριν έρθει, για να τον στοιχειώσει.
Άποψη: Ανέκαθεν ο Guillermo del Toro έτρεφε μία ιδιαίτερη αγάπη για τον κόσμο των τεράτων, το αλλόκοτο και το ιδιαίτερο πάντα τον συνάρπαζε, η φιλμογραφία του είναι γεμάτη από τέτοιες ιστορίες (Pacific Rim, Pan’s Labyrinth κ.ά.). Και μπορεί στο παρελθόν να μην ήταν πάντα ελκυστικές οι ταινίες του, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν πραγματικό θρίαμβο του δημιουργού. Είναι ακριβώς αυτή του η αγάπη, που λειτουργεί και ως οδηγός για το πώς να μεταφέρει την ιστορία της Mary Shelley, χωρίς ποτέ να χάσει τον προσανατολισμό και το νόημά της.
Το πραγματικό τέρας για τον del Toro είναι η αλαζονεία, η τύφλωση, η αμετροέπεια του ανθρώπου απέναντι στην ηθική και την φύση. Τα χρώματα είναι η αντανάκλαση της εξέλιξης της πλοκής, ενίοτε έντονα και άλλοτε ζοφερά, ενώ η μουσική του Alexandre Desplat ενισχύει το αίσθημα της αγωνίας. Τίποτα όμως δε θα ήταν δυνατό χωρίς δυνατές ερμηνείες. Και αν για τον Oscar Isaac ξέραμε τι μπορεί να κάνει, η ερμηνεία του Jacob Elordi τον θεμελιώνει ως έναν από τους πιο υποσχόμενους και ενδιαφέροντες ηθοποιούς της γενιάς του, αφού εδώ παραδίδει μία ερμηνεία γεμάτη συναίσθημα και ειλικρίνεια.
Από την απορία στην οργή και από την χαρά στον πόνο, το τέρας του Elordi είναι ο πιο ανθρώπινος χαρακτήρας της ταινίας, θύμα καταστάσεων και συνθηκών, που είναι αδύνατο να χαλιναγωγήσει. Άκρως ελκυστικό είναι και το υπόλοιπο επιτελείο ηθοποιών, με τους Christoph Waltz, Charles Dance, Mia Goth και Lars Mikkelsen να κάνουν εξαιρετική δουλειά. Και μέσα σε όλα αυτά, ο del Toro πετυχαίνει να κάνει και έναν πολύ διακριτικό, αλλά και εύστοχο σχολιασμό για την τεχνητή νοημοσύνη και το πού αυτή δύναται να οδηγήσει.
9. One Battle After Another (Μία Μάχη Μετά την Άλλη)

Υπόθεση: Ο Pat Calhoun, μέλος μίας εξτρεμιστικής επαναστατικής ομάδας, αποσύρεται μετά τη γέννηση της κόρης του. Με ψεύτικη πλέον ταυτότητα, τη μεγαλώνει μόνος, μέχρι που μία μέρα το παρελθόν του χτυπάει την πόρτα.
Άποψη: Δε γίνεται να μην κάνει κρότο ο Paul Thomas Anderson, όταν βγάζει μία νέα ταινία. Είναι ένας τόσο ταλαντούχος και σημαντικός δημιουργός της εποχής μας, που εδώ δεν έχει κανέναν δισταγμό να τα βάλει με όλα και όλους. Ορμώμενος από την παράνοια της εποχής, που διανύουμε και τις μεταβολές, που συντελούνται σε καθημερινή βάση, ο Anderson δημιουργεί μία ιστορία, η οποία, ενώ ξεκινάει με μεγαλύτερο δραματικό υπόβαθρο, σταδιακά μετατρέπεται σε σάτιρα και μαύρη κωμωδία και την οποία μπολιάζει με έντονη δράση.
Αυτή του η πρόθεση εξηγεί και το γεγονός, ότι οι χαρακτήρες είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένοι ώστε σκόπιμα να θυμίζουν καρικατούρες, ειδικά ο Συνταγματάρχης Lockjaw του Sean Penn, ενώ από το σενάριο δε λείπει ούτε η διακωμώδηση της συνωμοσιολογίας με την ύπαρξη μίας υπόγειας οργάνωσης για την λευκή υπεροχή. Ο Leonardo DiCaprio εδώ αναλαμβάνει έναν πολύ διαφορετικό ρόλο, αυτόν του οικογενειάρχη, και εννοείται, ότι δεν απογοητεύει, όμως αυτός που κλέβει την παράσταση δεν είναι άλλος από τον καταπληκτικό Sean Penn στον ρόλο του αμοραλιστή Συνταγματάρχη Lockjaw.
Αδίστακτος, καιροσκόπος, εκδικητικός, υπακούει σε έναν κώδικα αξιών εντελώς αντίθετο με όσα πρέπει να πρεσβεύει ο στρατός. Από την άλλη ο Benicio Del Toro προσφέρει μία από τις ήρεμες και διασκεδαστικές ερμηνείας της καριέρας του, με τους τρεις να συνθέτουν ένα ακαταμάχητο πρωταγωνιστικό τρίο, ενώ ο Jonny Greenwood φτιάχνει ένα soundtrack γεμάτο σασπένς και ένταση.
-
Sinners
Υπόθεση: Στις ΗΠΑ του 1932, δύο δίδυμοι επιστρέφουν στη γενέτειρά τους στο Μισισιπί, με στόχο να ανοίξουν το δικό τους κλαμπ. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Άποψη: Είναι δύσκολο να ξεκινήσεις από ένα μόνο θετικό στοιχείο του Sinners. Είναι τόσα πολλά τα δυνατά του σημεία, τόσο καλά εναρμονισμένα, που ό,τι και να πεις, πιθανότατα δε θα είναι αρκετό. Ο Ryan Coogler αποδεικνύει, ότι συνεχίζει να εξελίσσεται δημιουργικά και να μην φοβάται να δοκιμάσει τις αντοχές και τα όριά του, αντίθετα τα αγκαλιάζει και τα βλέπει σαν πρόκληση. Η θεματολογία του είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται ερμηνειών.
Το Sinners συνιστά μία ωδή στην αφροαμερικάνικη κουλτούρα, στις ρίζες, στις καταβολές και το τι αυτή πρεσβεύει, στην άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν μπλουζ μουσική, στην περήφανη σύνδεση του παλιού και του νέου. Οπλισμένος με μπόλικη αυτοπεποίθηση, προβαίνει σε συμβολισμούς, που ναι μεν είναι επιθετικοί, όχι όμως επιφανειακοί, διαθέτουν βάθος και πολυπλοκότητα. Ενώ καταδικάζει τους άρπαγες και αριβίστες λευκούς, που λεηλατούν και ρουφούν το αίμα των αφροαμερικανών, αυτό γίνεται οργανικά και λειτουργεί ως το μέσο διά του οποίου γίνεται η μετάδοση του βασικού μηνύματος, της ανάγκης για ομοψυχία και συμπόρευση, υπενθυμίζοντας ότι το μεγαλύτερο όπλο απέναντι σε κάθε αντίπαλο είναι οι άνθρωποι, που μοιράζονται ιδανικά, καταβολές, αξίες, ο πραγματικός εχθρός είναι ο κίνδυνος διάβρωσης και διαφθοράς της ταυτότητάς τους.
Ο Michael B. Jordan παραδίδει μία επιβλητική ερμηνεία σε έναν διπλό ρόλο, δίνοντας διαφορετική διάσταση και υπόσταση στους χαρακτήρες του, η διαφοροποίησή τους είναι πλήρως ευδιάκριτη, απόρροια του υποκριτικού του ταλέντου, ενώ το μεθυστικό soundtrack του Ludwig Göransson παντρεύει το παλιό με το νέο και σκλαβώνει τον θεατή.
-
Train Dreams
Υπόθεση: Η ζωή ενός ήρεμου ανθρώπου από τα μέσα της δεκαετίας του 1910 μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τα γεγονότα που τον σημάδεψαν.
Άποψη: Υπάρχουν μερικές ταινίες, που δεν χρειάζεται να είναι έντονες ή να έχουν εντυπωσιακές ανατροπές και στοιχεία σασπένς και το Train Dreams είναι ακριβώς μία τέτοια. Εμφανώς εμπνευσμένος από την κινηματογραφική κοσμοθεωρία του Terrence Malick, ο Clint Bentley δημιουργεί το απόλυτο μίγμα αρμονίας ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και την απλότητα και μαγεία της φύσης. Η φύση και η Αμερική λειτουργούν ως παράλληλοι πρωταγωνιστές μαζί με τον Robert Grainier, τον χαρακτήρα του Joel Edgerton, μεγαλώνουν, αλλάζουν, ωριμάζουν παράλληλα, από τα παιδικά χρόνια του Robert και την πρώιμη εκβιομηχάνιση, μέχρι τα τελευταία στάδια της ζωής του και την πλήρη τεχνολογική έκρηξη.
Η κάμερα δεν προσπαθεί στιγμή να εντυπωσιάσει ή να ιντριγκάρει, παρακολουθεί και καταγράφει τα γεγονότα με αφοπλιστική απλότητα, με πολύ όμορφα και ζεστά χρώματα. O Joel Edgerton παραδίδει εδώ την κορυφαία στιγμή της καριέρας του, στο ήρεμο και παρατηρητικό βλέμμα του συνοψίζεται όλο το είναι της ταινίας και με μία εντυπωσιακή γκάμα στην εναλλαγή των εκφράσεων του προσώπου του δέχεται και αξιολογεί τα διάφορα ερεθίσματα γύρω του. Με την εργατικότητα και την ηρεμία του καταφέρνει και γνωρίζει ανθρώπους, δεν επιχειρεί να παρέμβει στον κόσμο ούτε να τον διαμορφώσει σύμφωνα με τα δικά του πρότυπα, αντίθετα τον αποδέχεται, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η οικογένειά του, στην οποία αφιερώνεται με αγάπη και τρυφερότητα. Η πολύ όμορφη και μελωδική μουσική του Bryce Dassner συμπληρώνει τη μαγεία της φύσης και χαρίζει στο κοινό μειδιάματα ευθυμίας.
-
Blue Moon
Υπόθεση: Ένα βράδυ του 1943 σε ένα μπαρ, ο ξεπεσμένος στιχουργός Lorenz Hart προσπαθεί να διαχειριστεί την επιτυχία του πρώην συνεργάτη του και τη δική του κατάρρευση, ενώ παράλληλα συζητά με τους θαμώνες.
Άποψη: Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα προς τους απανταχού λάτρεις του κινηματογράφου είναι η φιλία του Richard Linklater με τον Ethan Hawke και το «Blue Moon» είναι απλά μία ακόμη επιβεβαίωση της προαναφερθείσας διατύπωσης. Μολονότι, η ιδέα για τη συγκεκριμένη ταινία υπήρχε εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η μεθοδικότητα και ο επαγγελματισμός του Linklater δεν επέτρεπαν παρακάμψεις και βιασύνη.
Αντ’ αυτού ο σπουδαίος αυτός εκφραστής του ανεξάρτητου σινεμά επέλεξε το μονοπάτι της ωρίμανσης και την αρετή της υπομονής. Με τη γνωστή του ουμανιστική ματιά ο Linklater καδράρει τα πλάνα με τη δύναμη της απλότητας και με μία ρετρό και νοσταλγική λογική, ενώ ο Hawke συμπληρώνει το όραμα του φίλου του, με μία από τις καλύτερες στιγμές στην καριέρα του. Ο χαρακτήρας του εκπροσωπεί την παραδοξότητα, αφού ναι μεν έχει ως κύριο γνώρισμα τον κυνισμό, την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό, όμως παράλληλα ψάχνει απεγνωσμένα τον ρομαντισμό, την αγάπη και την αποδοχή των άλλων. Παράλληλα, ο Linklater ενδιαφέρεται να εντρυφήσει σε έννοιες, όπως η μοναξιά, ενώ το σενάριο του Robert Karlow διαθέτει και τις σωστές δόσεις χιούμορ, χωρίς να αλλοιώνει το πραγματικό κέντρο βάρους.
-
Marty Supreme
Υπόθεση: Στη Νέα Υόρκη του 1952, ο Marty Reisman είναι ένας φιλόδοξος παίκτης του πινγκ πονγκ. Πεπεισμένος ότι είναι θέμα χρόνου το άθλημα να λάβει παγκόσμια αναγνωρισιμότητα, είναι αποφασισμένος να γίνει ο καλύτερος, χωρίς να τον ενδιαφέρει το κόστος.
Άποψη: Δεν περιμέναμε τη συγκεκριμένη ταινία, για να διαπιστώσουμε το υποκριτικό ταλέντο και εύρος του Timothée Chalamet. Κάτι τέτοιο θα ήταν το λιγότερο αφελές, αυτό όμως που δεν είναι αφελές είναι, ότι εδώ ο ηθοποιός παραδίδει την κορυφαία ερμηνεία της σύντομης καριέρας του. Γεμάτος κομπορρημοσύνη και τυφλωμένος από την προσδοκία της δόξας, ο Marty του Chalamet είναι ένας χαρακτήρας χωρίς ηθική πυξίδα, χωρίς αξιακό κώδικα και ιδανικά, αλλά ένα αρπακτικό, που κυνηγάει το έπαθλό του, αδιαφορώντας για τις συνέπειές των πράξεών του.
Ο Safdie δεν προσεγγίζει τον πρωταγωνιστή του ως ένα παραστρατημένο θύμα περιστάσεων, ο Marty δεν είναι ο αμνός του Θεού, που έχει χάσει τον δρόμο, αλλά το απότοκο της αλαζονείας, του αμοραλισμού και του αριβισμού, που τον διακατέχουν, είναι το ακραίο παράδειγμα εκδήλωσης του αμερικάνικου ονείρου. Ούτε όμως οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι τέρατα και υποδείγματα καλοσύνης, αφού λίγο-πολύ όλοι υποκύπτουν στον πειρασμό, όπως και αν εκδηλώνεται αυτός. Μολονότι τα γεγονότα διαδραματίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η μουσική του Daniel Lopatin διαφοροποιείται αισθητά και προξενεί εντύπωση, αφού κυρίαρχο στοιχείο είναι η μουσική της δεκαετίας του 1980, με τους Tears for Fears να ξεχωρίζουν, η οποία δημιουργεί μία υπέροχη αντίθεση με το ζοφερό τοπίο της ταινίας.
-
Wake Up Dead Man

Υπόθεση: Σε μία ενορία της Νέας Υόρκης ένας ιερέας δολοφονείται και βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του είναι ένας νεαρότερος συνάδελφός του. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Benoit Blanc καταφθάνει και προσπαθεί να λύσει ένα τέλειο, κατά τα φαινόμενα, έγκλημα.
Άποψη: Σπάνια συναντάς μία τριλογία, στην οποία όλες οι ταινίες είναι καλές. Για άλλη μία φορά στο σύμπαν του Knives Out ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Rian Johnson, δημιουργεί ένα υπέροχο whodunit, με διαφορετικές θεματικές γύρω από τον βασικό άξονα και των τριών ταινιών, την φιλαργυρία. Στο «Wake Up Dead Man» ο Johnson ενδιαφέρεται για την παρουσία της πίστης στη ζωή του ανθρώπου (εξ ου και ο τίτλος), όχι μόνο ως θρησκεία, αλλά ως ελπίδα και ταυτόχρονα πρόσχημα για πιο σκιώδη κίνητρα, την εξαπάτηση και την καθοδήγηση, που προσφέρει, ενώ επίσης προσεγγίζει και το θέμα της παρουσίας των γυναικών στην εκκλησία και της προσφοράς τους.
Μπροστά από την κάμερα βρίσκουμε τον Daniel Craig ως Benoit Blanc, ο οποίος όπως και στις δύο προηγούμενες ταινίες, είναι απλά απολαυστικός. Ευφυής, ετοιμόλογος, με βλέμμα γεμάτο ερωτήσεις και αυτοπεποίθηση, με ισχυρό χαρακτήρα και με το μοναδικό του ταλέντο να ψυχολογεί και να αξιολογεί τους υπόπτους και τα κίνητρά τους.
Δίπλα στον Craig στέκεται επάξια ο Josh O’Connor. Υποδυόμενος τον ιερέα, που είναι και ο βασικός ύποπτος για τον φόνο του ανωτέρου του, δεν είναι κάποιος άμεμπτος και υπεράνω πάσης υποψίας εκπρόσωπος θρησκευτικής τελειότητας και αγνότητας, αλλά ένας άνθρωπος, που κουβαλάει τον δικό του σταυρό αμαρτιών του παρελθόντος, τις οποίες αποδέχεται και θέλει πραγματικά να βοηθήσει τους συνανθρώπους του να έρθουν πιο κοντά στον Θεό και να γίνουν καλύτεροι. Josh Brolin, Mila Kunis, Glenn Close, Andrew Scott, Jeremy Renner, Kerry Washington συναπαρτίζουν ένα πολύ δυνατό καστ, που ξέρει ακριβώς τι να κάνει και απογειώνει κάθε καρέ.
-
Hamnet (Άμνετ)
Υπόθεση: Στην Αγγλία του 16ου αιώνα ο φιλόδοξος συγγραφέας William Shakespeare γνωρίζει και ερωτεύεται την Agnes Hathaway. Παρά τις αντιδράσεις του περίγυρού τους παντρεύονται και δημιουργούν οικογένεια. Η ευτυχία τους όμως θα κλονιστεί συθέμελα μετά από μία ανείπωτη απώλεια.
Άποψη: Φαντάζει τετριμμένο, όμως πραγματικά οι λέξεις ωχριούν μπροστά στην απίστευτη ερμηνεία της Jessie Buckley, μία από τις πιο αφοπλιστικές και καταιγιστικές των τελευταίων ετών. Με τρομερή συναισθηματική ορμή η ηθοποιός καταφέρνει να επισκιάσει κάθε σπιθαμή του «Άμνετ» και ας έχει δίπλα της έναν άλλο σπουδαίο ηθοποιό στον ρόλο του Shakespeare, τον Paul Mescal.
Παράλληλα, η παρουσία της Chloe Zhao στα σκηνοθετικά ηνία, γνωστής για την ταινία «Nomadland» εγγυάται ποιητικότητα και ζεστασιά στα πλάνα και μία άρρηκτη σύνδεση του ανθρώπου με την φύση. Η Zhao πετυχαίνει να εκμεταλλευτεί κάθε καρέ, για να προσφέρει πλούσια οπτικά ερεθίσματα, ενώ μετατρέπει με μεγάλη δεξιοτεχνία τη δύναμη του πάθους σε μία κοινωνία υποκρισίας σε ένα ταξίδι για την μεγαλοπρέπεια της τέχνης και τη διοχέτευση της οδύνης στις αρχές της δημιουργίας και της φαντασίας. Η πολύ ζεστή φωτογραφία του Łukasz Żal προσδίδει ζωντάνια και μία αίσθηση αγαλλίασης που λειτουργεί ως αντίστιξη στη βαριά θεματολογία της ταινίας.
-
Sentimental Value (Συναισθηματική Αξία)
Υπόθεση: Ο Gustav Borg, καταξιωμένος σκηνοθέτης, ζητάει από την κόρη του, Nora, να πρωταγωνιστήσει στην καινούρια του ταινία. Αυτή η όμως η επαφή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την όξυνση της ήδη διαταραγμένης σχέσης τους.
Άποψη: Αν ο Ingmar Bergman μπορούσε να δει τη συγκεκριμένη ταινία, σίγουρα θα κατακλυζόταν από αγαλλίαση και περηφάνια για το όραμα του Joachim Trier. Με αψεγάδιαστη ακρίβεια και τεράστια αυτοπεποίθηση, ο Trier προσεγγίζει μερικές από τις πιο κλασικές θεματικές όχι μόνο του σκανδιναβικού κινηματογράφου, αλλά και της σκανδιναβικής πραγματικότητας, όπως το χάσμα γονέων και παιδιών, η αποδόμηση της έννοιας της οικογένειας, η ψυχρότητα και συχνά τυπική μορφή των σχέσεων.
Κάπου εκεί όμως αφήνει και ένα διακριτικό μήνυμα για την ενωτική και υπερβατική μορφή του κινηματογράφου, ο οποίος λειτουργεί ως λύτρωση με την καθαρτική του ιδιότητα. Ο Stellan Skarsgård πλάθει τον χαρακτήρα του με συναισθηματική αποστασιοποίηση και αδυναμία αντίληψης των λαθών του, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση αυτοκριτικής, θέτει πάντοτε ως προτεραιότητα την τέχνη του, ενώ ο χαρακτήρας της Renate Reinsve διαθέτει συσσωρευμένη οργή, η οποία κρύβεται πίσω από το άψυχο και σκληρό προσωπείο, που θέλει να περνάει.
Ταυτόχρονα, η εύθραυστη και αλλοπρόσαλλη ψυχολογική της κατάσταση έχει επιπτώσεις και στη δουλειά της, με το άγχος να την κατακλύζει σε στιγμές έντονης πίεσης. Αντίθετα η αδερφή της, Agnes, την οποία υποδύεται η Inga Ibsdotter Lilleaas λειτουργεί κατευναστικά ως ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στις δύο πλευρές, οι σχέσεις των οποίων έχουν ψυχρανθεί προ πολλού, τελικά όμως το ρήγμα δεν είναι ποτέ οριστικό.
-
The Secret Agent (Μυστικός Πράκτορας)

Υπόθεση: Εν μέσω εντάσεων και συγκρούσεων στη δικτατορική Βραζιλία του 1977, ο Armando επιστρέφει στο Ρεσίφε και εγκαθίσταται σε μία πολυκατοικία, αγνοώντας ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας του.
Άποψη: Είναι δύσκολο για τους ανθρώπους σήμερα να συλλάβουν και να αντιληφθούν τι σημαίνει δικτατορία και αυταρχικό καθεστώς. Μπορεί οι μαρτυρίες και τα έγγραφα να λειτουργούν ως υπενθύμιση ενός ζοφερού παρελθόντος, όμως η οπτική απεικόνιση είναι πάντοτε πιο δυνατή. Ο «Μυστικός Πράκτορας» δεν είναι απλώς μία καταδίκη κάθε μορφής απολυταρχίας και αυθαιρεσίας, όπως αν εκφράζεται. Είναι μία ελεγεία για κάθε άνθρωπο, που έζησε μέσα στον φόβο, την αβεβαιότητα, την απελπισία και τα δάκρυα του αποχωρισμού, για όλους εκείνους που εκδιώχθηκαν και εκτοπίστηκαν και όσους πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα του μίσους.
Έτσι ακριβώς απεικονίζει τον αγώνα του Armando Solimões ο Kleber Mendonça Filho με μία διαρκή αίσθηση αγωνίας και τρόμου. Ο εχθρός δεν είναι μόνο το καθεστώς, αλλά κάθε άνθρωπος, γνωστός και άγνωστος, κάθε περαστικός, ο τρόμος δεν είναι απαραίτητα εμφανής, συχνά εκπορεύεται από την αίσθηση μίας διαρκούς απειλής, όπως ακριβώς στα «Σαγόνια του Καρχαρία».
Ταυτόχρονα όμως υπάρχουν πάντα άνθρωποι που δεν ξεχνάνε τις αξίες και τα ιδανικά τους, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες. Ο Wagner Moura παραδίδει μία καταπληκτική ερμηνεία, στο βλέμμα του συνοψίζονται όλα όσα ο Filho θέλει να περάσει. Πίσω από την ηρεμία και απλότητα στις κινήσεις και τα λόγια του, κρύβεται η αγωνία και ο ψυχικός κάματος ενός πατέρα, που θέλει μόνο να ξανασμίξει με τον γιο του, αλλά και να προσφέρει στην κοινωνία, με τις γνώσεις του, όπως έκανε πριν τον βίαιο εξοστρακισμό του και δίκαια ο «Μυστικός Πράκτορας» κερδίζει τον τίτλο της καλύτερης ταινίας του 2025.






