Η συνάντηση μας με τη Μαριώ κατέληξε να είναι ένα ταξίδι σε μια Θεσσαλονίκη που την ζεις μόνο μέσα από διηγήσεις. Σε αυτό το ταξίδι όμως, κάνουμε συνεχείς στάσεις: στη ζωή της, στο ρεμπέτικο, στη νυχτερινή ζωή. Εκεί όπου η μουσική γεννήθηκε από την ανάγκη της εξομολόγησης και έγινε φωνή των ανθρώπων του περιθωρίου και της καθημερινότητας.
Με πορεία που ταυτίστηκε με το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, η Μαριώ μιλά για τις ρίζες του ρεμπέτικου, τις διαδρομές του στον χρόνο και τη δική της θέση μέσα σε αυτό.
Σε μια συνέντευξη που ξετυλίγεται σαν αφήγηση, φωτίζει τις ιστορίες πίσω από τα τραγούδια και τη βαθιά σχέση της με ένα είδος που συνεχίζει να συγκινεί και να αντέχει.
Σε ένα στρογγυλό τραπέζι της δεκαετίας του ’60, ξετυλίξαμε και μάθαμε πολλά από τη Μαριώ, τη τελευταία γνήσια ρεμπέτισσα. Δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε καλύτερα τη νέα χρονιά των «Προσώπων της Εβδομάδας»!
Πάνε και τα Λαδάδικα, αλλά δεν έχει αυτή την ακμή που είχε. Δεν έχει τη ζωντάνια.

Την έζησα τότε που ήταν ακόμα το τραμ, είμαι και μεγάλη! Μην νομίζεις πως είμαι καμιά μικρή, πάω στα 81. Και είναι μια πόλη που με έχει σημαδέψει. Δεν μπορώ να την ξεχάσω. Με τίποτα.
Θυμάμαι που άνοιγε η Έκθεση κι εμείς παίζαμε. Ένα μεγάλο πανηγύρι. Η αυλή μου ήταν το πάρκο του Ξαρχάκου, εκεί παίζαμε όλα τα παιδιά. Εκεί κατέβαινε και το ρέμα από το Σέιχ Σού. Κατέβαινε το ρέμα μέχρι τον Λευκό Πύργο και κατέληγε στη θάλασσα. Σε εκείνο το ρέμα ερχόταν και τσίρκο, που να σας περιγράφω τώρα, θα μας πάρει ώρες η περιήγηση.
– Η φτώχεια τότε;
Είχαμε μια γειτόνισα, η γιαγιά Αιμιλία. Μόλις μαγείρευε και έλεγε τον μπαμπά μου «έκανα φαγητό Θανάση, έλα να πάρεις να δώσεις στα παιδιά να φάνε».
«Η γειτονιά ήρθε να μας σώσει»

Η πρώτη μου εμφάνιση ήταν όταν με πήγε ο μπαμπάς μου σε μια χοροεσπερίδα όπου είπα δύο τραγουδάκια. Ανέβηκα με το ακορντεόν μου τραγούδησα κι έτσι ξεκίνησε η πορεία μου.
-Όλη εκείνη η γενιά ήσασταν εργασιομανείς…
– Πήγαινα στο Πλατύ Ημαθίας, στο χωριό της μάνας μου, το χωριό που ήρθε προσφυγοπούλα από την Καππαδοκία και μάζευα μπαμπάκια. Ήθελα να δουλεύω, πάντα, δεν ήθελα να κάθομαι. Αλλά θέλω να σε πω ότι η δική μου γενιά, βλέπαμε την κατάσταση στις οικογένειές μας. Ήθελα πάντα να βοηθάω τον πατέρα μου.
«Μεγάλη ιστορία, μανάρι μου. Δεν τελειώνει με τίποτα, γι’ αυτό και ετοιμάζω βιβλίο»
– Καταλαβαίνω πως ο πατέρας σας ήταν η αδυναμία σας…
– Ο μπαμπάς μου ήταν τόσο φιλότιμος και τόσο καλός. Σκέψου πως μέχρι που έσωσε τον πρώην άντρα της Στέλλας Χασκήλ, της Ρεμπέτισσας. Από εκείνον πήρε το σπίτι που μέναμε στην Έκθεση πριν τον πόλεμο. Όταν ήρθε ο πόλεμος και ήρθαν οι Γερμανοί, επειδή αυτός ήταν Εβραίος, γυρνάει και του λέει του μπαμπά μου «θα σου δώσω το σπίτι μου». Ο μπαμπάς μου αρνήθηκε, του είπε πως θα το αγοράσει, και τον έκρυβε κάτω στην καταπακτή, στο σαλόνι, γιατί άνοιγε. Και τον έβαλε και τον έκρυψε.
– Πώς μπήκε στην ζωή σας το ρεμπέτικο;
– Από ένα παράθυρο μπήκε! Από ένα μαγαζί της γειτονιάς μου, είχαμε ένα μαγαζί που ήταν λαϊκούρα, αλλά ατόφια λαϊκούρα. Όλοι οι μάγκες, όλοι οι μπεσαλίδες μπαίνανε. Πώς λοιπόν παίζαμε κρυφτό στη γειτονιά κι εγώ ανέβηκα κάπου να κρυφτώ. Επειδή ήταν καλοκαίρι και βγαίνανε τα μούρα, πήγαινα σε αυλές και κρυβόμουν για να φάω και λίγα. Κι όταν μπήκα στην αυλή, άκουσα τη φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ, έναν αμανέ τραγουδούσε, ένα μοιρολόγι είδα από το ανοιχτό παράθυρο την Ρόζα Εσκενάζυ. Έτσι μπήκε στη ζωή μου το ρεμπέτικο. Αποφάσισα πως αυτό θα κάνω, αλλά όσο ο μπαμπάς μου ζούσε δεν μπορούσα να παίξω ρεμπέτικα.
«Ο μπαμπάς μου ήταν Ευρωπαϊστής. Ευρωπαϊκά έπαιζε, δεν ήθελε χασικλίδικα και μάγκικα τραγούδια»

– Φοβόσασταν την αντίδραση του;
– Πού να παίξεις; Ο μπαμπάς μου ήταν Ευρωπαϊστής. Ευρωπαϊκά έπαιζε, δεν ήθελε χασικλίδικα και μάγκικα τραγούδια. Όταν έφευγα και έπιανε η αδερφή μου τον μπαμπά μου και του έλεγε «μπαμπά η Μαίρη πάλι αλήτικα τραγούδια λέει» έτρωγα πολύ ξύλο. Το τι καταπακτή έχω φάει και ξύλο για αυτό άσε… Να φωνάζω τη μάνα μου «οι μπάμπουρες περνάνε κάτω από τα πόδια μου».
– Άρα μπαίνατε συχνά τιμωρία εξαιτίας του Ρεμπέτικου…
– Ήταν λίγο κωμικοτραγικό, αλλά ήταν έντονο. Ο φόβος που είχα κάτω στην καταπακτή δεν περιγράφεται, να μυρίζει το χώμα και η μούχλα από κάτω.
-Έγινε όμως το δικό σας, το κάνατε.
– Το έκανα, αλλά πήρα καλές βάσεις από τον μπαμπά μου. Όταν του είπα πως θα φύγω από το όργανο και θα τραγουδάω, επειδή είχα πλέον γεννήσει και την κόρη μου και είχα κουραστεί με το ακορντεόν, μου είπε πως αν δεν ξαναπαίξω δεν θα μπορώ να παίρνω τα λεγόμενα «τυχερά» από την ορχήστρα, δηλαδή το εξτραδάκι που πετούσαν στην ορχήστρα οι πελάτες, και του είχα υποσχεθεί πως ποτέ δεν θα πάρω τα τυχερά από την ορχήστρα.
– Είχατε πάντα ένα σεβασμό με τους συνεργάτες σας, μια ιδιαίτερη αγάπη.
– Πρώτα απ’ όλα, εγώ προσωπικά λατρεύω τους μουσικούς πάρα πολύ. Και το λέω πολλές φορές.
Έχω μαλώσει πολλές φορές με τραγουδίστριες και τραγουδιστές. Όταν βγαίνουν οι τραγουδιστές και τραγουδούν, αυτοί οι μουσικοί πόσο μυαλό πρέπει να έχουν για να θυμούνται όλα τα τραγούδια αυτών των τραγουδιστών που θα βγουν. Άμα κάνει λάθος δηλαδή, είναι σοβαρός ο τραγουδιστής ή η τραγουδίστρια που γυρίζει και κοιτά την ορχήστρα; Να αλλάξεις επάγγελμα, κοπέλα μου! Δεν μπορείς να εξευτελίζεις πέντε ανθρώπους πίσω, διαβασμένους από σχολεία και να λες, κάνεις το λάθος εσύ και γυρίζεις και βλέπεις ότι φταίνε αυτοί. Όχι, απαράδεκτο. Αδιανόητο.
– Και κάπως έτσι και με αυτές τις αρχές ξεκινήσατε το ταξίδι του ρεμπέτικου…
– Έτσι ξεκίνησε η ζωή μου και έφτασε η LYRA, έφτασε πια να δουλεύω σαν επαγγελματίας στην Καλύβα και μου άλλαξαν το όνομά μου από Μερούλα με βαφτίσανε Μαριώ.
– Εκεί γεννήθηκε το όνομα «Μαριώ»;
– Ναι, με βάπτισε ο Τζώνης ο Στάκας, ήτανε στο «Μηδέν» πάνω στο Πλαγιάρι. Περνούσε και με φώναζε «Μαριώ».
– Στη Θεσσαλονίκη έγιναν λοιπόν τα βαφτίσια.
– Ναι βρε Μανάρι μου, εγώ στην Αθήνα πήγα το 1999, μην τρελαίνεσαι, καμία σχέση μέχρι τότε με την πρωτεύουσα. Και αν πήγαινα στην Αθήνα, ήτανε λόγω των Φεστιβάλ που με έστελνε η LYRA. Έχω πάει με την LYRA σε όλα τα φεστιβάλ της Ευρώπης, δηλαδή ξαφνικά από τη μια στιγμή στην άλλη.
Όλα βέβαια τα χρωστάω στην Ντόρα Ρίζου. Στην πρώτη συνεργασία που έκανα στην LYRA, μάζεψε όλα τα κομμάτια που γράφτηκαν για την πόλη μας, μαζί με τον Ξενοφών και τον Χριστιανόπουλο και γράψανε τα κείμενα μέσα στο βινύλιο, τότε που το βινύλιο ήτανε βιβλίο παιδί μου, οι περιγραφές που είχε μέσα ήταν εγκυκλοπαίδεια.
Έτσι ξεκίνησε και η LYRA και έκανα την πρώτη συναυλία στη Θεσσαλονίκη στα Ρεμπέτικα που κάναμε με τον Χοντρονάκο, το Ρεμπέτη και τον Στέλιο τον Κεφάλα, τον μπαμπά της Μαριάνθης. Η πρώτη συναυλία ήταν στο θέατρο Πάρκο και η καημένη η Ντόρα φοβόταν πως δεν θα γεμίσει. Κι όχι μόνο γέμισε, αλλά δεν είχαν πού να κάτσουν και κλέβανε καφάσια από τις καφετέριες που είχαν για τις μπίρες και για τις κόκα κόλες για να καθίσουν μέσα.
– Η δισκογραφία πως προέκυψε;
– Ακριβώς μετά από αυτήν την συναυλία. Πρωί-πρωί ήρθε ο Μαραβέλιας της LYRA και με λέει «αύριο σε περιμένω στο γραφείο μου» και του κάνω «άσε μην μου κάνεις εμένα τέτοια εγώ δεν θέλω να κάνω ούτε δίσκους ούτε τίποτα, εγώ είμαι εργάτρια, ξέρω ότι θα με κρεμάσεις» και με κάνει «το σκοινί θα είναι με σαπούνι οπότε γρήγορα θα γλιστρήσεις» και έτσι ξεκίνησε η LYRA. Μετά ξεκίνησα με το Υπουργείο Πολιτισμού να πάω στα Βαλκάνια. Γύρισα στη Ρωσία, όλα τα Βαλκάνια.
– Τουρνέ κανονική!
– Κοίταξε, Μην νομίζεις ότι ήταν ευχάριστο. Σε ένα μήνα, σε ένα λεωφορείο 55 νοματαίοι να γυρίζουμε στη Τουρκία, τη Ρωσία, την Ουκρανία, καταλαβαίνεις τι ταλαιπωρία φάγαμε. Αλλά πήγε πολύ ωραία, ταλαίπωρα βέβαια, αλλά ωραία.
– Δεν ψωνιστήκατε όμως με όλη την επιτυχία…
– Δεν είναι του χαρακτήρα μου, εγώ αυτά δεν τα μασάω και δεν τα καταλαβαίνω. Εγώ είμαι γυναίκα εργάτρια και οικογενειάρχης και τίποτα άλλο. Το σπίτι μου και τίποτα άλλο! Αυτά είναι παροδικά, να το ξέρεις. Μπορεί να γράφεις ιστορία αλλά μετά από το μαγαζί ξεκινάει η πραγματικότητα και η αλήθεια. Θα πάω στο σπίτι μου, στα παιδιά μου που τα πρόσεχε η πεθερά μου. Τι θα πει να ψωνιστώ; Κάνω μια δουλειά ρε Βαγγέλη για να επιβιώσω και να ζήσω το σπίτι μου.
«Ούτε λεφτά έκανα, ούτε περιουσία»

«Οι ρεμπέτες δεν παρακινούσαν ποτέ κανένα παιδί, καμία νεολαία»
– Πώς νιώθετε που βλέπετε την νεολαία να λατρεύει τα ρεμπέτικα τραγούδια;
«Μα δε φουμάρισε ποτέ η Μαριώ;»
«Φτιάξε ρε μαλ@κα Γκωτιέ και σε εμένα ένα φουστάνι»
«Η παλιά νυχτερινή ζωή ήταν πόλεμος»

– Τα έχετε ζήσει αυτά τα πρώτα τα σκληρά…
– Αυτά τα έχω ζήσει. Δες τα χέρια μου: είναι γεμάτα από κοψίματα από τα ποτήρια που φεύγανε!
Δεν ήτανε γλέντι. Λίγες φορές ήτανε. Αλλά υπήρχαν και τα κακοποιά στοιχεία που ήτανε μέσα και ειδικά οι μπράβοι.
-Έχετε φοβηθεί για τη ζωή σας;
-Όχι ποτέ. Να σου πω μανάρι μου, εγώ δεν μάσαγα από κανέναν. Δεν τολμούσανε. Ήρθε ο Άκης ο Πάνου μια χρονιά το 1974. Τότε έλεγα ένα τραγούδι του Παπαϊωάννου που έλεγε «στο κάτω κάτω της γραφής στα @ρχίδια μου τους γράφω» και όταν κατέβηκα να τον χαιρετήσω μου λέει «είσαι μεγάλο αντράκι, είναι μεγάλη μαγκιά να σε χειροκροτάνε, ενώ τους τα χώνεις από την σκηνή».
– Αυτό μου το έκανε ο Χάρης ο Ρώμας.Ο οποίος δούλευε στο Χάραμα και κάναμε ένα σκέτς πάνω στην σκηνή με προτζέκτορα και γινόταν ένας χαμός στο Χάραμα. Και μου πρότεινε να το κάνουμε και στην τηλεόραση, έκανα και στα μπουλούκια στους θεατρίνους κάποτε, έδεσε το γλυκό.
«Ο Σαββόπουλος ήταν ο ένας και ο μοναδικός, δεύτερος δεν θα γίνει»
– Δύσκολα. Εκείνα τα τραγούδια ήταν αληθινά, αυτό λείπει τώρα. Ήτανε απλά αληθινές ιστορίες.
Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης






