Τα τελευταία χρόνια, η Φέτα έχει αποκτήσει την τιμητική της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με αφετηρία την viral συνταγή της Φέτας στον φούρνο με ντομάτες και μακαρόνια, μπορούμε να βρούμε διάφορες συνταγές που την περιλαμβάνουν και μυρίζουν Ελλάδα. Πολλοί μπορεί να νιώθουμε υπερηφάνεια για ένα ελληνικό προϊόν, το οποίο επιλέγεται από πληθώρα καταναλωτών παγκοσμίως για το καθημερινό τους τραπέζι, λίγοι, όμως, γνωρίζουμε ότι αυτό που αναγράφεται ως «Φέτα» στα supermarkets του εξωτερικού μπορεί να πρόκειται για απομίμηση, εξαπατώντας τους καταναλωτές και υπονομεύοντας τη διαπραγματευτική δύναμη των Ελλήνων παραγωγών.
Ποιος μπορεί, όμως, να καταχωρήσει ένα προϊόν ως Π.Ο.Π. ;
Ομάδες παραγωγών ή και μεταποιητών, οι οποίοι παράγουν ή αποκτούν το εκάστοτε προϊόν, είναι δικαιούχοι να αιτηθούν την καταχώρηση μιας νέας ονομασίας. Η διαδικασία πιστοποίησης ενός προϊόντος με ένα ευρωπαϊκό σήμα διαρκεί 2 με 3 έτη, ανάλογα με τις παρατηρήσεις της αρμόδιας υπηρεσίας.
Ειδικότερα, για να καταχωρηθεί ένα προϊόν ως Π.Ο.Π., χρειάζεται αρχικά η καταγωγή του να ανάγεται σε μια οριοθετημένη περιοχή. Με άλλα λόγια, το προϊόν χρειάζεται να δένεται με τον τόπο του και, ως εκ τούτου, η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του να προκύπτουν από αυτόν. Η εντοπιότητα ενός προϊόντος μπορεί να αφορά τόσο στο γεωγραφικό του περιβάλλον, δηλαδή στις εδαφικές και κλιματικές συνθήκες της περιοχής, όσο και στις παραδοσιακές πρακτικές καλλιέργειας και παραγωγής των κατοίκων της. Τέλος, χρειάζεται όλα τα στάδια της παραγωγής του προϊόντος να έχουν εκτελεστεί εντός αυτής της συγκεκριμένης περιοχής.
Σύμφωνα με τον Σέρκο Α. Χαρουτουνιάν, Καθηγητή Χημείας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην Πρόεδρο του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ», η ποιότητα των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα οργανοληπτικά τους χαρακτηριστικά, όπως είναι η γεύση, το άρωμα, και η υφή, με τη διατροφική τους αξία, καθώς και με τις παραμέτρους εμπορευσιμότητας, δηλαδή τη δυνατότητα συντήρησης, τη διαθεσιμότητα, την εμφάνιση, τη συσκευασία, και την τιμή.
Πλέον, στα ποιοτικά κριτήρια ενός προϊόντος έχουν εισέλθει και άλλες παράμετροι, όπως είναι η ασφάλεια και οι ευεργετικές ιδιότητες του προϊόντος για την υγεία του καταναλωτή, ενώ -μεταξύ άλλων- είναι προαπαιτούμενη η πάταξη της νοθείας, η μη αντιποίηση ονομασίας, και η αποφυγή παραπλάνησης των καταναλωτών. Για αυτούς τους λόγους, κρίνεται αναγκαία η κατάλληλη πιστοποίηση και οι αυστηροί έλεγχοι ποιότητας των εμπορικών προϊόντων.
Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινοτικής Πολιτικής για τη διασφάλιση της ποιότητας, της αυθεντικότητας και της καταγωγής των παραδοσιακών αγροδιατροφικών προϊόντων στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δημιούργησε το 1993 τα σήματα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.), Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (Π.Γ.Ε.), Εγγυημένου Παραδοσιακού Ιδιότυπου Προϊόντος (Ε.Π.Ι.Π.) και Προϊόντος Ορεινής Παραγωγής. Με αυτά τα σήματα έχουν κατοχυρωθεί συνολικά μέχρι σήμερα 3.833 προϊόντα, εκ των οποίων τα 1.607 είναι τρόφιμα.
Η Ελλάδα σήμερα διαθέτει 81 προϊόντα Π.Ο.Π., εκ των οποίων τα 22 είναι τυριά, με τη Φέτα να είναι το πιο διαδεδομένο εξ αυτών, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 10% των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη Φέτα, η οποία έχει πιστοποιηθεί ως ελληνικό προϊόν Π.Ο.Π. από την ΕΕ το 2002, έχουν κυκλοφορήσει στην παγκόσμια αγορά διάφορα λευκά υφάλμυρα τυριά -με ορισμένα εξ αυτών να παράγονται και από αγελαδινό γάλα-, τα οποία φέρουν παρόμοιες ή παραπλανητικές ονομασίες με τη Φέτα.
Ωστόσο, η αγορά ξένων προϊόντων ως ελληνικά, συνιστά τεράστια απώλεια εσόδων για την κρατική οικονομία, καθώς συνεπάγεται με την αύξηση των εισαγωγών με αρνητικές επιπτώσεις στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας και τελικά με την καταστροφή του παραγωγικού ιστού. Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο εξαπατώνται οι ίδιοι οι καταναλωτές, αλλά υπονομεύεται και η κτηνοτροφία της χώρας. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Από το γερμανικό Fitaki White Cheese, μέχρι την Australian Feta, και τη Danish White, αυτά τα τυριά αποτελούν υπολογίσιμους ανταγωνιστές της ελληνικής Φέτας στα ράφια των supermarkets του εξωτερικού, χωρίς όμως να διαθέτουν τα μοναδικά της χαρακτηριστικά.
Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει την Φέτα ξεχωριστή;
Οι παραδοσιακές μέθοδοι παραγωγής της Φέτας συνδέονται άμεσα με τις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες της Ελλάδας. Για παράδειγμα, εξαιτίας των δυσπρόσιτων ορεινών εδαφών της και του θερμού της κλίματος, δεν διατίθεται επαρκής έκταση για την εκτεταμένη εκτροφή βοοειδών. Έτσι, οι Έλληνες βασίστηκαν εκ προοιμίου στην εκτροφή αιγοπροβάτων, τα οποία μπορούσαν να εκτραφούν υπό αυτές τις συνθήκες.
Για αυτόν τον λόγο, η αυθεντική ελληνική Φέτα παρασκευάζεται από πρόβειο γάλα ή από μείγμα πρόβειου και έως 30% κατσικίσιου γάλακτος. Συμπληρωματικά, η Φέτα αποκτά την ιδιαίτερη γεύση της μόνο όταν τα αιγοπρόβατα βόσκουν στη μοναδική χλωρίδα της χώρας, ενώ ουδέποτε προστίθενται σε αυτή χρωστικές ουσίες, συντηρητικά, πρωτεΐνες γάλακτος, καζεϊνικά άλατα, συμπυκνωμένο γάλα ή γάλα σε σκόνη.
Άλλωστε, στην Ελλάδα φυτρώνουν πάνω από 6.000 διαφορετικά είδη φυτών, το 15% εκ των οποίων εμφανίζεται μόνο στην ελληνική επικράτεια, ποσοστό πολύ υψηλότερο από ότι σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη έκταση. Για αυτόν τον λόγο, μόνο συγκεκριμένες περιοχές έχουν λάβει την πιστοποίηση παραγωγής Φέτας, μεταξύ των οποίων είναι η ηπειρωτική Ελλάδα (Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος) και η Λέσβος.
Συνεπώς, η βιοποικιλότητα, σε συνδυασμό με τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής, είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Φέτα μπορεί να παρασκευαστεί μόνο στην Ελλάδα. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναγκαία η πάταξη των ελληνοποιήσεων της Φέτας και η προστασία τόσο των καταναλωτών, όσο και των παραγωγών.

Μπορεί η τεχνολογία αιχμής να αποτελέσει μέρος της λύσης;
Ο έλεγχος και η πιστοποίηση είναι σημεία-κλειδιά για την αντιμετώπιση των ελληνοποιήσεων. Αν και τα κρατικά όργανα στοχεύουν στη νομοθέτησή τους, ερώτημα αποτελεί πως θα επιτευχθεί αυτό στην πράξη. Με την τεχνολογία των «Internet of Things» αυτές οι διαδικασίες μπορούν να γίνουν ακόμα πιο διαυγείς σε παραγωγό και καταναλωτή.
Σε αυτή την τεχνολογία βασίστηκε και ένα μέρος του προγράμματος «ΑΡΤΕΜΙΣ 2.0/AGRITRACK», το οποίο χρηματοδοτήθηκε από τον ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ για τη μείωση των απομιμήσεων. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, έτσι και σε αυτήν, η ψηφιοποίηση θεωρήθηκε αναγκαία, για την προστασία της γαλακτοπαραγωγής από παράνομες νοθείες.
Πιο συγκεκριμένα, το καινοτόμο αυτό πρόγραμμα περιλαμβάνει την τοποθέτηση αισθητήρων σε βυτία, δεξαμενές, και παγολεκάνες γαλακτοπαραγωγών και κτηνοτρόφων, όπως και τη δυνατότητα ελέγχου όλων των συναλλαγών του συστήματος διακίνησης του γάλακτος, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας του φορέα. Η πλατφόρμα αυτή χρησιμοποιεί το blockchain για να εξασφαλίσει την ασφάλεια, την αμεσότητα και την διαύγεια της ροής πληροφοριών.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την τεχνολογία «Internet of Things», μέσω της οποίας οι εκπαιδευμένοι οδηγοί έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται διαδικτυακά όλα τους τα δεδομένα, αποτέλεσαν τις σύγχρονες τεχνολογίες που δοκιμάστηκαν πιλοτικά στο «ΑΡΤΕΜΙΣ 2.0/AGRITRACK» στη Θεσσαλία το 2021. Σκοπός του συστήματος αυτού είναι το κάθε λίτρο γάλακτος που δίνεται στους γαλακτοπαραγωγούς, στους τυροκόμους, και στα supermarkets να μπορεί να εντοπιστεί από πού προέρχεται. Έτσι, η ιχνηλάτηση της αλυσίδας παραγωγής και διακίνησης του γάλακτος γίνεται πιο «έξυπνη», με μια τεχνολογία χαμηλού κόστους και δυνατότητα πανελλαδικής επέκτασης (Κρυσταλλίδου, 2021).
Για τους παραγωγούς, τους γεωργούς, και τους κτηνοτρόφους, μια τέτοια καινοτόμα λύση είναι το ζητούμενο, καθώς η ιχνηλάτηση της αλυσίδας παραγωγής και διακίνησης του γάλακτος, μπορεί να συμβάλλει στην πάταξη των παράνομων ελληνοποιήσεων, περιορίζοντας παράλληλα και τον αθέμιτο ανταγωνισμό με ξένους παραγωγούς.
Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο θα επανακτήσουν οι Έλληνες παραγωγοί τη διαπραγματευτική τους δύναμη, αλλά θα προστατευτούν και οι ίδιοι οι καταναλωτές από τα νοθευμένα προϊόντα και την γενικότερη παραπλάνηση, την οποία υφίσταντο τόσο καιρό, εξαιτίας των ελληνοποιήσεων. Άλλωστε, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τι θα καταλήξει στο πιάτο μας από τα ράφια των supermarkets, αλλά και από που προέρχεται αυτό.
Αρθογράφοι: Άννα Ζαριφοπούλου & Δημήτρης Θεολογίδης
Πηγές:
Απόλυτη αναγκαιότητα το καίριο χτύπημα των παράνομων ελληνοποιήσεων. Σύνδεσμος Ελληνικής Κτηνοτροφίας – Σ.Ε.Κ. http://www.sek-greece.gr/ellinopoisi/
Η Ιστορία της Ελληνικής Φέτας: Από την προέλευση έως την ΠΟΠ. Greek Flavours. https://www.greekflavours.com/el/blogs/news/istoria-tis-ellinikis-fetas-apo-tin-proelefsi-eos-tin-pop
Κρυσταλλίδου, Ε. (2021). Γάλα: ένα κομβικό προϊόν για την εθνική οικονομία. Επί Γης, Περιοδική Έκδοση για την Αγροτική Οικονομία από την Τράπεζα Πειραιώς, Τεύχος 19. https://repository.afs.edu.gr/bitstream/6000/487/1/EPIGHS19_low_new.pdf
Κτηνοτρόφοι: Πλήγμα οι ελληνοποιήσεις γάλακτος – Κινδυνεύει η κτηνοτροφία. (Δεκέμβριος 13, 2022). Política. https://www.politica.gr/business/ktinotrofoi-pligma-oi-ellinopoiiseis-galaktos-kinduneuei-i-ktinotrofia/
Πετκανόπουλος, Φ. (Νοέμβριος 20, 2020). Τυριά παρόμοια, παραπλανητικά ή ανταγωνιστικά των ελληνικών. Greek Cheese Exports Experts – GCEE. https://cheese-exports.gr/%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%AC-%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%AE-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3/
Φέτα Π.Ο.Π. – Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Agriculture and Rural Development. https://agriculture.ec.europa.eu/farming/geographical-indications-and-quality-schemes/geographical-indications-food-and-drink/feta-pdo_el








