Αυτή η νύχτα μένει ακόμα

Κάτι πακέτα τσιγάρα για τον δρόμο, μια επαρχία που πληγώνει και πληγώνεται και οι δυο ψυχές που ήρθαν στον κόσμο ξένες και καταδικασμένες να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο. Ίσως από αυτά τα υλικά να φτιάχνονται τα όνειρα, κι ίσως αυτά τα ίδια υλικά να τα καταστρέφουν. Κι έτσι αυτή η νύχτα θα μένει αιώνες παγωμένη, ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη πως κάποτε (συν)υπήρξαν, πως έστρεφαν μαζί το βλέμμα τους στον ουρανό, κι ας κοίταζαν σε άλλους ορίζοντες.

Ο Ανδρέας αγαπάει τη Στέλλα και η αγάπη του είναι βιωμένη ως βεβαιότητα, μοιάζει απαλλαγμένη από την αμφιταλάντευση του έρωτα. Προσδίδει στο συναίσθημα αυτό δυνατότητες υπεράνθρωπες, που τον εξωθούν στα άκρα του μικρόκοσμού του και ίσως, σε στιγμές, να του επιτρέπουν να βγάλει για λίγο το κεφάλι από τη γυάλα που με τόση επιμονή και φροντίδα, δομεί για τον εαυτό του.

Βέβαια, το “ξεβόλεμά” του είναι παροδικό. Στόχο έχει να εσωκλείσει και τη Στέλλα σ’ αυτόν τον τόσο προσεκτικά οριοθετημένο κόσμο, που, αλίμονο, δεν στερείται ονείρων, ούτε αποφεύγει τις αναζητήσεις από μέσα και προς τα έξω. Μόνο που, να, έχει μια τάση προς τη γείωση. Όχι γιατί φοβάται τις απογειώσεις, μα γιατί γνωρίζει πως είναι πιο ασφαλές να ατενίζει κανείς ψηλά, όταν τα πόδια του τον κρατούν στέρεο στη γη, παρά όταν ίπταται και γίνεται έρμαιο του ανέμου, που τον παραδέρνει και έχει τη δύναμη να τον οδηγήσει στον τελειωτικό χαμό.

Στον αντίποδα, ή μάλλον, κάπου παραδίπλα βρίσκεται η Στέλλα. Αγαπάει κι εκείνη και μάλιστα με ορμή και πάθος, μα σαν να αντιλαμβάνεται την αγάπη ως κάτι το εφήμερο, που τη μια το κρατάμε σφιχτά στα χέρια και την άλλη ξεγλιστράει και μάς ξεφεύγει, ταξιδεύει σε άλλα χέρια, που ίσως το έχουν περισσότερο ανάγκη. Κάποιες φορές μάλιστα, ακόμη κι αυτή η αγάπη που της προσφέρεται, που είναι γλυκιά και συμπονετική, εώς και υποστηρικτική, γίνεται για τη Στέλλα κλοιός που την σφίγγει ευγενικά, αλλά σταθερά, που της θυμίζει πόσα βήματα αντέχει να κάνει, που επιθυμεί διακαώς να της προδιαγράφει τον δρόμο.

Και πράγματι, η Στέλλα δεν την γνωρίζει τη διαδρομή, τα βήματά της είναι ασταθή, συχνά παραπατάει και σκοντάφτει σε εμπόδια που κυρίως βρίσκονται εντός της. Μοιάζει όμως να κατευθύνεται από μια εσώτερη πυξίδα, μια αδιόρατη δύναμη που της υποδεικνύει μια πορεία γεμάτη σκοτάδια που υπόσχονται φως, που είναι όμως ειλικρινά δική της, δεν της επιβάλλεται από κανέναν.

Γι’ αυτό, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, δεν θα διστάσει να γυρίσει την πλάτη στο οικείο, στο ασφαλές του κόσμου που με τόση αγάπη πλάθει γι’ αυτή ο Ανδρέας, πολύ απλά γιατί δεν την χωράει ολόκληρη. Θα γεμίσει τη βαλίτσα της με πείσμα και κουράγιο και θα ξεκινήσει ένα ταξίδι αχαρτογράφητο, σε κόσμους άλλους, που θρέφονται από την ίδια τους τη σήψη.

Θα γνωρίσει ανθρώπους που υπάρχουν μόνο τις νύχτες, που μένουν απαράλλαχτοι, αμετάβλητοι από το πέρας των καιρών, πεισματικά χωμένοι σε μια αλλότρια περιοχή, που δεν αναγνωρίζεται από τη δική μας. Εκεί ο χρόνος δεν είναι κλέφτης, δεν προτρέχει, παρά ακούσια εδραιώνει τη διάχυτη αποσύνθεση και τους επιστρέφει όλους στο μηδέν, το οποίο φαίνεται να είναι ανίκανοι να ξεπεράσουν.

Η Στέλλα δεν είναι φτιαγμένη για αυτόν τον κόσμο, ούτε και κανένας άνθρωπος είναι, φυσικά. Η ίδια έχει την τύχη να μην τον γνωρίζει καθόλου, να ξέρει πως έχει τα εφόδια να φύγει, να δώσει η ίδια στον εαυτό της τη σανίδα σωτηρίας. Θα αργήσει, ωστόσο, να το κάνει και δεν θα πάρει ακριβώς η ίδια την πρωτοβουλία. Θα το παλέψει μέχρι τέλους, ώσπου να φτάσει στο χείλος της ανεπιστρεπτί καταστροφής, θα προσπαθήσει ξανά και ξανά, θα κάνει εκπτώσεις σε όσα θεωρούσε δεδομένα.

Θα πορεύεται σταθερά με γνώμονα τα όνειρα, φοβούμενη πως τα προδίδει, μα ουσιαστικά τιμώντας τα, αφού την απομάγευση βιώνουν μόνο όσοι δεν διστάζουν να ακολουθήσουν τα μονοπάτια που τους ορίζει η καρδιά τους.

Την ίδια στιγμή, ο Ανδρέας δεν παύει να την ακολουθεί. Τώρα πρέπει πάση θυσία να την βρει, φαίνεται να ψυχανεμίζεται τον κίνδυνο στον αέρα. Τώρα, ποιος κινδυνεύει πιο πολύ, η Στέλλα από τον βούρκο της νύχτας, ή ο Ανδρέας αν μείνει χωρίς Στέλλα, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Η μπάλα χάνεται συνέχεια, το μαζί μοιάζει μοιραία αναπόδραστο, γιατί το χωρίς είναι βυθισμένο σε μια ζοφερή μοναξιά.

Η μπάλα χάνεται ξανά και ξανά, την έχουν από καιρό αμελήσει κι αλωνίζουν σε ένα παιχνίδι χωρίς κανόνες και δομή. Τώρα τα αισθήματα δεν έχουν ταυτότητα, είναι πιο μεγάλα από τους ίδιους, είναι πανανθρώπινα και παίρνουν τη σκυτάλη για να αφηγηθούν μια ιστορία που έχει χάσει τη ροή της κι ίσως χρειάζεται έναν πιο αξιόπιστο αφηγητή. 

Και κάπως έτσι, σαν σε όνειρο, η νύχτα αυτή θα μένει στους αιώνες απαράλλαχτη και μαζί μ’ αυτή κι οι πρωταγωνιστές της. Θα αιωρούνται για πάντα στο επέκεινα, ερωτευμένοι και μελαγχολικοί, παραδομένοι σε κόσμους νοερούς, που κάνουν πιο δυσβάσταχτη τη βίωση του επίγειου. Κάπου εκεί βρισκόμαστε κι εμείς, τους βλέπουμε να χορεύουν σιγοτραγουδώντας “μάτια που ο έρωτας τα κλείνει, μάτια παράξενα κι υγρά, μα δεν ήταν να γίνει” και χαχανίζουμε συνομωτικά. Είμαστε κι εμείς, βλέπετε, κάπου χωμένοι στην αιωνιότητα κι έχουμε ανάγκη να διασκεδάσουμε τη θλίψη της.

Μοιράσου το:

Σοφία Συμεωνίδου

Σοφία Συμεωνίδου

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσα στην Κατερίνη, επέστρεψα για να σπουδάσω. Διαβάζω, προσπαθώ να γράφω, βλέπω καλές και κακές ταινίες, ψήνω άνοστα κεικ, ενίοτε ασχολούμαι με το θέατρο, άλλοτε σπουδάζω Ψυχολογία στο ΑΠΘ. Αγαπώ πολύ τις λέξεις και εδώ θα προσπαθώ να τις βάζω σε σειρά.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα