Είναι πιθανόν ο τίτλος να παραπέμπει στη δραστηριότητα των ανηλίκων στα social media. Όχι πως αυτό το θέμα δεν είναι σημαντικό, αλλά εμείς θέλουμε να επικεντρωθούμε σε ένα άλλο ζήτημα, για το οποίο γίνεται από ελάχιστη, έως καθόλου συζήτηση.
Μιλάμε για την έκθεση των παιδιών στα social media από τους ενήλικες γύρω τους
Είναι φαινόμενο των καιρών ούτως ή άλλως να κάνει κανείς vlog ή stories με την καθημερινότητά του, μετατρέποντας τη ζωή του σε βίντεο, εάν έχει ένα κοινό να τον (παρ)ακολουθεί. Είναι μια ωραία κίνηση αν θες να κρατάς συντροφιά σε κάποιον και να τον κάνεις να γελάει, αλλά ίσως να γίνεται και ναρκισσιστικό πολλές φορές, χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Κι αυτό διότι εμείς, ως θεατές, βλέπουμε μια πολύ όμορφη κατάσταση στην οθόνη μας, αλλά ξεχνάμε πως για να φτάσει αυτή στα χέρια μας, πέρασε από μια χρονοβόρα διαδικασία, αυτή της καταγραφής, της επεξεργασίας και της ανάρτησης. Ξεχνάμε πως αυτό που βλέπουμε δεν είναι ούτε αυθόρμητο ούτε τυχαίο, αλλά αυτός ο άνθρωπος επέλεξε για κάποιον λόγο να δείξει τη ζωή του σε αγνώστους. Αν δεν είναι καλή η ζωή που δείχνει, από αγνώστους περιμένει τη στήριξη;
Αν είναι καλή η ζωή του, τόσο σπουδαίο θεωρεί τον εαυτό του που θέλει να γίνει παράδειγμα; Και δεν μιλάμε για σατιρικά βίντεο που θέλουν να κάνουν τον κόσμο χαρούμενο, αλλά για βίντεο που απλά δείχνουν την καθημερινότητα κάποιου. Το ευτυχές σενάριο είναι απλά να θέλει παρέα, ή να γίνει επαγγελματίας στα social. Εάν αφορά μόνο τον εαυτό του, είναι δικό του ζήτημα, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι όταν αναρτώνται στιγμές άλλων ανθρώπων, συνήθως χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Δηλαδή πρόσωπα ή φωνές παιδιών, από γονείς ή -ακόμη χειρότερα- από δασκάλους!
Το σπίτι ή τάξη ενός παιδιού δεν είναι στούντιο. Το πρόσωπο ή έστω η φωνή του δεν είναι προϊόν. Η ζωή του δεν είναι ριάλιτι!
Καταρχάς, με αυτές τις δημοσιοποιήσεις ο οποιοσδήποτε κακοπροαίρετος δύναται να καταχραστεί τα δεδομένα των παιδιών, που του παρέχονται και απλόχερα, για οποιονδήποτε σκοπό τα θέλει, ειδικά στην εποχή του A.I.
Επιπλέον, όμως, το ακόμη χειρότερο είναι πως για «να πετύχει» ο εκάστοτε ενήλικας την ιδανική στιγμή προς ανάρτηση, την ιδανική «φάση», προφανώς ασχολείται μόνο με την οθόνη του. Οπότε, πέραν του ότι το παιδί πρέπει να νιώσει προϊόν για να πάρει προσοχή και αγάπη, δεν γνωρίζει καν κηδεμόνα, παρά μόνο μία κάμερα!
Βλέπουμε γονείς να βάζουν τα παιδιά τους να κάνουν giveaway και να προσποιούνται ότι είναι χαρούμενα, ή γονείς να βιντεοσκοπούν τα παιδιά τους που πέφτουν και χτυπάνε και να μην κάνουν τίποτα. Αντ΄αυτού, ανεβάζουν το σκηνικό, στο οποίο απλά τα βλέπουν και γελάνε. Σαν να είναι και οι ίδιοι θεατές από απόσταση και όχι πρωταγωνιστές στη ζωή των παιδιών τους.
Οπότε, βλέπουμε και παιδιά που πρέπει να βγάζουν κάτι «εμπορικό» προς τα έξω, ή να παθαίνουν κάτι αξιοσημείωτο για να παίρνουν προσοχή. Αυτά τα παιδιά όταν μεγαλώσουν είναι πολύ πιθανό να αναζητούν με τοξικότατο και χειριστικό τρόπο την προσοχή και την επιβεβαίωση, ακόμη κι αν χρειαστεί να γίνουν αυτοκαταστροφικοί ενήλικες για να το πετύχουν, τραυματίζοντας λόγου χάρη τον εαυτό τους.
Ακόμη, βλέπουμε δασκάλους να ενθουσιάζουν και να κάνουν δώρα και εκπλήξεις στα παιδιά μόνο τη στιγμή της λήψης. Ή, άκουσον-άκουσον, να αναρτούν κομμάτια των πολύ προσωπικών συζητήσεων και απόψεων των παιδιών μέσα στην τάξη! Από κάτω, στα σχόλια, τους συγχαίρουν για τον επαγγελματισμό τους.
Τα ερωτήματα είναι:
Στην περίπτωση των γονέων, τόσο τέλεια βλέπουν τα παιδιά τους που θέλουν να τα μοιράζονται και με άλλους;
Μάλλον είναι τέλειοι και οι ίδιοι, οπότε υπάρχει μια κληρονομικότητα.
Στην περίπτωση των δασκάλων, τόσο σπουδαίοι επαγγελματίες νιώθουν που θέλουν να μοιράσουν τη γνώση;
Ή απλά θέλουν πολύ την επιβεβαίωση από κάπου.
Πάντως, αν όντως κάποιος θέλει να βοηθήσει τους υπόλοιπους με τα βιώματά του, μπορεί να μιλήσει μόνος του στην κάμερα σε δεύτερο χρόνο και να μοιραστεί την εμπειρία του, εξιστορώντας τα γεγονότα, είτε ως γονέας είτε ως δάσκαλος ή και τα δύο. Όχι όμως εκθέτοντας τα παιδιά. Για κάποιον λόγο έχει αποφασιστεί να μπαίνουν “φατσούλες” στα πρόσωπά τους. Είναι γνωστό πως ό,τι ανεβαίνει στο ίντερνετ, δεν κατεβαίνει ποτέ.
Το τελευταίο, βέβαια, και ίσως πιο τρομακτικό από όλα, είναι η αντίδραση του κοινού. Ή μάλλον η ανύπαρκτη αντίδραση του κοινού. Γέλια μαζί με τους γονείς που γελάνε με τα παιδιά τους, χειροκροτήματα στους δασκάλους. Κανείς δεν συνειδητοποιεί πως δεν είναι πραγματικά εκεί. Όλα τα βλέπει μέσω μιας κάμερας, ενός φίλτρου, ενός ενδιάμεσου ματιού. Και βλέπει μόνο αυτά που ο ενήλικας επιλέγει να δείξει.
Κανένας «θεατής» δεν διερωτάται τον λόγο που αυτός ο ενήλικας επιλέγει να δείξει κάτι δημόσια (αν μπορούμε να τον αποκαλέσουμε θεατή, διότι ο θεατής πάντα χρειάζεται ένα θέαμα. Ίσως είναι τρομακτικό το τι θεωρούμε θέαμα σήμερα). Όσο, όμως, ο θεατής τροφοδοτεί με διθυραμβικές αντιδράσεις, τόσο ο θύτης -γιατί θύτης γίνεται- συνεχίζει. Κι όσο αυτή η κατάσταση καταλήγει σε marketing, τόσο και ο θεατής μετά έχει την απαίτηση για το αντίστοιχο, «διασκεδαστικό» περιεχόμενο. Μόνο που τα παιδιά δεν είναι κλόουν.
Δεν γνωρίζουμε πώς μπορεί να σταματήσει όλο αυτό. Η μόνη αρχή είναι να συνειδητοποιήσουμε τι γίνεται από πίσω. Σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις πάντως, έστω στις πιο έντονες, ίσως θα έπρεπε να παρεμβαίνει εισαγγελέας.
Τα παιδιά μπορεί να επηρεάζουν καταλυτικά τη ζωή μας, αλλά δεν είναι influencers.








