Λένα Πλάτωνος: «Από τότε που άρχισα να γράφω με δικούς μου στίχους, έγραφα για τις μελλοντικές γενιές»

Λένα Πλάτωνος

Η Λένα Πλάτωνος ξεκινάει τη συνέντευξη μας με μια ιστορία, την ιστορία απ’ όπου ξεκίνησαν όλα, στο σπίτι των παιδικών της χρόνων. Όταν κάποια παραμονή Χριστουγέννων, τους χτύπησε την πόρτα μια ομάδα παιδιών, για να τους πουν τα κάλαντα. Μόλις έφυγαν, η δύο ετών τότε Λένα, σηκώθηκε και έπαιξε ό,τι άκουσε στο πιάνο. 

Γεννημένη στο Ηράκλειο Κρήτης, κόρη του πιανίστα Γεώργιου Πλάτωνος και της Αντιγόνης Αστρινάκη, ξεκίνησε την πορεία της ως παιδί-θαύμα. Ο πατέρας της, η “δεξαμενή” της, όπως τον αποκαλεί, υπήρξε μεταξύ άλλων μουσικοπαιδαγωγός- με μαθητή μάλιστα τον Μίκη Θεοδωράκη-, συνθέτης, και πρώτος πιανίστας στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Ακολούθησαν αργότερα οι σπουδές της για κλασική μουσική στη Βιέννη, όπου όμως της αποκαλύφθηκε η πραγματική της ανάγκη, ο “σκοπός της ζωής της”, που δεν ήταν άλλος από το να συνθέσει δικά της κομμάτια.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, βρέθηκε στο Τρίτο Πρόγραμμα όπου ο Μάνος Χατζιδάκις την ξεχώρισε, για να συνθέσουν μαζί τον δίσκο το ‘62 του Μάνου Χατζιδάκι.  Επηρεασμένη από μια πληθώρα ακουσμάτων, την δεκαετία του ΄80 ήταν από τους πρώτους που έφεραν την ηλεκτρονική μουσική στην Ελλάδα. Πειραματίστηκε με συνεργασίες, ήχους και όργανα, έγραψε και έδρασε πρωτοποριακά (εξ’ου και ο διαδεδομένος πλέον χαρακτηρισμός της ως “ιέρειας της ηλεκτρονικής μουσικής”) για να δημιουργήσει ιστορικά άλμπουμ όπως το Σαμποτάζ, τα Λεπιδόπτερα και τις Μάσκες Ηλίου.

Μέσα από μια σειρά μεταμορφώσεων, συνέχισε διακαώς να αναζητά την ταυτότητά της και να διευρύνει τα σύνορα της μουσικής της. Σε αυτό συνεισέφερε ουσιαστικά η δισκογραφική Dark Entries Records, που επανέκδοσε τους δίσκους της για διεθνή κυκλοφορία. Παρά την ευρύτατη αναγνώριση και την διαρκή απήχηση, μια στιγμή μας μνημονεύει ως την ευτυχέστερη της ζωής της: τη συναυλία-comeback του 2008, στο Ηρώδειο.

Όλα τα υπόλοιπα, είναι μια σειρά από συμπτώσεις -που δεν είναι τελικά τόσο τυχαίες-, μια τέλεια ευθυγράμμιση των πλανητών, ένα κουβάρι που ξετυλίγεται και σε όλο το μήκος του, περιέχει τη μουσική σε κάθε της μορφή, αφού ακόμα και όταν σε ώρες και χρόνια δύσκολα που δεν έγραφε, η Λένα Πλάτωνος μας ομολογεί ότι πάντα είχε “την μουσική μέσα της”. Μια αφήγηση που είχαμε τη χαρά να ακούσουμε στο σημερινό της σπίτι, κάπου στον Χολαργό, πριν από λίγες εβδομάδες…  

– Τι μουσική ακούγεται στο σπίτι σας;

– Τώρα τελευταία ακούω Τρίτο Μαέστρο της ΕΡΤ. Κάτι σαν podcast ας πούμε, αλλά με κλασική μουσική. Όλων των ειδών, όλων των εποχών, κλασική μουσική. 

– Όταν σας πήρα τηλέφωνο, ακουγόταν από πίσω μουσική. Και το πρωί και το βράδυ που μιλήσαμε.

– Κατά τη διάρκεια της μέρας, δεν σταματάει να ακούγεται η μουσική στο σπίτι μου. Δεν σταματάει καθόλου. Είτε από τον υπολογιστή, είτε από το κινητό, είτε από την τηλεόραση. Τώρα βλέπω και ειδήσεις. Ναυτεμπορική και Οne. Βέβαια, δεν χρωματίζομαι εγώ από αυτά, καθόλου. Τα βλέπω και κρίνω.Καμιά φορά κοιμάμαι κιόλας υπό το φως των ομιλιών. 

Τις απέφευγα τις ειδήσεις τα τελευταία χρόνια. Ενημερωνόμουν βέβαια από εδώ κι από εκεί, αλλά τώρα ενημερώνομαι κάθε μέρα. Κάθε μέρα και κάθε ώρα, γιατί ξυπνάω και πολύ νωρίς το πρωί. Πέντε η ώρα ξυπνάω. Την ίδια ώρα που βγαίνει ο ήλιος.

– Εμείς όπως ξέρετε, ήρθαμε για να σας συναντήσουμε από τη Θεσσαλονίκη. Τι συναισθήματα έχετε για την πόλη μας;

– Τα καλύτερα. Αγαπώ τη Θεσσαλονίκη βαθιά. Στη Θεσσαλονίκη αισθάνομαι κάτι μαλακό, κάτι αισθησιακό. Αισθησιακό και θερμό. Θερμαϊκός λέγεται, έτσι δεν είναι; Αυτή η όμορφη θάλασσα που περικυκλώνει τη Θεσσαλονίκη. Πήγα τελευταία στην Πορτογαλία που είναι και αυτή περικυκλωμένη από τον ωκεανό. Το Πόρτο μου θύμισε πάρα πολύ τη Θεσσαλονίκη. Η ατμόσφαιρα, οι άνθρωποι. Ήταν ανοιχτοί όπως στη Θεσσαλονίκη. Και γλυκείς.

– Σας αρέσουν τα ταξίδια;

– Κάποτε μου άρεσαν πολύ περισσότερο απ΄ό,τι τώρα τα ταξίδια, τα κλασικά, αυτό που λέμε πάμε ταξίδι, μπαίνουμε σε αεροπλάνο. Γιατί εγώ ταξιδεύω πάντα. Με το μυαλό μου. Πάντα. Είναι το πρόβλημά μου αυτό. 

– Το μυαλό σας ταξιδεύει ή σας ταξιδεύει; 

– Δεν βαριέσαι. Είτε με ταξιδεύει είτε ταξιδεύει μόνο του. Πάντως βρίσκομαι σε ταξίδι συνεχές, σε κίνηση.

H Λένα Πλάτωνος ως παιδί-θαύμα το 1957, από το αρχείο του Αντώνη Μποσκοΐτη (blog Άσματα και Μιάσματα)
H Λένα Πλάτωνος ως παιδί-θαύμα το 1957, από το αρχείο του Αντώνη Μποσκοΐτη (blog Άσματα και Μιάσματα)

– Και την Αθήνα, πώς τη βλέπετε αυτόν τον καιρό;

– Την Αθήνα την έζησα έντονα, στα καταγώγια της και στα νυχτερινά της, τα οποία τώρα αποφεύγω, γιατί τα έζησα υπερβολικά. Ποτέ δεν αγάπησα την Αθήνα. 

– Και τι σας κράτησε εδώ;

– Πρώτα η οικογένειά μου, ο πατέρας και η μητέρα μου. Μετά παντρεύτηκα κιόλας και έτσι έμεινα εδώ και ως παντρεμένη. Όμως η δουλειά μου με κράτησε περισσότερο στην Αθήνα. Από εδώ βέβαια έφευγα και πήγαινα και σε μέρη έξω, για να μοιραστώ τη δουλειά μου.

– Είναι σημαντικό η μουσική να ταξιδεύει και να περνά τα όρια μιας χώρας;

– Είναι πολύ σημαντικό. Για μένα πολύ μεγάλο ρόλο έπαιξε η δισκογραφική μου, η Dark Entries Records του Josh Cheon, με έδρα το Σαν Φρανσίσκο. Πριν από μια δεκαετία περίπου, ο Josh μου ζήτησε επανέκδοση από τρεις δίσκους: τις Μάσκες Ηλίου, τα Λεπιδόπτερα και το Γκάλοπ, για να κυκλοφορήσουν στην Αμερική και διεθνώς. Αυτός μόνος του με έψαξε, με βρήκε και τώρα μετράμε μία συνεργασία 10 χρόνων και σε αυτό ακριβώς το δέσιμο με την Dark Entries Records οφείλω τη δεύτερη διεθνή καριέρα μου, την τρίτη ίσως. 

Από εκεί και πέρα όχι μόνο έγιναν αυτές οι επανεκδόσεις, αλλά κυκλοφόρησε και το Balancers, ένα άλμπουμ με ηλεκτρονικά κομμάτια από τα 80’s που είχαν μείνει εκτός από τους επίσημους δίσκους μου. Πραγματοποιήθηκε γενικά ένα revival των punk, new wave και ηλεκτρονικών κομματιών καλλιτεχνών από τα late 70’s και early 80’s. 

Βέβαια, πριν ακόμη ξεκινήσω τις συναυλίες στο εξωτερικό, είχα περιέργεια να δω τι αντίκτυπο έχει η μουσική μου παγκοσμίως. Σεργιάνιζα λοιπόν στο Google και αναζητούσα: Λένα Πλάτωνος in Paris, in Melbourne, in New York. Εκεί βρήκα ανταποκρίσεις καταπληκτικές. Καλλιτέχνες οι οποίοι ήθελαν να συνεργαστούν μαζί μου, πράγματα τα οποία γραφόντουσαν σε τοίχους στα κοινωνικά δίκτυα και φυσικά, κριτικές που είχαν γράψει τα μεγάλα περιοδικά του Λονδίνου και της Νέα Υόρκης για τα κομμάτια μου.

Και μετά ήρθαν και οι οίκοι μόδας, οι οποίοι μου ζήτησαν συνεργασία: Chanel, Lanvin, Dior. O Dior χρησιμοποίησε το Αιμάτινες Σκιές από Απόσταση σε ένα ηλεκτρονικό ρεμίξ στη διάρκεια μιας επίδειξης μόδας. Δεν με είχε ρωτήσει, δεν είχε ζητήσει δικαιώματα, αλλά το έμαθα. Μόλις επικοινώνησα, πήρα τα νόμιμα δικαιώματά μου.

“Ώστε σπουδάζεις μουσική, αλλά γράφεις μουσική, δικιά σου;”

– Εσείς έχετε επηρεάσει πολλούς μουσικούς. Εσάς, ποιος μουσικός σας επηρέασε περισσότερο από όλους;

– Οι Jethro Tull με το άλμπουμ Aqualung και ειδικά το τραγούδι Μy God. Όταν σπούδαζα στη Βιέννη το 1970, πήγα σε συναυλία τους, που έπαιξαν το Μy God ως πρώτο τραγούδι. Ξέσπασα σε κλάματα. Και είχα πάει μόνη μάλιστα σε αυτή τη συναυλία, κάτι που δεν συνήθιζα να κάνω. Κάτι με τράβηξε και πήγα μόνη μου. Τώρα αυτά είναι και θεϊκά πράγματα, από αλλού. 

Αυτό ήταν το σημείο μηδέν. Εκεί αποφάσισα ότι εγώ θέλω να είμαι συνθέτρια τελικά και όχι πιανίστρια. Γιατί σπούδαζα τότε στη Βιέννη πιανίστρια και είχα πάρει διπλώματα και παπλώματα…Όταν γύρισα σπίτι από την συναυλία, με περίμενε ένας φίλος ζωγράφος, ο Απόστολος. Και του λέω: “Απόστολε γύρισα από μία εμπειρία τρομακτική. Κατάλαβα τι θέλω να κάνω στη ζωή μου.”

Μετά από κάποιους μήνες, συνέβη ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός. Είχα ταξιδέψει με έναν φίλο στο Σάλτσμπουργκ, και συνάντησα στον δρόμο ένα ωραίο παιδί, που γύριζε από το Μόναχο, θυμάμαι φορούσε μια καμπαρντίνα και αποφάσισα να του μιλήσω και να τον ρωτήσω αν έχει κάποιο μαγαζί να πάμε να χορέψουμε. “Δεν πάμε για καφέ;” μου είπε.

Πράγματι πήγαμε και εκεί που καθόμασταν και συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων μου λέει “ώστε σπουδάζεις μουσική, αλλά γράφεις μουσική, δικιά σου;”. Εγώ έφτιαχνα δικιά μου μουσική ως παιδί και ως έφηβη. Όταν άρχισα να μπαίνω στην κλασική μουσική πιο βαθιά επαγγελματικά, με έπιασε μια ταπεινοφροσύνη, μια αμφιβολία και έλεγα “εγώ πώς να συγκριθώ με όλους αυτούς τους μεγάλους;”. Έτσι είχα σταματήσει να γράφω δικά μου κομμάτια.

Αλλά σε αυτό το παιδί λοιπόν, μου ήρθε ξαφνικά και απάντησα “ναι, συνθέτω δικά μου κομμάτια” και μου λέει “ξέρεις εγώ γράφω αγγλικούς στίχους, γιατί έχω σπουδάσει στην Αγγλία. Μήπως θες να μελοποιήσεις κάτι δικό μου;”. 

Η συνάντηση μας ήταν τυχαία ή μάλλον όχι και τόσο τυχαία, γιατί υπό μια έννοια, βρισκόμασταν εκείνη την στιγμή στον ομφαλό της γης: έμενα σε ένα ξενοδοχείο δίπλα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Μότσαρτ, στην Getreidegasse. Ένα ευλογημένο σημείο με φοβερή ενέργεια. Εκεί στο Σάλτσμπουργκ βρήκα τον εαυτό μου.

Κράτησα επαφή με το παιδί αυτό, Heinz Hollaus τον λένε, όταν γύρισα στη Βιέννη. Ήρθαμε πολύ κοντά, γίναμε ζευγάρι και συγκατοικήσαμε για κάποιο διάστημα. Τότε έφτιαξα τα πρώτα μου τραγούδια. Άρχισε η κοσμογονία μου.

O Heinz Hollaus, φωτογραφημένος από την Λένα Πλάτωνος από το αρχείο του Αντώνη Μποσκοΐτη (blog Άσματα και Μιάσματα)

 – Αυτός ο άνθρωπος σας ξεκλείδωσε;

– Με ξεκλείδωσε ή ήταν μοιραίο να με ξεκλειδώσει. Εγώ πιστεύω στα μυστήρια του σύμπαντος, σε αυτά που δεν λέγονται με λόγια και πιστεύω ότι εκεί έγινε κάτι σαν ένα θαύμα. Και ακόμα μιλάμε με τον Χανς, μάλιστα έχει αγοράσει και μια γκαρσονιέρα εδώ κοντά, έρχεται συχνά στην Αθήνα… 

Mετά πέρασα μια φάση όπου γύρισα στην Ελλάδα, πέρασα δια πυρός και σιδήρου, δραματικά γεγονότα, δράμα και δράση, δεν έγραφα τόσο, αλλά το τραγούδι υπήρχε μέσα μου. Μέχρι που παντρεύτηκα τον συνθέτη Δημήτρη Μαραγκόπουλο, στον οποίο είχα παίξει τα τραγούδια μου και του είχαν αρέσει πάρα πολύ. Κατά τα άλλα, ασχολιόμουν πιο πολύ πάλι με το πιάνο… 

Η Λιλιπούπολη (1976-1980) ήταν μια πρωτοποριακή ραδιοφωνική παιδική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι. Κάτι που δύσκολα μπορούμε να διανοηθούμε σήμερα, είναι ότι στο σύμπαν της Λιλιπούπολης δεν υπάρχει εικόνα, μόνο ήχος, αφήνοντας ελεύθερη την φαντασία των ακροατών να πλάσει τους χαρακτήρες της. Ο καθοριστικός αυτός ήχος προήλθε από τη συνεργασία της ίδιας της Πλάτωνος με την δημιουργό Ρεγγίνα Καπετανάκη, την παιδοψυχολόγο Ελένη Βλάχου, την στιχουργό Μαριανίνα Κριεζή και τους συνθέτες Νίκο Κυπουργό, Δημήτρη Μαραγκόπουλο και Νίκο Χριστοδούλου. 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πριν η Λένα Πλάτωνος πιάσει τα συνθεσάιζερ, έπιασε τα κρουστά και τα ντέφια, αυτά που έχουν φτάσει στα αυτιά όλων μας, μέσω του Χορού των Μπιζελιών. Ομολογουμένως ένα διευρυμένο, μουσικό range.

Με τον Μάνο Χατζιδάκι είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση, καθώς την είχε ξεχωρίσει από νωρίς. Την ρωτάμε τι θα έλεγε ο Χατζιδάκις για την εποχή μας, αν ζούσε σήμερα. Γελάει. “Θα έφτυνε”, μας απαντά.

– Και πώς επιστρέφετε στην σύνθεση;

– Το 1975 αναλαμβάνει το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ ο Μάνος Χατζιδάκις, που καλεί τον Μαραγκόπουλο μαζί με άλλους “φωτισμένους” νέους που είχαν έρθει από το εξωτερικό για να το διαμορφώσουν. Ο Δημήτρης μου λέει “δεν έρχεσαι κι εσύ;”. Χρωστάω αυτό το πράγμα στον Δημήτρη. Στην αρχή, μπαίνοντας στο Τρίτο Πρόγραμμα λέγανε “ο Μαραγκόπουλος έφερε τη γυναίκα του” και όλα αυτά τα γνωστά, αλλά όταν η γυναίκα του έγραψε τη Μαγιονέζα και τη Ροζα Ροζαλία με περιτριγυρίζανε όπως οι μέλισσες το μέλι.

“Ο Χατζιδάκις είχε εμπιστοσύνη στο νέο αίμα”

– Τα χρόνια του Τρίτου πώς ήταν;

– Ήτανε λίγα χρόνια και καλά, γιατί τα καλά δυστυχώς σε αυτή τη ζωή που ζούμε στη γη δεν κρατάνε πολύ. Ο Χατζιδάκις ήταν ένας άναρχος τύπος σαν διευθυντής, δεν ερχόταν ποτέ στο Τρίτο, ήταν σπίτι του, με τη ρόμπα του. Είχε βάλει αναπληρωτή διευθυντή τον Γιώργο Κουρουπό, ο οποίος πέρα από σπουδαίος μουσικός, ήταν και άνθρωπος γραφείου, κι έτσι δημιούργησε το καθεστώς, την οργάνωση του Τρίτου Προγράμματος το οποίο ήταν και αυτό οπωσδήποτε απαραίτητο. Χωρίς Κουρουπό δεν θα υπήρχε το πρόγραμμα και χωρίς Χατζιδάκι δεν θα υπήρχε Κουρουπός.

Ο Χατζιδάκις ερχόταν μια στις τόσες, έκανε μια επιθεώρηση και μας μάζευε στο γραφείο του και έλεγε “για να ακούσω τι φτιάξατε”… Δεν έκανε εφόδους, νιώθαμε ελευθερία και εμπιστοσύνη. Ο Χατζιδάκις είχε εμπιστοσύνη σε ό,τι νέο, ειδικά στο νέο αίμα, και εμείς την νιώθαμε την γενναιοδωρία του. Έβαζε και ανθρώπους πιο μεγάλης ηλικίας καλλιτέχνες, ήδη γνωστούς αλλά η νεολαία κινούσε το Τρίτο Πρόγραμμα.

Και μάλιστα μας πλήρωνε όχι απλώς καλά, αλλά και μόλις τελειώναμε τη δουλειά μας: πηγαίναμε στο ταμείο και πληρωνόμασταν. Το έχετε ξανακούσει αυτό το πράγμα; Ήταν τρομερή εμπειρία να κάνω τη δουλειά μου με τους καταπληκτικούς ηχολήπτες του Τρίτου και να πληρωνόμαστε όλοι στην ώρα μας. Δούλευε τέλεια η μηχανή. Έχω να το λέω και θα το λέω και τώρα ακόμα πιο πολύ.

Αυτή η κατάσταση κράτησε τρία-τέσσερα χρόνια, μια εποχή αναγεννησιακή, και έγιναν πολύ ωραία πράγματα στο Τρίτο, που έμειναν στον χρόνο. Δεν είναι μόνο η Λιπούπολη, και ο Καρυωτάκης 13 Τραγούδια έγινε εκεί μέσα. 

 

Φωτογραφία από τον Xavier Hallauer, από το προσωπικό αρχείο της Λένας Πλάτωνος ( via Άσματα και Μιάσματα blog)

– Είναι από τους αγαπημένους μου δίσκους σας, ο Καρυωτάκης.

– Άκου λοιπόν τι έγινε τότε. Είχε κάνει μια συναυλία ο Χατζιδάκις το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, όπου πρότεινε νέους συνθέτες. Ήταν εκεί ο Μαραγκόπουλος, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Δημήτρης Λέκκας κι εγώ, που παρουσίασα τον Καρυωτάκη. Μετά τη συναυλία, ο Χατζιδάκις μίλησε στο κοινό, και μάλιστα ακουγόταν μέσω ραδιοφώνου σε ζωντανή πανελλήνια σύνδεση, με τα πιο θερμά λόγια και είπε ότι όλοι ήταν καλοί, πρώτης γραμμής, αλλά ξεχώρισα τη Λένα Πλάτωνος. 

Πριν όμως, τη στιγμή που παίζονταν τα τραγούδια μου ήρθε ένας δικός του άνθρωπος στα καμαρίνια που ήμουν και μου λέει σε θέλει ο Χατζιδάκις. Εγώ είχα τράκ, παίζονταν τα τραγούδια μου εκείνη την ώρα. “Σε θέλει τώρα! ” μου λέει. Ήταν Σκορπιός ο Χατζιδάκις, αλλά είχε και Κριού στοιχεία, αυθορμητισμό, και σαν Κριός έδρασε τότε.

Λέω εγώ “δεν μπορώ να πάω τώρα, τρέμει η ψυχή μου τώρα… Θα τον πάρω τηλέφωνο μετά τη συναυλία”. Πράγματι τον πήρα τηλέφωνο μετά τη συναυλία, από το περίπτερο απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο και του λέω “κύριε Χατζιδάκι με θέλατε” και μου λέει “σε έψαχνα γιατί θέλω να κάνουμε δίσκο μαζί”.  Πώς δεν λιποθύμησα δεν ξέρω… Έτσι προέκυψε λοιπόν ο δίσκος μας, το ‘62 του Μάνου Χατζιδάκι.

Αρχικά μου είχε προτείνει να κάνουμε ένα δίσκο που θα ενορχηστρώσω και θα τραγουδήσω τα θεατρικά τραγούδια του. Μου το είχε προτείνει, όταν με είχε ακούσει να τραγουδάω μια μέρα το Χάρτινο το Φεγγαράκι. Πράγματι αυτό το τραγουδάω εγώ στον δίσκο, ενώ τα υπόλοιπα η Σαβίνα (Γιαννάτου). 

– Με τη Σαβίνα πώς γνωριστήκατε;

– Της έκανα μαθήματα χορού. Ήμασταν φίλες, και με την αδερφή της, την Σοφία, ήμασταν στην ίδια χορωδία. 

– Μετά ήρθε το Σαμποτάζ

– Το Σαμποτάζ έγινε μετά το Τρίτο Πρόγραμμα, είχε εκπορευθεί από τη Λιλιπούπολη, επειδή τότε είχα μεγάλη καλλιτεχνική επαφή με τη Μαριανίνα Κριεζή. 

– Τη Μαριανίνα πώς τη θυμάστε; 

– Παράξενο κορίτσι. Είχε μία πλευρά συγκαταβατική αλλά είχε και μοναχικές στιγμές, πολύ δικές της, που αποσυρόταν και διάβαζε. Τότε που φτιάχναμε το Σαμποτάζ, εγώ είχα χωρίσει από τον Δημήτρη και έμενα μόνη μου πίσω από την Αμερικανική Πρεσβεία. Η Μαριανίνα έμενε σχεδόν συνέχεια στο σπίτι μου. Θυμάμαι ότι είχε κατεβάσει όλα τα βιβλία από τις βιβλιοθήκες μου και τα διάβαζε. 

Και ξαφνικά άρχισε και έγραφε στίχους για το Σαμποτάζ. Εμπνεόταν με τη λογοτεχνία, αυτό που κάνω κι εγώ τώρα, ακούω κλασική μουσική και θα γράψω την άλλη στιγμή ηλεκτρονική μουσική. Γιατί για μένα οι μουσικές είναι ένα. Γιατί όλα τα πράγματα είναι ένα. Και από εκεί βγαίνουν οι ιδιαιτερότητες. Και ξανά μπαίνουν μέσα. Και ξανά βγαίνουν. Έτσι υπάρχει μια πλαστικότητα, ας πούμε. Έτσι είναι όλη η κατάσταση.

“Ήμουν πράγματι ο ορισμός του ελληνικού underground το ‘80” 

– Σήμερα η ηλεκτρονική μουσική ακούγεται παντού, είναι mainstream, αλλά εκείνη την εποχή που γράφατε εσείς δίσκους ηλεκτρονικής μουσικής, ήταν κάτι το πρωτοπόρο. 

– Ήταν μοναχικό και δύσκολο εκείνη την εποχή. Όμως ένιωθα ότι θα με δικαιώσει η ιστορία. Οι δίσκοι αυτοί είχαν την αποδοχή όλων των διανοούμενων: από τον Νίκο Καρούζο και τον Χατζιδάκι μέχρι τον Βασίλη Διαμαντόπουλου και την Λιλή Ζωγράφου. Αλλά δεν ήταν mainstream, ήταν το λεγόμενο underground. 

Τότε παίζονταν κατά κόρον αξιόλογοι καλλιτέχνες, όπως ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Λίνα Νικολακοπούλου και άλλοι. Ήταν όμως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ίσως, το εμπορικό και το underground. Ήμουν πράγματι ο ορισμός του ελληνικού underground το ‘80. Αλλά εγώ την έβρισκα με αυτή την κατάσταση. Ήμουν μέσα στο σπίτι μου και ψαχνόμουν με τα ηλεκτρονικά μου, με τα βιβλία μου, τις ζωγραφιές μου αλλά κυρίως με τα συνθεσάιζερ.Ήμουν με τον Γιάννη τον Παλαμίδα και δημιουργούσαμε extreme καταστάσεις, κομμάτια τα οποία τα έβαλα και στον τελευταίο δίσκο, το Balancers.

Τα Βήματα ΠΛΑΠΑΛ για παράδειγμα, που είναι ένα κομμάτι αμιγέστατα ηλεκτρονικό και μάλιστα χωρίς καθόλου φωνή, μόνο μουσική. Και το ονόμασα έτσι γιατί Πλάτωνος-Παλαμίδας, ΠΛΑΠΑΛ. Ωραίο, ε; 

– Εμένα το Φαέθων μου αρέσει. 

– Και εμένα. Το Φαέθων χρησιμοποιήθηκε στην εκπομπή της εξαιρετικής Μαρίας Κυρτζάκη στο Τρίτο Πρόγραμμα, για τους μύθους του Οβίδιου. Ήταν μία σειρά καταπληκτικών εκπομπών που έκανε η Μαρία και με είχε καλέσει, την εποχή που έφτιαχνα τις Μάσκες Ηλίου. Ε, ο Φαέθων μου βγήκε πολύ καλό κομμάτι. Ένα άλλο κομμάτι, για ένα απαγορευμένο ζευγάρι, τον Πύραμο και τη Θίσβη, έχει γίνει η  περίφημη εισαγωγή για το Λάθος Αγάπη.

– Είχατε και μια ακόμη ωραία συνεργασία με τον the Architect. 

– Κάναμε μια σειρά podcast που διάβαζα παιδικά παραμύθια, μόνο φωνή, χωρίς μουσική. Και ο Θεόφιλος, που εσείς τον ξέρετε ως the Architect, ερχόταν εδώ καθώς ήταν ηχολήπτης μας. Επειδή όμως ο Θεόφιλος έχει μια θητεία στην pop μουσική, έχει συνεργαστεί με Τάμτα, με διάφορα τέτοια ονόματα, όταν έφτιαξε αμιγώς ηλεκτρονικά κομμάτια, θεώρησε ότι μπορώ να συνεισφέρω με τη φωνή μου.

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως/ dreamonline.gr

– Τι συναισθήματα έχετε για το ντοκιμαντέρ ΛΠ, που δημιουργήθηκε για εσάς και το έργο σας;

– Αγαπώ πάρα πολύ τον δημιουργό του ντοκιμαντέρ, τον Χρήστο Πέτρου, είμαστε φίλοι. Τον γνώρισα το 2008, όταν έκανα ας πούμε το comeback μου. Τότε ήταν που ο Γιώργος Χρονάς έβαλε τα λόγια των κομματιών μου σε ένα βιβλίο και πήγαμε στο The Mall που υπήρχε τότε, ένα μεγάλο εμπορικό συγκρότημα που είχε μέσα, μεταξύ άλλων, αίθουσες τέχνης, για να το παρουσιάσουμε. 

Εκεί μαζεύτηκε κόσμος, ήρθε ο Χρήστος και μου είπε ότι είναι νέος σκηνοθέτης, που το όνειρό του ήταν να φτιάξει μια ταινία για μένα. Κρατήσαμε μια επαφή και κάποια στιγμή ωρίμασε το πράγμα, και έφτιαξε αυτή την ταινία που είναι τόσο κατατοπιστική και τόσο όμορφη.

– Μιλήστε μας για το comeback του 2008.

– Προέκυψε μετά το βιβλίο, τα Ημερολόγια, που έβγαλα με τον Γιώργο Χρονά. Αυτό έδωσε αφορμή για μια σειρά τηλεοπτικών συνεντεύξεων στη Λένα Αρώνη και όπως ήταν λογικό, δημιουργήθηκαν προσδοκίες για το πώς και πότε θα επιστρέψω καλλιτεχνικά. Ο Χρονάς όμως ήταν η εκκίνηση για να γίνουν όλα. Η Βίκυ, ένας άνθρωπος που αγάπησα πολύ, μια κοπέλα που είχα στο σπίτι και δεν ζει πια, τον έλεγε “Άγιο Γεώργιο” γιατί ήρθε σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου, μου πήρε συνεντεύξεις, έφερε δημοσιογράφους στο σπίτι και μου εξέδωσε αυτό το βιβλίο με τα λόγια μου. 

Με πήγε λοιπόν μια μέρα σε ένα θέατρο, όπου η συγχωρεμένη η Γιώτα Γιάννα έκανε την πρώτη της εμφάνιση μετά από πολλά χρόνια. Συναντήθηκα εκεί με έναν άνθρωπο, συντελεστή του Φεστιβάλ Αθηνών και κάπως έτσι κανονίστηκε το ουσιαστικό comeback μου, που έγινε με μία συναυλία στο Ηρώδειο, το 2008. Η συναυλία αυτή μου έδειξε πόσο υποδόρια η τέχνη μου, η μουσική μου είχε αγγίξει τον κόσμο, ενώ έλειπα για μια δεκαετία, κι εγώ και τα τραγούδια μου από τα ραδιόφωνα.

“Δεν πρόκειται να εγκαταλείψω την τέχνη ξανά

– Άρα το 2008 για εσάς ήταν ας πούμε μία μορφή επανεκκίνησης, πολιτικά πλέον το λένε και rebranding…

– Το Ηρώδειο δεν ήταν απλώς rebranding. Ήτανε η ωραιότερη στιγμή της ζωής μου. Έβαλα μάλιστα και τη Βίκυ και τραγούδησε ένα τραγούδι που με είχε βοηθήσει πολύ για να ξαναπαίξω πιάνο, που για χρόνια δεν μπορούσα να παίξω. To Gori, Gori , ένα ρωσικό τραγούδι, που έγινε γνωστό από την Anna German. Σχολιάστηκε αυτό ότι “έβαλε την υπηρεσία της και τραγουδησε στο Hρώδειο”. Η Φαραντούρη είπε “αυτό μόνο η Πλάτωνος θα το έκανε”. 

Καλά εγώ τέτοιος τύπος είμαι. Δεν υπάρχει θέμα, δεν κωλώνω με τίποτα. 

Εκείνο το βράδυ που γυρίσαμε η Βίκυ και εγώ, δεν κοιμηθήκαμε. Ήταν η ωραιότερη μέρα, νύχτα στιγμή της ζωής μου. Δεν έχω νιώσει μεγαλύτερη ευτυχία. Ακόμα και σεξουαλικά, ακόμα και ερωτικά. Αυτό το κύμα που πήρα από τον κόσμο, που κατέβηκε από τις κερκίδες του Ηρωδείου, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήταν ένα ζεστό κύμα, πραγματικό, δεν ήταν φαντασία μου. Περπατούσα, πήγαινα από την μια άκρη της σκηνής, στην άλλη και φώναξα στο κοινό ότι “δεν πρόκειται να εγκαταλείψω την τέχνη ξανά. Σας το υπόσχομαι.” 

Το επόμενο πρωί, ήρθε μια ανθοδέσμη με μια κάρτα μέσα, προς τη Βίκυ. Μια γνωστή της, είχε έρθει στην συναυλία με τον εν διαστάσει σύζυγό της. Κάνανε έρωτα μετά από τρία χρόνια, μετά από τη συναυλία.

– Ενώσατε ξανά δύο ανθρώπους. 

– Ήταν συγκλονιστικό αυτό. Γενικά νομίζω ότι η τέχνη που κάνω είναι ψυχοθεραπευτική τελικά.

– Έχετε συνειδητοποιήσει ότι έχετε αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων μέσω της μουσικής σας;

– Δεν είμαι σε θέση να το ξέρω αυτό ακριβώς, αλλά έχω ακούσει ιστορίες από εδώ και από εκεί, έχω διαβάσει και στο ίντερνετ…

– Πώς νιώθετε γι’ αυτό, όταν τα διαβάζετε; 

– Νιώθω ότι εκπληρώνω τον σκοπό της ζωής μου. Λέω ότι “οκ, καλά έκανα που ήρθα τελικά σε αυτό τον κόσμο”. Ενώ έχω γενικά πολλά κενά στη ζωή μου σε άλλους τομείς και πολλές ατυχίες. Είναι μια περιπέτεια η ζωή μου φοβερή, αλλά είμαι κι εγώ περιπετειώδης τύπος.

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως/ dreamonline.gr

“Νιώθω μια συναισθηματική, αλλά και μια πνευματική σύνδεση με τους νέους ανθρώπους”

– Νιώθω ότι κάθε νέα γενιά που σας ανακαλύπτει δημιουργεί μια σύνδεση μαζί σας.  

– Προσπαθώ να γράφω κλασικά, με την έννοια του διαχρονικά. Από τότε που άρχισα να γράφω με δικούς μου στίχους, έγραφα για τις μελλοντικές γενιές. Νιώθω μια συναισθηματική, αλλά και μια πνευματική σύνδεση με τους νέους ανθρώπους. 

– Είπατε λοιπόν ότι το comeback έγινε το 2008. Τι μεσολάβησε εκείνη τη δεκαετία που λείπατε;

– Η δεκαετία εκείνη ήταν εφιαλτική. Είχα αφήσει τη μουσική, είχα πουλήσει τα όργανά μου. Είχα κοντραριστεί με τη μουσική: την είδα ως υπόλογο για τις αποτυχίες μου. Εντωμεταξύ πέθανε ο πατέρας μου ξαφνικά, το ‘93. Και από εκεί ξεκίνησε όλο το κακό, γιατί ο πατέρας μου ήταν η δεξαμενή, από την οποία πήρα εγώ όλα τα μουσικά μου. Ήταν και αυτός μουσικός. Πολύ σπουδαίος. Ήταν δάσκαλος και του Μίκη Θεοδωράκη.

Έπειτα αρρώστησε και η μητέρα μου, έπαθε εγκεφαλικό. Οι γονείς μας επηρεάζουν πολύ τον τρόπο ζωής μας. Εγώ δεν είχα αδέρφια, μοναχοκόρη. Και χωρισμένη από ένα μεγάλο δεσμό, με ένα πολύ άσχημο τρόπο. Όλα τα καλά δηλαδή, μαζεμένα.

– Και πώς βρήκατε το κουράγιο μετά από μια δύσκολη εποχή, να επιστρέψετε στη μουσική; 

– Είχα κάνει έναν δίσκο, το ‘97, τις Αναπνοές, κατόπιν παραινέσεως ψυχιάτρου, ο οποίος ερχόταν και στο στούντιο. Μου είπε “τώρα είσαι καλά από την κατάθλιψη, και θα κάνεις δίσκο”. Και τον άκουσα. 

– Μπορούμε να πούμε ότι ήταν δίσκος με συνταγή γιατρού, δηλαδή.

– Με συνταγή γιατρού, άγγελος κυρίου ήτανε. Και μετά ο επόμενος άγγελος ήταν η Βίκυ, η οποία ήρθε μετά τον θάνατο της μητέρας μου. Η Βίκυ έμεινε να με κοιτάει στο σπίτι, να με φροντίζει. Εγώ είχα σταματήσει πάλι το πιάνο, λόγω της μητέρας μου που πέθανε, είχα ένα πισωγύρισμα, ας πούμε. Μου τραγουδούσε το Gori Gori, το τραγούδι αυτό που λέγαμε πριν, που θα πει Φωτεινό μου Αστέρι. Και της έλεγα  “Βίκυ για τραγούδα το αυτό το κομμάτι, μ’ αρέσει”  και μου έλεγε, “όχι αν δεν σηκωθείς να με συνοδεύσεις στο πιάνο”. Και μία, δύο, τρεις, το έκανα. 

Η Βίκυ δεν ήταν μόνο καλός άνθρωπος, ήταν και πανέξυπνη. Είχε χιούμορ, γελάγαμε πολύ. Δυστυχώς μετά από 12 χρόνια συμβίωσης μαζί της, μας έφυγε. Πέταξε στα ουράνια. Και πορευόμαστε χωρίς τη Βίκυ τώρα.

Η Βίκυ λοιπόν ήταν η απαρχή του comeback μου. Έχω κάνει δίσκο για τη Βίκυ, το Θανάτω θάνατον… πατήσας, σε μουσική Johannes Brahms, που διαβάζω ποιήματα για τη Βίκυ. Υπάρχει όμως και ένα καινούριο τραγούδι με τον Παλαμίδα, σε στίχους της Βίκυς, ελληνικούς. Αυτό το τραγούδι το έγραψε όταν ήταν άρρωστη. Και έγραψε ότι “κλαίω και βρέχω το πρόσωπό μου με νερά, για να μην φαίνονται τα κλάματα”. Το θυμήθηκε ο Γιάννης αυτό το ποίημα, όταν έφτιαχνα τον δίσκο της Βίκυς και μου λέει “ρε συ θυμάσαι εκείνη την ημέρα που ήρθε η Βίκυ και μας διάβασε το ποίημα που έγραψε;” και του λέω, “πού το θυμήθηκες;”.

Πίστευα ότι δεν θα το έβρισκα. Αν κοιτάξεις μέσα έχω μια βιβλιοθήκη, ένα δωμάτιο ολόκληρο που έχω μέσα χαρτιά, ντοσιέ, βιβλία, γίνεται της πουτ@νας το κάγκελο. Και πάω και απλώνω το χέρι μου στη βιβλιοθήκη και πιάνω κατευθείαν το χαρτί με το ποίημα της Βίκυς. Κατευθείαν. Το πιστεύεις αυτό; Είχε έρθει η ώρα του. 

– Νιώθω πως όλη σας η ζωή σχετίζεται με συγκυρίες, με συναντήσεις, με συμπτώσεις που δεν είναι συμπτώσεις τελικά. 

– Δεν είναι. Είναι αυτό που αποκαλεί συγχρονικότητα ο Κάρλ Γιουνγκ. Ή αυτό που λέμε, ότι ευθυγραμμίζονται οι πλανήτες…

– Σε εσάς φαίνεται να ευθυγραμμίζονται λίγο πιο συχνά από ό,τι σε κάποιους άλλους…

– Ναι, ακριβώς.

-Άρα έχετε μια δυνατή σύνδεση με αυτόν τον δίσκο για τη Βίκυ. 

-Ναι. Πολύ. Θανάτω θάνατον…πατήσας… Ξεφτιλίζω τον θάνατο στο τέλος του δίσκου. Ήταν ένας εξορκισμός του πένθους μου. 

– Η τέχνη μπορεί να το ξορκίσει το πένθος;

– Ασφαλώς. Κάνει και τίποτα άλλο; 

Όπως πάντα συνηθίζουμε στις συνεντεύξεις μας, ρωτάμε την Λένα Πλάτωνος να μας πει για φινάλε, τι είναι αυτό που θέλει να πει στη νέα γενιά. “Ό,τι έχω να της πω, το είπα. Τόση ώρα που μιλούσα, μιλούσα στα παιδιά αυτά. Όπως κάνω και μέσα από τη μουσική μου.

Μόλις τελειώνουμε την κουβέντα μας, αρχίζω και παρατηρώ τους ροζ τοίχους του διαμερίσματος της. Μόνο η Λένα Πλάτωνος, αυτή που έγραψε το Ρόζα Ροζαλία, θα μπορούσε να ζει σε ένα τόσο ροζ σπίτι, σκέφτομαι .Αχ Ρόζα, Ρόζα Ροζαλία πάμε μαζί στη συναυλία, ν’ ανθίσει μ’ όλα τα βιολιά μια ροζ μεγάλη βυσσινιά, στο πρώτο μας φιλί.” παίζει στο κεφάλι μου, ο αγαπημένος στίχος.

Λίγο πριν κλείσουμε την πόρτα της και την αποχαιρετήσουμε, κοιταζόμαστε για τελευταία φορά και ανταλλάζουμε, λέγοντάς το σχεδόν ταυτόχρονα, ένα ζεστό, “ευχαριστώ”. 

 Συνέντευξη: Αφροδίτη Κεραμέως & Βαγγέλης Λαζαρίδης



Μοιράσου το:

Αφροδίτη Κεραμέως

Αφροδίτη Κεραμέως

Γεννήθηκα και ζω όλη μου την ζωή- μ’ένα ευχάριστο διάλειμμα 6 μηνών στο Αμβούργο- στην Θεσσαλονίκη. Το μεγαλύτερο μου ίσως flex είναι ότι όταν ήμουν μικρή είχα απομνημονεύσει τις πρώτες σελίδες (και τις παραπομπές τους) από τα «88 ντολμαδάκια» του Ευγένιου Τριβιζά. Η απομνημονευτική μου ικανότητα με οδήγησε αισίως στα 18 μου στην Νομική του ΑΠΘ και έπειτα με άφησε. Από τότε, αυτά που θέλω να θυμάμαι τα κρατάω σε σημειώσεις σε τετράδια, στο μαγνητόφωνο του κινητού μου (podcast alert) και στα φιλμ των αγαπημένων μου καμερών.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα