H γενιά Ζ μερικές φορές νιώθει παρεξηγημένη. Ακούει τους χαρακτηρισμούς γενιά των social media, του scrolling, των influencers. Πιθανό όλα αυτά να ισχύουν, με μία πρώτη, επιφανειακή ματιά.
Γιατί αν κανείς κοιτάξει βαθύτερα, θα συνειδητοποιήσει τόσα άλλα που διαμορφώνουν το πολύπλοκο πορτρέτο της. Συναισθηματική νοημοσύνη, ενδιαφέρον για το περιβάλλον και την κοινωνία, προτεραιότητα όχι τόσο στα αγαθά όσο στις εμπειρίες, τα ταξίδια και τις ανθρώπινες σχέσεις, είναι κάποια χαρακτηριστικά που θα παρατηρήσει κάποιος αισιόδοξος. Θεωρείται ακόμη η πιο μορφωμένη γενιά, με τα υψηλότερα ποσοστά φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συγκριτικά με τις προηγούμενες, με μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους, που κατά κανόνα διεκδικούνται παράλληλα με μια εργασία πλήρους απασχόλησης.
Η νέα γενιά των Θεσσαλονικέων προσπαθεί να ισορροπήσει τους φρενήρεις ρυθμούς ζωής, με όσα έχει να προσφέρει η πόλη. Φοιτητές και νέοι, δίνουν τον πολιτιστικό παλμό με την παρουσία τους σε κατάμεστα θέατρα, σινεμά, φεστιβάλ και εκδηλώσεις. Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου αυτών των ημερών, δεν θα αποτελέσει εξαίρεση. Κι αυτό γιατί μέσα σε μια καθημερινότητα που τρέχει δίχως αναπνοή, στα διαλείμματα από την δουλειά, στο λεωφορείο, στο μετρό ή πριν τον ύπνο, πάντα βρίσκεται κάπου χρόνος για ένα βιβλίο.
Ποια βιβλία επιλέγουν να διαβάσουν οι νέοι;
Η απάντηση είναι προφανώς πολύπλοκη και οι προσεγγίσεις ποικίλλουν. «Προσωπικά κινούμαι ανάμεσα σε διάφορα είδη ανάγνωσης: από λογοτεχνία και μυστηρίου, μέχρι κοινωνιολογικά, βιβλία για το περιβάλλον, τον φεμινισμό, την τέχνη, θεατρικά κείμενα – διαβάζοντας τα φωναχτά, μπαίνοντας στους διαλόγους και αλλάζοντας τον τόνο της φωνής μου – ποίηση, πεζογραφία» λέει η Βάσω, 24 ετών, ασκούμενη δικηγόρος και μεταπτυχιακή φοιτήτρια στον τομέα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. «Πριν από λίγα χρόνια είχα, για παράδειγμα, τρελό κόλλημα με την Άγκαθα (και όχι Αγκάθα) Κρίστι, τελείωνα το ένα βιβλίο και ξεκινούσα το άλλο…».
Σε ένα γενικευμένο κλίμα υπέρ-πληροφόρησης, τα ερεθίσματα για προτεινόμενα βιβλία, πληθαίνουν και οι επιλογές μοιάζουν ατελείωτες: «Μία απλή περιήγηση στο διαδίκτυο θα σου πετάξει σχετικά άρθρα και νέες κυκλοφορίες, βιβλία στις κυριακάτικες εφημερίδες που φέρνει ο μπαμπάς, βιβλία που θα προτείνουν καλλιτέχνες που παρακολουθείς. Η λίστα που κρατάς χρόνια όλο και μεγαλώνει, όπως και η στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι που μένουν εκεί για μήνες ή και χρόνια…».
Κι όμως, το κάθε κύμα πληροφορίας που φτάνει στον νέο αναγνώστη, είναι τελικά αυτό που τον κρατά σε διαρκή επαγρύπνηση. «Τί να πρωτοδιαβάσει κανείς; Είναι ατελείωτο όλο αυτό, μα φαντάσου να μην ήταν…», συνεχίζει η Βάσω.
Τι συμβαίνει λοιπόν την ώρα της κρίσεως, όταν βρίσκεσαι δηλαδή ενώπιον του βιβλιοπώλη; Ο Αντώνης Ελευθεράκης, είναι ο ιδιοκτήτης του «Κεντριού», βιβλιοπωλείου- ορόσημου στην καρδιά της πλατείας Ναυαρίνου, που αποτελεί στέκι αναγνωστών όλων των ηλικιών. Τον ρωτάω ποια βιβλία προτιμά το νεαρό αναγνωστικό κοινό.
«Ένα μεγάλο μέρος των νέων που έρχεται στο “Κεντρί” ασχολείται με το θέατρο, πολλοί είναι φοιτητές στην σχολή θεάτρου του ΑΠΘ και του ΚΘΒΕ, και για αυτό αναζητούν θεατρικά έργα. Φοιτητές όλων των σχολών ενδιαφέρονται για ποίηση και ιδίως για νεοέλληνες ποιητές: Πρεβεδουράκη, Χριστιανόπουλο, Μέσκο, Μπράβο. Οι φοιτήτριες ειδικά έχουν μια προτίμηση στον Λειβαδίτη. Πολλοί με ρωτάνε να τους προτείνω εγώ βιβλία ποίησης, αλλά είναι αρκετοί που έχουν δική τους άποψη, έρχονται και ξέρουν τι ψάχνουν…».

«Εκείνο που “καίει” τους περισσότερους είναι πώς θα έχουν αυτοπεποίθηση»
Πέρα από τις κλασικές λογοτεχνικές επιλογές, υπάρχει ένα ανερχόμενο είδος, όπως παρατηρεί: «Πολλά νέα παιδιά ενδιαφέρονται για τα λεγόμενα βιβλία αυτοβελτίωσης. Το “Όταν το Σώμα λέει Όχι” του Gabor Mate για παράδειγμα, πουλάει σταθερά αρκετά αντίτυπα». Βασιζόμενος στη μελέτη του παιδικού τραύματος, ο Καναδός Γιατρός και συγγραφέας, διερευνά τις μακροπρόθεσμες συνέπειές του στην σωματική και ψυχολογική υγεία.
«Tα κύρια ερωτήματα που ταλαιπωρούν τους νέους είναι πώς θα επιτύχω, πώς θα βγάλω πολλά χρήματα, πώς θα είμαι ο εαυτός μου. Εκείνο που “καίει” τους περισσότερους είναι πώς θα έχουν αυτοπεποίθηση…». Η συνειδητοποίηση αυτή συνάδει με μια γενικότερη τάση ειδωλοποίησης των “life-coach” που πλημμυρίζουν με συμβουλές τον social mediακό αλγόριθμο των νέων, αντρών κυρίως, χρησιμοποιώντας ουκ ολίγες φορές σεξιστικό και υποτιμητικό λόγο.
«Θα μπορούσαν τα παιδιά αυτά να καταφύγουν στην φιλοσοφία, στον Νίτσε, στον Καζαντζάκη, για να πάρουν τις απαντήσεις που ψάχνουν. Αλλά αντιλαμβάνομαι ότι αυτά δεν είναι τόσο εύκολα αναγνώσματα…», συμπληρώνει κ. Ελευθεράκης.
«Σε όλες εντοπίζω ως κοινό παρονομαστή την επαναστατικότητα που κρύβει μέσα της η ίδια η πράξη της συγγραφής»
Εντοπίζεται και μια άλλη όψη, της ίδιας γενιάς: η Φαίδρα, 22 ετών, τελειόφοιτη του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με ενδιαφέρον στις σπουδές φύλου, επέλεξε ως θέμα για την πτυχιακή της «Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα γύρω από τα γυναικεία αναπαραγωγικά δικαιώματα». Αυτή της η επιλογή ενδεχομένως να δικαιολογείται από την αγάπη που ανέκαθεν έτρεφε για τη φεμινιστική λογοτεχνία. «Αγαπώ ιδιαίτερα τη Βιρτζίνια Γουλφ, τη Σύλβια Πλαθ, τις αδερφές Μπροντέ, την Έμιλι Ντίκινσον, την Τζέιν Όστεν, τη Μέρι Σέλεϊ, την Κλαρίσε Λισπέκτορ. Είτε γράφουν ξεκάθαρα για το γυναικείο ζήτημα είτε το συνυφαίνουν με άλλα πανανθρώπινα ζητήματα, σε όλες εντοπίζω ως κοινό παρονομαστή την επαναστατικότητα που κρύβει μέσα της η ίδια η πράξη της συγγραφής για την καθεμία ξεχωριστά».
Οι παραπάνω αναφορές, θυμίζουν το μανιφέστο της Βιρτζίνια Γουλφ: «αν έχουμε πεντακόσιες λίρες τον χρόνο και ένα δωμάτιο δικό μας η καθεμιά, αν συνηθίσουμε να έχουμε την ελευθερία και το θάρρος να γράφουμε ακριβώς αυτό που σκεφτόμαστε, αν δραπετεύουμε λίγο από το κοινόχρηστο καθιστικό…» έγραφε το 1929, η πρωτοπόρος συγγραφέας.
Πόσες γυναίκες είχαν ένα δικό τους δωμάτιο στην εποχή της Γουλφ; Ελάχιστες. Σήμερα; Ευτυχώς, κάποιες περισσότερες. Κι όμως, παρά τις πρακτικές διαφορές, η γυναικεία οπτική φαίνεται να παραμένει αναλλοίωτη, και η φεμινιστική λογοτεχνία να φέρνει κοντά γυναίκες που έχουν ζήσει σε διαφορετικούς αιώνες. «Διαβάζω έργα γραμμένα από γυναίκες 100 και 200 χρόνια πριν -συχνά με την υπογραφή κάποιου ανδρικού ψευδώνυμου- και αυτά που γράφουν είναι σαν να κοιτάω στον καθρέφτη, Η περιγραφή της γυναικείας ταυτότητας παρότι διαφέρει, είναι ταυτόχρονα οικεία, και αυτή της η οικουμενικότητα την καθιστά βαθιά ανακουφιστική», ολοκληρώνει η Φαίδρα.
Η περίπτωση του Εντουάρ Λουί
Στην λογοτεχνία, μπορεί κανείς να συναντήσει γλαφυρές απεικονίσεις κάθε είδους κοινωνικού ζητήματος: έμφυλου, ψυχολογικού, ταξικού, καθώς και ζητήματα ταυτότητας και σεξουαλικότητας. Η περίπτωση του Εντουάρ Λουί, του Γάλλου συγγραφέα, (που επισκέφτηκε και την Θεσσαλονίκη το 2024 με την sold out εκδήλωση στο πλαίσιο της δράσης Συγγραφείς του Κόσμου Ταξιδεύουν στο Μέγαρο) ξεχωρίζει, καθώς το έργο του περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω.
Η Βίκυ, 24 ετών, σπουδάστρια δραματικής σχολής και εργαζόμενη, μας τον συστήνει λέγοντας: «Τα Χριστούγεννα που υποδεχθήκαμε το 2025 ήταν η περίοδος που ανακάλυψα τον Εντουάρ Λουί. Ήταν έρωτας κεραυνοβόλος: μέχρι το τέλος των εορτών είχα διαβάσει και τα επτά βιβλία του (έπειτα εξέδωσε το όγδοό του). Μέσα από τα βιώματά του και των κοντινών του ανθρώπων θίγει θέματα που μας αφορούν στη σύγχρονη εποχή. Ανάμεσά τους η θέση της γυναίκας, η σεξουαλικότητα, η πολιτική ευθύνη, η φτώχεια, το μπούλινγκ, η περιθωριοποίηση, ο ελιτισμός, οι ανθρώπινες σχέσεις».
Δεν είναι μόνο η πληθώρα των θεμάτων που θίγει ο Λουί, αλλά και η απλότητα της γραφής του που επιτρέπει να τον διαβάζεις απνευστί και να επιστρέφεις εξίσου εύκολα στα κείμενά του. «Ο βιωματικός τρόπος προσέγγισής, η αμεσότητα του λόγου του και η ενσυναίσθησή του καθιστούν το έργο του κατανοητό και προσιτό σε όλους». Κατανοητός λοιπόν, πόσο μάλλον στην νέα γενιά, αφού όντας ο ίδιος μόλις 33 ετών, μιλάει την γλώσσα της.
«Aν φέρναμε την Coleen Hoover, η GenZ θα αποτελούσε το 99% του κοινού»

Είναι πολλές οι εμπειρίες για βιβλιόφιλους σαν αυτή με τον Λουί στην Θεσσαλονίκη. Το βιβλιοπωλείο Κωνσταντινίδης επί της οδού Μητροπόλεως, γεμίζει συχνότατα το ξακουστό πατάρι του με αφορμή παρουσιάσεις βιβλίων, επισκέψεις συγγραφέων από την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό. Ο ιδιοκτήτης, Ευριπίδης Κωνσταντινίδης, περιγράφει σε ποια δρώμενα επέλεξαν μέλη της γενιάς Z να παρευρεθούν.
«Θα έλεγα ότι η GenZ σπεύδει κυρίως στις παρουσιάσεις από τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τα crime novels. Όταν ήρθε ο Jo Nesbo είχε πάρα πολύ κόσμο, νεολαία, όπως και στον Sebastian Fitzek. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, καθώς αυτοί οι δύο μοιάζουν και συχνά μοιράζονται το αναγνωστικό κοινό τους. Πιστεύω βέβαια αν φέρναμε την Coleen Hoover, η GenZ θα αποτελούσε το 99% του κοινού!», μου λέει.
«Δεν θα ξεχάσω την παρουσίαση του Alex Michaelides το 2024. Η GenZ εκεί όχι μόνο γέμισε τον χώρο μας, αλλά έκαναν και πάρα πολύ ωραίες ερωτήσεις στον συγγραφέα. Ήταν ψαγμένες, εγώ δεν θα τις σκεφτόμουν. Με εντυπωσίασαν. Η γενιά αυτή γενικά με εντυπωσιάζει γιατί όποτε έρχεται στις εκδηλώσεις δεν παρακολουθεί απλά, αλλά συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση». Η ανάγνωση είναι μια διαδικασία που μπορεί να μην αρκεί · αλλά να συμπληρώνεται από την εξωστρέφεια. Η GenZ φαίνεται να μοιράζεται αυτά που διαβάζει, μέσα από την παρουσία της σε εκδηλώσεις, συζητήσεις ή ακόμα και στα social media, ενισχύοντας έτσι την κοινωνική διάσταση της ανάγνωσης.
Από το «τι» στο «γιατί»
Με την απόκτηση μιας πρώτης εικόνας για το τι διαβάζουν οι νέοι, προκύπτει ένα επακόλουθο ερώτημα, που αφορά το γιατί -σε μια εποχή προσφοράς αμέτρητων εναλλακτικών δραστηριοτήτων- επιλέγουν να διαβάζουν. «Είναι η ανάγκη μου για εξηγήσεις ή η ανάγκη μου για απόδραση;» αναρωτιέται ο Αιμίλιος, 27 ετών, δικηγόρος που πρόσφατα επέστρεψε από μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο.
Η νέα γενιά μεγαλώνει και εισέρχεται σταδιακά στον πραγματικό, καινούριο για αυτήν, κόσμο, που ιδιαίτερα θαυμαστός δεν είναι. Σε μια απόπειρα λοιπόν να τον ερμηνεύσει, αναζητά απαντήσεις σε κάθε είδους ανάγνωσμα: «Στην πρώτη περίπτωση ο κόσμος όπως τον βιώνει και τον ερμηνεύει ο Τόμας Μανν, η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ή η Σούζαν Σόνταγκ αποκτά διαφορετικές μορφές και είναι δυσνόητος σαν κινούμενος στόχος που συνεχώς μου ξεφεύγει. Δανείζομαι τις δικές τους λέξεις για να τον εξηγήσω, όπως ο Διονύσιος Σολωμός αγόραζε λέξεις από τους χωρικούς στη Ζάκυνθο…», μου αφηγείται ο Αιμίλιος.
Όσο σημαντική κι αν είναι η αλήθεια, η επιθυμία κανείς να δραπετεύει σε μέρη υπερβατικά, παραμένει: «Όταν λοιπόν εξηγήσεις δεν προσφέρονται, απευθύνομαι στους φανταστικούς κόσμους του Τόλκιν, του Μάρτιν ή της Ούρσουλα Λε Γκεν και ξεφεύγω μέσα από τις δικές τους λέξεις, πολεμάω με δράκους και λύνω γρίφους μαζί με τους ήρωες μέχρι τελικά να πλάσω τον προσωπικό μου φανταστικό κόσμο, ένα αμάλγαμα που θυμίζει Μέση Γη, Γουέστερος και Χόγκουαρτς». Η δύναμη της λογοτεχνίας, της τέχνης εν γένει, έγκειται στο ότι πέρα από το να προσδιορίσει την πραγματικότητα, έχει την ικανότητα να την ξεπεράσει.
Ίσως πράγματι η λέξη ανάγκη, να είναι η κατάλληλη για να προσδιορίσει τον λόγο που ακόμη μία νέα γενιά στρέφεται προς την λογοτεχνία. Καθώς μόλις κανείς ανακαλύπτει το σωστό βιβλίο, με τους τόσο προσωπικούς όρους που οδηγούν στην αγάπη, γεννιέται μια βαθιά και ειλικρινής ανάγκη για διάβασμα και έκφραση. Οι νέας γενιάς (βιβλιο)φίλοι που συνεισέφεραν στο εν λόγω άρθρο για παράδειγμα, μου απάντησαν γραπτώς με κείμενα υπέροχα. Έτσι μου επιβεβαιώθηκε, πως όποιος από κάθε γενιά, επιθυμεί ή και προορίζεται για να διαβάσει, να γράψει και να δημιουργήσει, θα το κάνει.





