Διπλωματία χωρίς αυταπάτες: Τι σηματοδοτούν οι νέες συνομιλίες Ελλάδας–Τουρκίας

διπλωματία

Η πρόσφατη συνάντηση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα επανέφερε στο προσκήνιο το διαχρονικό ερώτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων: μπορεί ο διάλογος να οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση ή απλώς διαχειρίζεται προσωρινά τις εντάσεις;

Οι συνομιλίες, που εντάσσονται στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, πραγματοποιήθηκαν σε κλίμα εμφανώς ηπιότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς όμως να συνοδευτούν από κάποια θεαματική συμφωνία. Η σημασία τους δεν έγκειται σε άμεσες λύσεις, αλλά στο πολιτικό μήνυμα.

Μετά από μια περίοδο έντονης ρητορικής και στρατιωτικών τριβών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, Αθήνα και Άγκυρα φαίνεται να επενδύουν εκ νέου στη στρατηγική της «θετικής ατζέντας»: διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, ενίσχυση οικονομικών σχέσεων και συνεργασία σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής, όπως το εμπόριο και η διαχείριση μεταναστευτικών ροών. Η αποκλιμάκωση, έστω και εύθραυστη, λειτουργεί ως βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί σταδιακά ένα πιο σταθερό πλαίσιο συνεννόησης.

Ωστόσο, τα θεμελιώδη ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και ΑΟΖ, ο εναέριος χώρος, το εύρος των χωρικών υδάτων, αλλά και το Κυπριακό εξακολουθούν να αποτελούν πυρήνες διαφωνίας.

Η ελληνική πλευρά επιμένει στη μοναδική διαφορά προς επίλυση — την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ — βάσει του διεθνούς δικαίου της θάλασσας. Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, θέτει ευρύτερο πλαίσιο ζητημάτων, αμφισβητώντας την επήρεια νησιών και επαναφέροντας κατά καιρούς τη ρητορική περί «γκρίζων ζωνών».

Αυτή η ασυμμετρία στην αντίληψη του προβλήματος καθιστά δύσκολη την επίτευξη συνολικής λύσης. Το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε άμεση πρόοδος δεν σημαίνει αποτυχία. Στη διπλωματία Ελλάδας–Τουρκίας, η απουσία έντασης συχνά θεωρείται επιτυχία από μόνη της. Η διατήρηση ήρεμου κλίματος περιορίζει τον κίνδυνο ενός «θερμού επεισοδίου», που θα μπορούσε να προκύψει είτε από στρατιωτικό λάθος είτε από πολιτική υπεραντίδραση. Σε μια περιοχή όπου η γεωγραφία και η ιστορία δημιουργούν διαρκή σημεία τριβής, η διαχείριση της κρίσης πριν αυτή ξεσπάσει αποτελεί στρατηγική επιλογή.

Πέρα όμως από το διμερές επίπεδο, οι συνομιλίες πρέπει να ιδωθούν μέσα στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε πεδίο ενεργειακού και στρατηγικού ανταγωνισμού, με τη συμμετοχή μεγάλων δυνάμεων και μεταβαλλόμενων συμμαχιών.

Η Ελλάδα έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επενδύοντας σε αμυντικές συμφωνίες και στρατηγικές συνεργασίες. Η Τουρκία, από την άλλη, επιδιώκει έναν πιο αυτόνομο ρόλο, ισορροπώντας ανάμεσα στη Δύση και σε άλλους διεθνείς πόλους ισχύος. Σε αυτό το περιβάλλον, ο απευθείας διάλογος Αθήνας–Άγκυρας λειτουργεί και ως μήνυμα προς τρίτους ότι οι δύο χώρες δεν επιθυμούν να μετατραπούν σε πεδίο έμμεσης σύγκρουσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εσωτερική πολιτική διάσταση. Σε Ελλάδα και Τουρκία, τα ελληνοτουρκικά ζητήματα συχνά αποκτούν συμβολικό βάρος και αξιοποιούνται για τη συσπείρωση εθνικών ακροατηρίων. Η ρητορική έντασης μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο απρόβλεπτων εξελίξεων. Αντίθετα, η επιλογή της αποκλιμάκωσης απαιτεί πολιτικό κεφάλαιο και αντοχή απέναντι σε επικρίσεις περί «υποχωρητικότητας». Η ισορροπία ανάμεσα στη διαφύλαξη κυριαρχικών δικαιωμάτων και στη διατήρηση σταθερότητας αποτελεί λεπτή και σύνθετη άσκηση πολιτικής.

Το μεταναστευτικό αποτελεί έναν από τους τομείς όπου η πρακτική συνεργασία μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα. Όταν υπάρχει συνεννόηση, οι ροές περιορίζονται και οι μηχανισμοί λειτουργούν αποτελεσματικότερα. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό συνδέεται στενά με τις ευρωτουρκικές σχέσεις και με τις ευρύτερες χρηματοδοτικές και θεσμικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Άγκυρα. Επομένως, κάθε πρόοδος στο διμερές επίπεδο επηρεάζεται και από το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Το βασικό ερώτημα που παραμένει είναι αν ο διάλογος μπορεί να εξελιχθεί σε διαδικασία ουσιαστικής διευθέτησης. Η ιστορία δείχνει ότι οι περίοδοι ύφεσης συχνά εναλλάσσονται με φάσεις έντασης. Χωρίς συμφωνία για το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς και χωρίς σαφή προοπτική προσφυγής σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, μια συνολική λύση φαντάζει δύσκολη. Παρ’  όλα αυτά, η διατήρηση θεσμοθετημένου διαλόγου δημιουργεί ένα ελάχιστο επίπεδο προβλεψιμότητας — στοιχείο κρίσιμο σε ένα ασταθές διεθνές σύστημα.

Εν τέλει, οι πρόσφατες συνομιλίες δεν συνιστούν ιστορική καμπή. Συνιστούν, όμως, μια επιλογή πολιτικού ρεαλισμού. Δεν αναιρούν τις διαφωνίες, ούτε προεξοφλούν συμφωνίες. Μεταφέρουν, ωστόσο, την αντιπαράθεση από το πεδίο της έντασης στο πεδίο της διαπραγμάτευσης. Και σε μια σχέση που έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα από κρίσεις, αυτή η μετατόπιση ίσως αποτελεί το πιο ουσιαστικό και ώριμο βήμα που μπορεί να επιτευχθεί στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Μοιράσου το:

Γιώργος Μηλιάς

Γιώργος Μηλιάς

Το φοιτητικό μου ταξίδι ξεκινά στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και συνέχισα επιλέγοντας ως μεταπτυχιακό την Πολιτική Ανάλυση. Αυτομάτως η πολιτική και η επικαιρότητα γενικότερα ήταν κάτι που με απασχόλησε, καθώς είναι και το αντικείμενο μου, συνδυάζοντας τον γραπτό λόγο και τη συγγραφή άρθρων ώστε να ξεκινήσω το επαγγελματικό μου ταξίδι ως Πολιτικός Αναλυτής. Τα ενδιαφέροντα μου όμως δεν είναι μόνο η πολιτική, αλλά και η έρευνα, τα podcasts, η τεχνολογία, τα ταξίδια και το φαγητό. Στο DREAM ON-line μου δίνεται η δυνατότητα να εκφράσω τις απόψεις μου για την πολιτική κατάσταση της χώρας μας και να συνεργαστώ με άλλα άτομα της ηλικίας μου που έχουν τις ίδιες ανησυχίες με μένα.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα