Μαριώ: «Εγώ μανάρι μου την έζησα τη Θεσσαλονίκη όταν ήταν ακόμα χώμα και καλντερίμια»

Μαριώ

Η συνάντηση μας με τη Μαριώ κατέληξε να είναι ένα ταξίδι σε μια Θεσσαλονίκη που την ζεις μόνο μέσα από διηγήσεις. Σε αυτό το ταξίδι όμως, κάνουμε συνεχείς στάσεις: στη ζωή της, στο ρεμπέτικο, στη νυχτερινή ζωή. Εκεί όπου η μουσική γεννήθηκε από την ανάγκη της εξομολόγησης και έγινε φωνή των ανθρώπων του περιθωρίου και της καθημερινότητας.

Με πορεία που ταυτίστηκε με το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι, η Μαριώ μιλά για τις ρίζες του ρεμπέτικου, τις διαδρομές του στον χρόνο και τη δική της θέση μέσα σε αυτό.

Σε μια συνέντευξη που ξετυλίγεται σαν αφήγηση, φωτίζει τις ιστορίες πίσω από τα τραγούδια και τη βαθιά σχέση της με ένα είδος που συνεχίζει να συγκινεί και να αντέχει.

Σε ένα στρογγυλό τραπέζι της δεκαετίας του ’60, ξετυλίξαμε και μάθαμε πολλά από τη Μαριώ, τη τελευταία γνήσια ρεμπέτισσα. Δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε καλύτερα τη νέα χρονιά των «Προσώπων της Εβδομάδας»!

Λοιπόν, η πρώτη ερώτηση και βασική είναι για τη Θεσσαλονίκη, για την πόλη σας! 
Για την πατρίδα που γεννήθηκα.  Συναισθήματα πολλά και πολλές αναμνήσεις. Ανεξάντλητες και όχι ξεθωριασμένες. Όλες ένα ήταν εχθές, σαν να τις έζησα χθες. Η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη ήσυχη, ήρεμη. Τώρα βέβαια αρχίζει και λίγο αγριεύει. Αρχίζει και αλλάζει λίγο και η ράτσα μας, γινόμαστε περισσότερο αχταρμάς. Αλλάζει η κατάσταση.
– Η νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης έχει αλλάξει; 
-Νομίζω έχει χρόνια που άρχισε να ξεφτίζει. Από το 1995 και μετά, που ήμουν εγώ στα Λαδάδικα.
Πάνε και τα Λαδάδικα, αλλά δεν έχει αυτή την ακμή που είχε. Δεν έχει τη ζωντάνια.
– Γράψατε ιστορία στην «Καλύβα»…
– Ήμουν πολλά χρόνια στην «Καλύβα». Είμαι η μόνη τραγουδίστρια στη Θεσσαλονίκη που δούλεψα 14 χρόνια σε ένα μαγαζί, χειμώνα-καλοκαίρι. Τον χειμώνα ήμασταν στην Επτάλοφο και καλοκαίρι πηγαίναμε πάνω στην Πυλαία.
Φωτ: Ελευθερία Καραμέρη / dreamonline.gr
– Τι θυμάστε από την Θεσσαλονίκη; Την χορτάσατε; Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;
– Η Θεσσαλονίκη είναι η πατρίδα μου. Την έζησα τόσο πολύ έντονα από παιδί. Γεννήθηκα στο Ρωσικό Νοσοκομείο, στη Λεωφόρο Στρατού πιο πέρα, στην Παπαναστασίου. Εγώ μανάρι μου την έζησα τη Θεσσαλονίκη όταν ήταν ακόμα χώμα και καλντερίμια ο δρόμος.

Την έζησα τότε που ήταν ακόμα το τραμ, είμαι και μεγάλη! Μην νομίζεις πως είμαι καμιά μικρή, πάω στα 81. Και είναι μια πόλη που με έχει σημαδέψει. Δεν μπορώ να την ξεχάσω. Με τίποτα.

– Πού ήταν η γειτονιά που μένατε όταν ήσασταν παιδί; 
Η γειτονιά μου ήταν κοντά στην Έκθεση. Εκεί που έγινε το ωραίο μουσείο που έχουμε στη ΧΑΝΘ απέναντι. Εκεί ήταν η γειτονιά μου, η Κάτω Αγία Φωτεινή. Μη φανταστείς, γύρω στα 20 σπιτάκια ήμασταν εκεί, παραπάνω δεν ήταν. Αχ παιδιά, τι εικόνες. Ανεξίτηλες στο μυαλό μου.

Θυμάμαι που άνοιγε η Έκθεση κι εμείς παίζαμε. Ένα μεγάλο πανηγύρι. Η αυλή μου ήταν το πάρκο του Ξαρχάκου, εκεί παίζαμε όλα τα παιδιά. Εκεί κατέβαινε και το ρέμα από το Σέιχ Σού. Κατέβαινε το ρέμα μέχρι τον Λευκό Πύργο και κατέληγε στη θάλασσα. Σε εκείνο το ρέμα ερχόταν και τσίρκο, που να σας περιγράφω τώρα, θα μας πάρει ώρες η περιήγηση. 

Έχουμε χρόνο. Θέλουμε να μας πάτε σε εκείνη την εποχή, σε εκείνα τα καλοκαίρια της ζωής σας.
Τα καλοκαίρια περνούσαν οι ποτιστήρες με τα αυτοκίνητα και ποτίζανε τον δρόμο για να μην σηκώνεται η σκόνη. Αυτό είναι μέσα στα μάτια μου μέχρι τώρα, το πώς τρέχαμε πίσω από τις ποτιστήρες για να βραχούμε με το νερό, ανέμελη η ζωή.

– Η φτώχεια τότε; 
-Ήταν φτωχιά η γειτονιά. Αλλά ήμασταν παιδιά όλο ζωντάνια. Αυτές είναι αναμνήσεις που δεν ξεχνιούνται.
Με το τραγούδι πότε ασχοληθήκατε;
Ξεκίνησα πάρα πολύ μικρή. Ο μπαμπάς μου μουσικός, αλλά και στην γειτονιά μου ήταν όλοι μουσικοί.
Ο πιο γνωστός στη γειτονιά ήταν ο Κασάρας, ο Χάρης ο Καλλίας, ο οποίος ήταν πιανίστας, εγώ που έπαιζα ακορντεόν και τραγουδούσα, ο μπαμπάς μου ήταν ντράμερ. Εκεί που είναι τώρα το άγαλμα του Καραμανλή ήταν το Κρατικό Ωδείο, εκεί ξεκίνησα πιάνο. Παίζαμε στην Αυλή στο τότε Στρατιωτικό Θέατρο. Θυμάμαι που οι φαντάροι μας δίνανε μπακαλιάρο και ψωμί. Αυτή τη Θεσσαλονίκη αγόρι μου δεν θα την καταλάβεις ποτέ.
– Είναι μια Θεσσαλονίκη που δεν την αναγνωρίζουμε εύκολα…
– Και κοιτάς τη φτώχεια, κοιτάς και τα πλούτη. Αλλά τα πλούτη είχανε πολύ μεγάλη σχέση με τη φτώχεια. Αυτό να το ξέρεις. Τότε δεν ήταν απόμακροι οι πλούσιοι, ήταν κοντά στον κόσμο και οι γειτονιές βοηθούσαν η μία την άλλη. Αν δεν μπορούσε μία οικογένεια, αν μια μάνα δεν ήτανε καλά, πήγαινε η γειτόνισσα, μαγείρευε και πρόσεχε τα παιδιά. 

Είχαμε μια γειτόνισα, η γιαγιά Αιμιλία. Μόλις μαγείρευε και έλεγε τον μπαμπά μου «έκανα φαγητό Θανάση, έλα να πάρεις να δώσεις στα παιδιά να φάνε».

Δηλαδή τότε οι γειτονιές, ήταν οικογένειες. Όχι σαν σήμερα που δεν ξέρεις ποιος μένει στο διπλανό διαμέρισμα από σένα.

«Η γειτονιά ήρθε να μας σώσει»

Φωτ: Ελευθερία Καραμέρη / dreamonline.gr
– Από το σπίτι σας τι θυμάστε; 
– Θυμάμαι που το έβαλα φωτιά (γελάμε). Πήρε το σπίτι μας δύο φορές φωτιά. Τρέξανε όλοι οι γείτονες να την σβήσουν. Η μάνα μου είχε γεννήσει τα αδέρφια μου, και πήρα ένα κερί να πω τα κάλαντα και έκαψα την κουρτίνα με τα μωρά στο κρεβάτι, έρχονταν οι γείτονες και έλεγαν «Μαιρούλα άνοιξε» κι εγώ νόμιζα ότι ήθελαν να πάρουν τα μωρά και δεν τους άνοιγα μέχρι που έσπασαν την πόρτα! Εγώ ήμουν μόνη στο σπίτι και η γειτονιά ήρθε να μας σώσει.
– Ήσασταν πολλά παιδιά, αυτός ήταν κι ο λόγος που βγήκατε τόσο μικρή στην βιοπάλη
-Ναι, έτσι ξεκίνησε. Τέσσερα παιδιά ήμασταν. Ο μπαμπάς μου αποφάσισε πως επειδή δεν βγαίνουμε, πρέπει να βγω στο μεροκάματο. Τον καταλάβαινα και πήγα για πιάνο με τον Κώστα Καρανίκα στην Παύλου Μελά, στον Σύλλογο των Μουσικών απέναντι και άρχιζα να παίζω ακορντεόν.
Ήσασταν από μικρή τόσο δυναμική;
Ήμουνα ναι. Δηλαδή δεν κώλωνα, έτρεχα. Ήμουνα λίγο αλητάκι, Ήμουνα περίεργος άνθρωπος.
Ο μπαμπάς μου ήταν μουσικός, αλλά αν δεν ήθελα, δεν θα το έκανα ποτέ. Η δε μάνα μου, δεν ήθελε με τίποτα να ασχοληθώ, ήθελε μόνο με το πιάνο να ασχοληθώ.
– Πότε ήταν η πρώτη φορά που βγήκατε για δουλειά με το ακορντεόν;
-Όταν βγήκα να πω τα κάλαντα! Τότε τόλμησα να βγω πρώτη φορά. Σκέψου ξεκίνησα από την Λεωφόρο Στρατού και είπα τα κάλαντα σε όλη την Τσιμισκή. Μόνο χαρτονομίσματα μου έδιναν γιατί τότε δεν είχαμε κέρματα, ήταν η καφέ, η δραχμή, η χαρτινή. Όταν βγήκαν οι δεκάρες και οι εικοσάρες τα βάζαμε στα κορδόνια και έτσι απέκτησα και το πρώτο μου κομπολόι! 

Η πρώτη μου εμφάνιση ήταν όταν με πήγε ο μπαμπάς μου σε μια χοροεσπερίδα όπου είπα δύο τραγουδάκια. Ανέβηκα με το ακορντεόν μου τραγούδησα κι έτσι ξεκίνησε η πορεία μου.

-Όλη εκείνη η γενιά ήσασταν εργασιομανείς…

– Πήγαινα στο Πλατύ Ημαθίας, στο χωριό της μάνας μου, το χωριό που ήρθε προσφυγοπούλα από την Καππαδοκία και μάζευα μπαμπάκια. Ήθελα να δουλεύω, πάντα, δεν ήθελα να κάθομαι. Αλλά θέλω να σε πω ότι η δική μου γενιά, βλέπαμε την κατάσταση στις οικογένειές μας. Ήθελα πάντα να βοηθάω τον πατέρα μου.

«Μεγάλη ιστορία, μανάρι μου. Δεν τελειώνει με τίποτα, γι’ αυτό και ετοιμάζω βιβλίο»

– Καταλαβαίνω πως ο πατέρας σας ήταν η αδυναμία σας…

– Ο μπαμπάς μου ήταν τόσο φιλότιμος και τόσο καλός. Σκέψου πως μέχρι που έσωσε τον πρώην άντρα της Στέλλας Χασκήλ, της Ρεμπέτισσας. Από εκείνον πήρε το σπίτι που μέναμε στην Έκθεση πριν τον πόλεμο. Όταν ήρθε ο πόλεμος και ήρθαν οι Γερμανοί, επειδή αυτός ήταν Εβραίος, γυρνάει και του λέει του μπαμπά μου «θα σου δώσω το σπίτι μου». Ο μπαμπάς μου αρνήθηκε, του είπε πως θα το αγοράσει, και τον έκρυβε κάτω στην καταπακτή, στο σαλόνι, γιατί άνοιγε. Και τον έβαλε και τον έκρυψε.

Τότε στα Ηλίσια στον κινηματογράφο, οι Γερμανοί κάνανε χορούς, ο πατέρας μου εκεί δούλευε, έπαιζε ντραμς. Μεγάλη ιστορία, μανάρι μου. Δεν τελειώνει με τίποτα, γι’ αυτό και ετοιμάζω βιβλίο με την Ντόρα Ρίζου, την αυτοβιογραφία μου. 

– Πώς μπήκε στην ζωή σας το ρεμπέτικο;

– Από ένα παράθυρο μπήκε! Από ένα μαγαζί της γειτονιάς μου, είχαμε ένα μαγαζί που ήταν λαϊκούρα, αλλά ατόφια λαϊκούρα. Όλοι οι μάγκες, όλοι οι μπεσαλίδες μπαίνανε. Πώς λοιπόν παίζαμε κρυφτό στη γειτονιά κι εγώ ανέβηκα κάπου να κρυφτώ. Επειδή ήταν καλοκαίρι και βγαίνανε τα μούρα, πήγαινα σε αυλές και κρυβόμουν για να φάω και λίγα. Κι όταν μπήκα στην αυλή, άκουσα τη φωνή της Ρόζας Εσκενάζυ, έναν αμανέ τραγουδούσε, ένα μοιρολόγι είδα από το ανοιχτό παράθυρο την Ρόζα Εσκενάζυ. Έτσι μπήκε στη ζωή μου το ρεμπέτικο. Αποφάσισα πως αυτό θα κάνω, αλλά όσο ο μπαμπάς μου ζούσε δεν μπορούσα να παίξω ρεμπέτικα.

«Ο μπαμπάς μου ήταν Ευρωπαϊστής. Ευρωπαϊκά έπαιζε, δεν ήθελε χασικλίδικα και μάγκικα τραγούδια»

Φωτ: Ελευθερία Καραμέρη / dreamonline.gr

– Φοβόσασταν την αντίδραση του;

– Πού να παίξεις; Ο μπαμπάς μου ήταν Ευρωπαϊστής. Ευρωπαϊκά έπαιζε, δεν ήθελε χασικλίδικα και μάγκικα τραγούδια. Όταν έφευγα και έπιανε η αδερφή μου τον μπαμπά μου και του έλεγε «μπαμπά η Μαίρη πάλι αλήτικα τραγούδια λέει» έτρωγα πολύ ξύλο. Το τι καταπακτή έχω φάει και ξύλο για αυτό άσε… Να φωνάζω τη μάνα μου «οι μπάμπουρες περνάνε κάτω από τα πόδια μου».

– Άρα μπαίνατε συχνά τιμωρία εξαιτίας του Ρεμπέτικου…

– Ήταν λίγο κωμικοτραγικό, αλλά ήταν έντονο. Ο φόβος που είχα κάτω στην καταπακτή δεν περιγράφεται, να μυρίζει το χώμα και η μούχλα από κάτω.

-Έγινε όμως το δικό σας, το κάνατε.

– Το έκανα, αλλά πήρα καλές βάσεις από τον μπαμπά μου. Όταν του είπα πως θα φύγω από το όργανο και θα τραγουδάω, επειδή είχα πλέον γεννήσει και την κόρη μου και είχα κουραστεί με το ακορντεόν, μου είπε πως αν δεν ξαναπαίξω δεν θα μπορώ να παίρνω τα λεγόμενα «τυχερά» από την ορχήστρα, δηλαδή το εξτραδάκι που πετούσαν στην ορχήστρα οι πελάτες, και του είχα υποσχεθεί πως ποτέ δεν θα πάρω τα τυχερά από την ορχήστρα.

– Είχατε πάντα ένα σεβασμό με τους συνεργάτες σας, μια ιδιαίτερη αγάπη.

Πρώτα απ’ όλα, εγώ προσωπικά λατρεύω τους μουσικούς πάρα πολύ. Και το λέω πολλές φορές.
Έχω μαλώσει πολλές φορές με τραγουδίστριες και τραγουδιστές. Όταν βγαίνουν οι τραγουδιστές και τραγουδούν, αυτοί οι μουσικοί πόσο μυαλό πρέπει να έχουν για να θυμούνται όλα τα τραγούδια αυτών των τραγουδιστών που θα βγουν. Άμα κάνει λάθος δηλαδή, είναι σοβαρός ο τραγουδιστής ή η τραγουδίστρια που γυρίζει και κοιτά την ορχήστρα; Να αλλάξεις επάγγελμα, κοπέλα μου! Δεν μπορείς να εξευτελίζεις πέντε ανθρώπους πίσω, διαβασμένους από σχολεία και να λες, κάνεις το λάθος εσύ και γυρίζεις και βλέπεις ότι φταίνε αυτοί. Όχι, απαράδεκτο. Αδιανόητο.

– Και κάπως έτσι και με αυτές τις αρχές ξεκινήσατε το ταξίδι του ρεμπέτικου…

– Έτσι ξεκίνησε η ζωή μου και έφτασε η LYRA, έφτασε πια να δουλεύω σαν επαγγελματίας στην Καλύβα και μου άλλαξαν το όνομά μου από Μερούλα με βαφτίσανε Μαριώ.

– Εκεί γεννήθηκε το όνομα «Μαριώ»;

– Ναι, με βάπτισε ο Τζώνης ο Στάκας, ήτανε στο «Μηδέν» πάνω στο Πλαγιάρι.  Περνούσε και με φώναζε «Μαριώ».  

– Στη Θεσσαλονίκη έγιναν λοιπόν τα βαφτίσια.

– Ναι βρε Μανάρι μου, εγώ στην Αθήνα πήγα το 1999, μην τρελαίνεσαι, καμία σχέση μέχρι τότε με την πρωτεύουσα. Και αν πήγαινα στην Αθήνα, ήτανε λόγω των Φεστιβάλ που με έστελνε η LYRA. Έχω πάει με την LYRA σε όλα τα φεστιβάλ της Ευρώπης, δηλαδή ξαφνικά από τη μια στιγμή στην άλλη.

Όλα βέβαια τα χρωστάω στην Ντόρα Ρίζου. Στην πρώτη συνεργασία που έκανα στην LYRA, μάζεψε όλα τα κομμάτια που γράφτηκαν για την πόλη μας, μαζί με τον Ξενοφών και τον Χριστιανόπουλο και γράψανε τα κείμενα μέσα στο βινύλιο, τότε που το βινύλιο ήτανε βιβλίο παιδί μου, οι περιγραφές που είχε μέσα ήταν εγκυκλοπαίδεια.

Έτσι ξεκίνησε και η LYRA και έκανα την πρώτη συναυλία στη Θεσσαλονίκη στα Ρεμπέτικα που κάναμε με τον Χοντρονάκο, το Ρεμπέτη και τον Στέλιο τον Κεφάλα, τον μπαμπά της Μαριάνθης. Η πρώτη συναυλία ήταν στο θέατρο Πάρκο και η καημένη η Ντόρα φοβόταν πως δεν θα γεμίσει. Κι όχι μόνο γέμισε, αλλά δεν είχαν πού να κάτσουν και κλέβανε καφάσια από τις καφετέριες που είχαν για τις μπίρες και για τις κόκα κόλες για να καθίσουν μέσα.

 – Η δισκογραφία πως προέκυψε;

Ακριβώς μετά από αυτήν την συναυλία. Πρωί-πρωί ήρθε ο Μαραβέλιας της LYRA και με λέει «αύριο σε περιμένω στο γραφείο μου» και του κάνω «άσε μην μου κάνεις εμένα τέτοια εγώ δεν θέλω να κάνω ούτε δίσκους ούτε τίποτα, εγώ είμαι εργάτρια, ξέρω ότι θα με κρεμάσεις» και με κάνει «το σκοινί θα είναι με σαπούνι οπότε γρήγορα θα γλιστρήσεις» και έτσι ξεκίνησε η LYRA. Μετά ξεκίνησα με το Υπουργείο Πολιτισμού να πάω στα Βαλκάνια. Γύρισα στη Ρωσία, όλα τα Βαλκάνια.

– Τουρνέ κανονική!

– Κοίταξε, Μην νομίζεις ότι ήταν ευχάριστο. Σε ένα μήνα, σε ένα λεωφορείο 55 νοματαίοι να γυρίζουμε στη Τουρκία, τη Ρωσία, την Ουκρανία, καταλαβαίνεις τι ταλαιπωρία φάγαμε. Αλλά πήγε πολύ ωραία, ταλαίπωρα βέβαια, αλλά ωραία.

– Δεν ψωνιστήκατε όμως με όλη την επιτυχία…

Δεν είναι του χαρακτήρα μου, εγώ αυτά δεν τα μασάω και δεν τα καταλαβαίνω. Εγώ είμαι γυναίκα εργάτρια και οικογενειάρχης και τίποτα άλλο. Το σπίτι μου και τίποτα άλλο! Αυτά είναι παροδικά, να το ξέρεις. Μπορεί να γράφεις ιστορία αλλά μετά από το μαγαζί ξεκινάει η πραγματικότητα και η αλήθεια. Θα πάω στο σπίτι μου, στα παιδιά μου που τα πρόσεχε η πεθερά μου. Τι θα πει να ψωνιστώ; Κάνω μια δουλειά ρε Βαγγέλη για να επιβιώσω και να ζήσω το σπίτι μου.

«Ούτε λεφτά έκανα, ούτε περιουσία»

Φωτ: Ελευθερία Καραμέρη / dreamonline.gr
– Άλλη στη θέση σας θα είχαν καβαλήσει πολύ καλάμι…
– Εγώ μανάρι μου ούτε λεφτά έκανα ούτε περιουσία, γιατί ήταν δύσκολοι οι καιροί, αλλά κράτησα την αξιοπρέπεια μου, αυτή που πρέπει να έχω απέναντι στα παιδιά μου και στον σύζυγο μου. Θέλω τα παιδιά μου όταν θα πεθάνω να είναι περήφανα για τη μαμά τους, τον μπαμπά τους ότι τα μεγαλώσαμε με αξιοπρέπεια.

«Οι ρεμπέτες δεν παρακινούσαν ποτέ κανένα παιδί, καμία νεολαία»

– Πώς νιώθετε που βλέπετε την νεολαία να λατρεύει τα ρεμπέτικα τραγούδια; 

– Αχ τα αγαπάει! Έχω παιδιά που έρχονται στην Αθήνα και παθαίνουνε δέος και φωνάζουν «κυρά Μαριώ χασίσι ήπιε κι ο Θεός» και να τους λέω εγώ «Βρε χασικλάκια είστε;Βρε θα σας γ@μήσω βρε κωλόπαιδα προσέξτε καλά!» Προσέξτε μην ακούτε τι λένε και τι κάνουν. Οι ρεμπέτες δεν παρακινούσαν ποτέ κανένα παιδί, καμία νεολαία. Οι ρεμπέτες ήταν εκεί κιμπάρηδες, μπορεί να φούμαραν, αλλά ήταν μεταξύ τους. Ποτέ δεν παρακινούσανε παιδιά.

«Μα δε φουμάρισε ποτέ η Μαριώ;»

– Εσείς έχετε φουμάρει;
-Εγώ μανάρι μου ήμουν έναν χρόνο με ρεμπέτη που δούλεψα και ποτέ δεν μου είπε «έλα να φουμάρεις». Η περιέργεια σκοτώνει τους έλεγα, προσέξτε καλά. Όταν τους το έλεγα αυτό τους φαινόταν περίεργο! Απορούσαν «μα δε φουμάρισε ποτέ η Μαριώ;» Άμα θέλεις, το γλιτώνεις. Η περιέργεια σκοτώνει. Είμαι περήφανη που τα παιδιά, οι φοιτητές και η νεολαία αγαπάει το ρεμπέτικο. Τα λατρεύω τα παιδιά αυτά, γιατί θέλουν να μάθουν για το ρεμπέτικο πράγματα, το ψάχνουν το ρεμπέτικο, το λέει η ψυχούλα τους.
– Έχετε γνωρίσει πολλούς πολιτικούς, σας έκανε κάποιος ευχάριστη εντύπωση;
– Τον Ρομάνο Πρόντι είχα γνωρίσει, είχε έρθει στα Λαδάδικα πολλές φορές γιατί συγγενικό του πρόσωπο σπούδαζε εδώ, αλλά μανάρι μου, στον αγώνα ενωμένοι και στη μάσα χωριστά, αυτό είναι ο κανόνας στην πολιτική. Η πολιτική μανάρι μου είναι η μεγαλύτερη πουτ@να, δεν παίζεται με τίποτα.

«Φτιάξε ρε μαλ@κα Γκωτιέ και σε εμένα ένα φουστάνι»

– Έχετε γνωρίσει κι άλλον διάσημο του εξωτερικού;
– Όταν τραγούδαγα με την Αννούλα την Βίσση που είχαμε κάνει μαζί συνεργασία είχε έρθει ο Γκωτιέ στο μαγαζί, τότε την έντυνε. Του είπα κιόλας όταν τον είδα να κάθεται στο κοινό «Φτιάξε ρε μαλ@κα Γκωτιέ και σε εμένα ένα φουστάνι, αλλά πρόσεχε μην είναι πολύ μακρύ και πέσω και σκοτωθώ (γέλια)».
– Το καλύτερο πράγμα για εσάς ποιος το έχει πει;
– Ο Γιάννης ο Πάριος. Είχε πει στη Σοφία Αλιμπέρτη να έρθει στο «Περιβόλι» και της είπε πως «η γυναίκα που τραγουδάει εκεί είναι και τραγουδίστρια και κωμικός. Θα πεθάνεις στο γέλιο».
Υπάρχει κάποιο τραγούδι που σας συγκινεί όταν το ακούτε;
Αυτό που με συγκινούσε πάντα ρε Βαγγελάκη είναι το «Γεννήθηκα για να Πονάω». Γιατί ήταν μια ταλαιπωρία για μένα μετά το δημοτικό η ζωή μου. Όσο έπαιξα, έπαιξα. Μετά με τη δουλειά μου, δεν είχα τα κουράγια. Επίσης πολύ μου αρέσουν τα «Ξένα Χέρια». Τελευταίο που είπα του Φιλίππου του Γράψα ένα τραγούδι, το «Ένα Γράμμα στον Πατέρα».

«Η παλιά νυχτερινή ζωή ήταν πόλεμος»

Φωτ: Ελευθερία Καραμέρη / dreamonline.gr

 

– Σας λείπει κάτι από την παλιά νυχτερινή ζωή;
– Όχι δεν μου λείπει τίποτα. Η παλιά νυχτερινή ζωή ήταν πόλεμος. Μην το ψάχνεις σε παρακαλώ. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα να πας να γλεντάς και να κάνεις πόλεμο και να σκοτώνονται μεταξύ τους για τις παραγγελίες. Να μεθάνε και να χτυπιούνται μεταξύ τους. Έλεος δηλαδή προς Θεού.

– Τα έχετε ζήσει αυτά τα πρώτα τα σκληρά…

– Αυτά τα έχω ζήσει. Δες τα χέρια μου: είναι γεμάτα από κοψίματα από τα ποτήρια που φεύγανε!
Δεν ήτανε γλέντι. Λίγες φορές ήτανε. Αλλά υπήρχαν και τα κακοποιά στοιχεία που ήτανε μέσα και ειδικά οι μπράβοι.

-Έχετε φοβηθεί για τη ζωή σας;

-Όχι ποτέ. Να σου πω μανάρι μου, εγώ δεν μάσαγα από κανέναν. Δεν τολμούσανε. Ήρθε ο Άκης ο Πάνου μια χρονιά το 1974. Τότε έλεγα ένα τραγούδι του Παπαϊωάννου που έλεγε «στο κάτω κάτω της γραφής στα @ρχίδια μου τους γράφω» και όταν κατέβηκα να τον χαιρετήσω μου λέει «είσαι μεγάλο αντράκι, είναι μεγάλη μαγκιά να σε χειροκροτάνε, ενώ τους τα χώνεις από την σκηνή».

– Να πάμε και σε κάτι άλλο με το οποίο η γενιά μας σας θυμάται, και φυσικά μιλάω για το «Καφέ της Χαράς» που κάνατε θρυλική εμφάνιση! 

Αυτό μου το έκανε ο Χάρης ο Ρώμας.Ο οποίος δούλευε στο Χάραμα και κάναμε ένα σκέτς πάνω στην σκηνή με προτζέκτορα και γινόταν ένας χαμός στο Χάραμα. Και μου πρότεινε να το κάνουμε και στην τηλεόραση, έκανα και στα μπουλούκια στους θεατρίνους κάποτε, έδεσε το γλυκό.

 

«Ο Σαββόπουλος ήταν ο ένας και ο μοναδικός, δεύτερος δεν θα γίνει»

 

– Θεσσαλονικιό καλλιτέχνη που αγαπάτε έχετε;
– Αχ Βαγγελάκη μου, ο Σαββόπουλος. Δεν θα γίνει δεύτερος Σαββόπουλος. Αυτός ήταν μια μεγάλη μορφή. Ήταν ένας άνθρωπος κατασταλαγμένος, αλλά ήταν και πολύ αληθινός. Μπορεί να παρεξηγήθηκε. Μπορεί να γιουχαρίστηκε. Αλλά αυτοί που γιουχάρανε, μετά τα χειροκρότησαν. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Ο Σαββόπουλος ήταν ο ένας και ο μοναδικός, δεύτερος δεν θα γίνει. Ήταν τιμή για την πόλη μας. Την τίμησε. Ήταν καθαρά ένας Έλληνας δημοκράτης.
-Υπάρχει τώρα κάποιος τραγουδιστής ή τραγουδίστρια που σας αρέσει και τον ακούτε;
-Κοίταξε, υπάρχουν τραγουδιστές, εγώ προσωπικά γουστάριζα πάρα πολύ τον Σφακιανάκη.
Το λέω γιατί με άγγιξε αυτός ο άνθρωπος, με άγγιξε η φωνή του, η χροιά του είχε κάτι.
– Ποια είναι η μεγαλύτερη χαρά που σας δίνει το τραγούδι;
Όταν παίρνω να πω ένα τραγούδι να τραγουδήσω, προσπαθώ να το πω καλά για να είμαι και εγώ ικανοποιημένη. Γιατί αν εγώ δεν είμαι ικανοποιημένη για το τραγούδι δεν το εισπράττει το κοινό από κάτω.
– Τελευταία ερώτηση και αφορά το αντικείμενο που κουβαλάτε πάντα μαζί σας και σας έχουμε ταυτίσει, το κομπολόι!
– Το κομπολόι το έπαιζε ο μπαμπάς μου. Και όταν έφυγε από τη ζωή το ζήτησα και το είχα εγώ και το έχω. Αυτό που κρατάω τώρα μου το έκανε δώρο η κόρη μου. Ξέρεις πόσο κομπολόγια έχω; 250! Σκέφτηκα να τα κρεμάσω στον τοίχο, αλλά αν το κάνω αυτό δεν θα ξαναβάψω το σπίτι ποτέ!
– Το Ρεμπέτικο πιστεύετε ότι θα ανθίσει ξανά;

– Δύσκολα. Εκείνα τα τραγούδια ήταν αληθινά, αυτό λείπει τώρα. Ήτανε απλά αληθινές ιστορίες.

Ήταν η ζωή.

 

Συνέντευξη: Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα