Το 2026 βρίσκει τη Βενεζουέλα στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής έπειτα από τη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία αφορούσε τη σύλληψη του προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο.
Το γεγονός σηματοδοτεί μια νέα σελίδα για τη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Συγκεκριμένα, η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση περιλάμβανε συντονισμένα πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κέντρα ελέγχου της αεράμυνας της Βενεζουέλας.
Στόχος των πρώτων επιθέσεων ήταν η δημιουργία «διαδρόμων ασφαλείας» για την είσοδο ειδικών δυνάμεων κοντά στο Καράκας και ειδικότερα γύρω από το στρατιωτικό συγκρότημα Fort Tiuna. Ελικόπτερα προσγειώθηκαν στο Fort Tiuna εν μέσω ανταλλαγής πυρών με τη βενεζουελάνικη αεράμυνα, επιχειρώντας την ταχύτερη δυνατή απομάκρυνση του Μαδούρο και της συζύγου του. Ο Μαδούρο μεταφέρθηκε σε αμερικανικό πλοίο και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, όπου κρατείται αντιμετωπίζοντας κατηγορίες που σχετίζονται με εμπορία ναρκωτικών, όπλα και συνωμοσία για επίθεση κατά των ΗΠΑ.
Η αλήθεια είναι πως πριν τη σύλληψη του Μαδούρο, η χώρα βρισκόταν ήδη σε πολιτική και κοινωνική κρίση. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση είχε δημιουργήσει βαθιές διαιρέσεις στη χώρα, ενώ το κράτος βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στον στρατό για τη διατήρηση της τάξης. Παράλληλα, η οικονομική κατάρρευση, ο υπερπληθωρισμός και η μείωση της παραγωγής πετρελαίου είχαν οδηγήσει εκατομμύρια πολίτες στη φτώχεια ή στη μετανάστευση. Το περιβάλλον αυτό κάνει οποιαδήποτε αλλαγή ηγεσίας ιδιαίτερα δύσκολη.
Είναι προφανές πως η σύλληψη Μαδούρο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο που συνδυάζει γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακά συμφέροντα και εσωτερική πολιτική αναδιάταξη στη Βενεζουέλα. Το κατά πόσο ο στρατός, τα θεσμικά όργανα και η κοινωνία της χώρας θα αποδεχθούν τη νέα κατάσταση παραμένει ερώτημα.
Σαφώς, η στρατιωτική αυτή επιχείρηση δεν ήταν τυχαία. Όπως προαναφέρθηκε η σύλληψη αφορά γεωπολιτικά συμφέροντα . Η χώρα διαθέτει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και στρατηγική θέση, γεγονός που την καθιστά σημαντική για πολλές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Βενεζουέλα αποτελούσε πηγή αστάθειας με επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια και στην αγορά πετρελαίου.
Η απομάκρυνση του Μαδούρο θα μπορούσε να σημάνει επαναφορά της αμερικανικής επιρροής σε μια περιοχή όπου η Ουάσινγκτον ιστορικά διεκδικούσε σημαντικό ρόλο. Κάθε κίνηση που επηρεάζει την ηγεσία της Βενεζουέλας έχει πιθανές συνέπειες για τη διεθνή αγορά πετρελαίου και τις σχέσεις μεγάλων δυνάμεων.
Η επέμβαση προκάλεσε συζητήσεις στη διεθνή κοινότητα. Ο ΟΗΕ, παρότι δεν καταδίκασε ευθέως την επιχείρηση, τόνισε την ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας των κρατών και του διεθνούς δικαίου. Χώρες, όπως η Ρωσία και η Κίνα χαρακτήρισαν την απομάκρυνση του Μαδούρο ως ενέργεια που δημιουργεί επικίνδυνα προηγούμενα.
Αντίθετα, ορισμένες δυτικές χώρες στάθηκαν πιο ουδέτερες, προκρίνοντας την ανάγκη για σταθερότητα και ειρηνική μετάβαση. Οι διαφορετικές αντιδράσεις δείχνουν ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη Βενεζουέλα, αλλά και τον τρόπο που λειτουργεί η διεθνής τάξη και οι ισορροπίες ισχύος στις διεθνείς σχέσεις.
Η σύλληψη του Μαδούρο προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για το διεθνές δίκαιο και την κυριαρχία ενός κράτους. Το γεγονός ότι η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς ευρεία διεθνή έγκριση εγείρει ερωτήματα για το αν η ισχύς προηγείται της νομικής νομιμότητας και των διεθνών κανόνων.
Σύμφωνα με τις βασικές αρχές, καμία χώρα δεν μπορεί να παρέμβει στρατιωτικά σε ξένο έδαφος χωρίς νομική άδεια ή έγκριση διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ. Η απουσία ευρείας διεθνούς νομιμοποίησης για την επιχείρηση αφήνει ένα κενό όσον αφορά τη νομιμότητα, κάτι που δεν αφορά μόνο νομικά ζητήματα, αλλά και την ηθική διάσταση. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν η πράξη ήταν νόμιμη ή παράνομη, αλλά και πώς οι ενέργειες αυτές επηρεάζουν ανθρώπους που ζουν καθημερινά σε μια ασταθή χώρα.
Η πιθανή αλλαγή στην ηγεσία φέρνει αβεβαιότητα για τη μετάβαση της εξουσίας. Από τη μία, οι ΗΠΑ φαίνεται ότι επιδιώκουν μια «ασφαλή» αλλαγή με τη συνεργασία ή την ανοχή του στρατού. Από την άλλη, στη Βενεζουέλα υπάρχουν ακόμα ισχυρά τμήματα του στρατού και του κρατικού μηχανισμού που υποστηρίζουν τον Μαδούρο, γεγονός που καθιστά αβέβαιο το πόσο θα αποδεχτούν οι πολίτες και οι θεσμοί τη νέα κατάσταση.
Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα είναι σαφή τα ερωτήματα που γεννιούνται γύρω από το διεθνές δίκαιο και την νομιμότητα. Εξίσου σημαντική είναι όμως και η επιρροή που ασκείται στον απλό πολίτη που δεν συμμετέχει σε αποφάσεις, αλλά υφίσταται τα αποτελέσματα τους.
Η κοινωνία της Βενεζουέλας βρίσκεται επί χρόνια αντιμέτωπη με την οικονομική κατάρρευση, την πολιτική πόλωση και τη φυγή εκατομμυρίων ανθρώπων. Επομένως, χρειάζεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θεσμική σταθερότητα και διεθνή στήριξη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα αλλάξει η πολιτική ηγεσία, αλλά αν θα αλλάξει πραγματικά η καθημερινότητα των πολιτών.







