Θωμάς Ιωάννου: «Η ομορφιά της ποίησης είναι ότι ο καθένας μεταφράζει ένα ποίημα στα μέτρα του»

ποίηση

Με μεγάλη μας χαρά φιλοξενούμε στην στήλη μας τον ποιητή Θωμά Ιωάννου.

Η ποίηση του κινείται ανάμεσα στη γλώσσα και την εικόνα, στον τόπο και τη μνήμη, στο παρόν και σε μια διαρκή συνομιλία με τους ποιητές που προηγήθηκαν. Γιατρός στο επάγγελμα και ποιητής από ανάγκη εσωτερική, ο Θωμάς Ιωάννου επιστρέφει δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του συλλογή σε έναν κόσμο λέξεων που δεν διεκδικεί σκοπιμότητα, αλλά ουσία.

Από την πρώτη ποιητική εικόνα που τον σημάδεψε –την «Ξανθούλα» του Σολωμού– μέχρι την Πρέβεζα του Καρυωτάκη, τη μουσική του Άλκη Αλκαίου και τις συνομιλίες με τον Κάλβο, τον Ελύτη ή την Τσβετάγιεβα, η συζήτησή μας ξετυλίγεται σαν μια χαρτογράφηση επιρροών και βιωμάτων.

Μιλήσαμε για την ποίηση ως πράξη ευθύνης, για τον χρόνο που χρειάζονται τα βιβλία για να ωριμάσουν, για το αναγνωστικό κοινό που ανανεώνεται – και για εκείνη τη μυστική, προσωπική σχέση που δημιουργείται όταν ένα ποίημά του βρίσκει θέση σε κάποιο κομοδίνο.

 

– Θυμάστε ποιο είναι το πρώτο ποίημα ή ο πρώτος ποιητής που διαβάσατε πρώτη φορά; Πώς γεννήθηκε αυτή η κλίση σας προς την ποίηση;

– Μάλλον την «Ξανθούλα» του Σολωμού απ’ όσο θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μου άρεσε η εικόνα, το μαντήλι. Έχω και μια αναφορά σ’ αυτό το «δάκρυσαν οι φίλοι δάκρυσα κι εγώ» και χάνεται κάπως η βάρκα με την κοπέλα την ξανθούλα και συμπάσχει και αυτός με αυτό το δράμα που φεύγει. Αυτή η εικόνα μου έχει μείνει.

– Πότε σας γεννήθηκε η ανάγκη να γράψετε το πρώτο σας ποίημα;

-Αν θυμάμαι καλά, ήταν κάπου στην A’ γυμνασίου, δηλαδή 13 χρονών νομίζω, με αφορμή κάποιο ιστορικό γεγονός. Ήταν ένα ποίημα ιστορικής υφής, κάτι με τον Μέγα Αλέξανδρο νομίζω γιατί εκείνη την εποχή είχαμε τα θέματα με τη Μακεδονία. Έχω ένα ποίημα που λέω για τον Αλέξανδρο, που παίζει με το ποίημα του Καβάφη, σαν αντίλογος. Οι πρώτες επαφές ουσιαστικά επανέρχονται στο βιβλίο, δηλαδή και η ξανθούλα κάπως επανέρχεται μέσα μου.

– Εσείς, γενικά, επηρεάζεστε περισσότερο από τις εικόνες που βλέπετε ή από τις λέξεις που διαβάζετε;

– Καμιά φορά το ίδιο το θέμα σου επιβάλλεται με έναν τρόπο. Δηλαδή είναι μια εικόνα που μπορεί να σου καρφωθεί στο μυαλό οπότε σε αναγκάζει να βάλεις εσύ υπότιτλο και να πεις τα λόγια ή μια φράση, όχι μόνο που διαβάζεις αλλά και που ακούς, να σου είπε κάποιος, ένα προσωπικό βίωμα, ένας φίλος, ο πατέρας ή η μάνα σου. Αυτό να δουλεύει σε έναν δεύτερο χρόνο, οπότε και λεκτικά και εικονικά είναι τα ερεθίσματα, αλλά νομίζω ότι είμαι πιο πολύ γλωσσοκεντρικός. Δηλαδή και στα τραγούδια που άκουγα φρόντιζα τον στίχο να τον μάθω απ έξω. Άλλωστε και οι λέξεις γεννάνε εικόνες, οπότε είναι λίγο αμφίδρομα όλα αυτά.

– Μιας και μιλήσαμε για τραγούδια, ξεχωρίζετε κάποιον καλλιτέχνη;

– Στην εφηβεία μεγαλώνοντας, μου άρεσαν ιδιαίτερα οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου, επειδή ήταν και από την ευρύτερη περιοχή είχα μεγαλώσει, την Πρέβεζα. Γύρω από αυτόν για μένα υπήρχε μια αίσθηση να θέλω κι εγώ να γράψω κάτι. Σε πιο μικρή ηλικία, τα βιβλία φαίνονται πιο περίκλειστα σε έναν νέο, όμως μέσω του οχήματος της μουσικής φτάνει πιο εύκολα σε σένα και σε κινητοποιεί περισσότερο.

– Η Πρέβεζα, ο τόπος σας, τι ερεθίσματα δίνει σε εσάς και στην ποίηση σας;

– Η Πρέβεζα είναι ένας τόπος που είναι λίγο φορτισμένος, λόγω του Καρυωτάκη. Αυτό είναι αναπόφευκτο, μεγαλώνεις με αυτό το γεγονός. Παλιά θεωρούνταν και στίγμα για την πόλη, ήταν λίγο αρνητικό.

– Είναι η Πρέβεζα και ποιητικά στίγματισμένη…

– Είναι ένα διαρκές σύμβολο η Πρέβεζα. Και πολλοί που δεν έχουν καμία σχέση μαζί της έχουν γράψει ποιήματα για αυτήν. Αλλά εγώ πιστεύω ότι αυτό στίγμα έχει και μια διπλή έννοια. Είναι και ένα ευγενές στίγμα, την κάνει διακριτή, ξεχωριστή. Ένα γεωγραφικό στίγμα που δίνει μια συντεταγμένη, ένας τόπος απτός κάπως και συμβολικός.

– Ουσιαστικά ο Καρυωτάκης έζησε λίγο στην Πρέβεζα…

32 μέρες και αυτοκτόνησε 32 χρονών. Ωραία σύμπτωση. Πριν τη σταυρική ηλικία ή την ηλικία του Μεγάλου Αλεξάνδρου που αναφέραμε προηγουμένως.

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

– Εσείς για τον Καρυωτάκη πότε ακούσατε πρώτη φορά; Ως παιδί ουσιαστικά πότε «γνωριστήκατε» με αυτό το στίγμα;

– Μάλλον στο σχολείο. Θυμάμαι ότι μας είχαν δώσει στο σχολείο για εργασία να πάρουμε μια συνέντευξη από τη σπιτονοικοκυρά που της είχε νοικιάσει την κάμαρα ο Καρυωτάκης.  Η γιαγιά όμως ήταν μιας προχωρημένης ηλικίας και κάπως τα μπέρδευε. Εμείς πιο πολύ πειράζαμε ο ένας τον άλλον και δεν δίναμε βάση σε αυτά που έλεγε.

Θυμάμαι ότι είχαμε πάει στο σπίτι, αλλά το θυμάμαι πολύ αχνά και τότε δεν είχα δώσει και βάση. Δεν ήταν η πρώτη επιρροή, ούτε πρόλαβα κάποιον άνθρωπο που ζούσε και τον πρόλαβε. Δεν είχα ενδιαφερθεί τότε, δεν το είχα ψάξει. Απλώς υπήρχε, ήταν ένα θέμα συζήτησης.

– Άρα ο πρώτος ποιητής που δώσατε ουσιαστικά βάση δεν ήταν ο Καρυωτάκης…

– Στην αρχή, με είχε συγκινήσει πολύ ο Οδυσσέας Ελύτης που είναι κάπως αντίποδας με τον Καρυωτάκη. Μου είχε δημιουργήσει μια μέθεξη με τη γλώσσα σου, με τις αισθήσεις. Οπότε όταν είσαι και πιο νέος είναι ίσως πιο κατάλληλος ποιητής να σε μπάσει στο κλίμα, έχει αυτήν την παντοδυναμία του λόγου. Ενώ έχω μια συνομιλία πάντα με τον Καρυωτάκη, ποτέ δεν ξεκίνησα να διαβάζω τον Καρυωτάκη. Προέκυψε.

«Όπως στην ιατρική, έτσι και στη γραφή έχεις μια ανάληψη πνευματικής ευθύνης»

– Και αφού αναφερθήκαμε στο παρελθόν, πάμε και στο παρόν. Η ιατρική πως συνδυάζεται με την ποίηση;

– Τώρα επειδή είστε και οι δύο της νομικής πρέπει να σας αναφέρω πως ήμουν μεταξύ ιατρικής και νομικής! Είχα αυτή την ταλάντευση αλλά τελικά πήγα ιατρική, μου είχε φανεί πιο ενδιαφέρον και αρκετά challenging. Είναι μεν θετική η Ιατρική, αλλά έχει ας πούμε και ένα σκέλος πιο Humanistic, μου φάνηκε έτσι μια ισορροπημένη επιλογή.

Η ιατρική με έχει βοηθήσει, σου δίνει μια αναγκαία γείωση σε κάποια πράγματα. Δηλαδή στη γραφή μπορεί να σε κάνει να εστιάσεις στα ουσιώδη, σε βοηθάει κάπως να είσαι πιο πρακτικός και να πρέπει να πάρεις μια απόφαση. Όπως στην ιατρική, έτσι και στη γραφή έχεις μια ανάληψη πνευματικής ευθύνης. Όταν καλείσαι να πάρεις μια απόφαση, πρέπει να ζυγίσεις το βάρος της απόφασης, μετριάζεις τα λόγια σου, και τις πράξεις σου. 

– Είναι για εσάς η ποίηση ένας τρόπος διαφυγής από την πίεση της καθημερινότητας και από τη δουλειά σας; Δεν ξέρω βέβαια αν θεωρείτε και τη γραφή επάγγελμα…

– Επάγγελμα δεν είναι η γραφή. Δεν μπορεί να είναι και λόγω περιορισμένου αναγνωστικού κοινού. Θέλει πάρα πολλή δουλειά, η οποία δεν πληρώνεται με κάποιο τρόπο. Δηλαδή, αν κάποιος κοπιάσει στην ιατρική μπορεί να ανταμειφθεί και υλικά. Η γραφή είναι μια πολύ σκληρή συνθήκη πνευματικής εργασίας, αλλά δεν έχει ανταμοιβή υλική. Και όταν υπάρχει μια συνεχής πίεση χρόνου, κάτι που ζείτε κι εσείς, περιορίζεται πολύ ο χρόνος δεν ξέρεις μετά τι μπορείς να δώσεις στο κοινό.

Ίσως καλό είναι που δεν είναι επάγγελμα, γιατί γράφεις αυτό που θέλεις, κάνεις του κεφαλιού σου χωρίς να πρέπει να χαϊδέψεις τα αυτιά του κοινού. Το κοινό είναι τεχνητός όρος, αν είναι να γίνεις δέσμιος μπορείς να βγάζεις κάθε χρόνο ένα βιβλίο και να περιμένεις να συντηρήσεις ένα κοινό. Αυτό είναι καλό για εσένα και την επιβίωσή σου αλλά δεν νομίζω ότι σε οδηγεί κάπου δημιουργικά.

«Το δικό μου βιβλίο μπορεί να είναι Ανάξιον Εστί»

– Υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση ανάμεσα στις δύο ποιητικές συλλογές σας;

– Ναι, 14 χρόνια και χαριτολογώντας θα πω πως τόσο έκανε για να βγάλει το «Άξιον Εστί» ο Ελύτης. Το δικό μου βιβλίο μπορεί να είναι «Ανάξιον Εστί»! 

– Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι ανανεώθηκε και το κοινό σας.

– Ναι, ανανεώθηκε και το κοινό. Είστε άλλωστε κι εσείς κομμάτι της ανανέωσης του κοινού. Σκεφτείτε ότι τα πρώτα βιβλία όταν είχα τυπώσει τότε, είχα στείλει σε κάποιους τιμής ένεκεν. Έχουν πεθάνει σχεδόν όλοι.

– Ξέρουμε κανέναν;

-Ναι, Γιάννης Δάλλας, Βύρων Λεοντάρης, Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Κοντός, Μάνος Ελευθερίου.

Μου είχαν όλοι απαντήσει κι έτσι είχαμε μια επαφή. Το βιβλίο που βγήκε τώρα νιώθω ότι είναι σαν να στέλνουμε γράμματα, σαν να μιλάς στους νεκρούς. Όσο κι αν φαίνεται μακάβριο, είναι μία συνομιλία και με τους νεκρούς.

-Όταν βγήκε το πρώτο σας βιβλίο, Ιπποκράτους 15, είχαμε πολλούς παλιούς ποιητές εν ζωή. Το 2011 ζούσε ακόμα η Κική Δημουλά, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος…

– Πρόλαβα και αυτούς, ναι. Τον Γιάννη Βαρβέρη δεν πρόλαβα οριακά, αλλά με όλους αυτούς που αναφέραμε είχα μία επικοινωνία. Με κάποιους περισσότερο, με κάποιους λιγότερο. Αλλά, όντως το κοινό ανανεώνεται, μεσολάβησε πολύ μεγάλο διάστημα, αλλά έγραφα και άλλα πράγματα παράλληλα.

Πιστεύω ότι κάθε βιβλίο κλείνει και ένα βιολογικό κύκλο, έναν κύκλο βιωματικό, ίσως και αλλαζεις και πίστες. Αλλιώς είναι να είσαι φοιτητής, όταν τα γράφεις και αλλιώς στον εργασιακό στίβο. Αλλάζεις πόλεις, κλείνεις κάποιους κύκλους.

Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

– Με αφορμή τις πόλεις, στη Θεσσαλονίκη έρχεστε συχνά;

– Έρχομαι, είναι οι φίλοι μου από εδώ. Έχω ζήσει δύο χρόνια εδώ, από το 2009 έως το 2011. Έκανα ένα κομμάτι ειδικότητας εδώ, την αγαπάω πολύ τη Θεσσαλονίκη, όσο κλισέ κι αν ακούγεται ειδικά στα δικά σας αυτιά. Έχει θάλασσα βασικά, που εγώ έχω μεγαλώσει με θάλασσα. Στην Αθήνα που ήμουν φοιτητής, μου έλειπε ότι δεν είχε θάλασσα. Αλλά την αγαπάω και την Αθήνα. Το «Ιπποκράτους 15» είναι η οδός της φοιτητικής λέσχης του πανεπιστημίου. Τη Θεσσαλονίκη την βλέπω σαν μια μικρή και μεγάλη πόλη ταυτόχρονα, είναι ανθρώπινη.

– Παλιά υπήρχε όμως το επάγγελμα ποιητής. Υπήρχαν άνθρωποι που ασχολούνταν μόνο με την ποίηση. Αν τώρα έρθει κάποιος στην ηλικία μας και πει «εγώ θα γίνω ποιητής» πολύς κόσμος μπορεί να γελάσει.

– Δεν είναι επάγγελμα. Μου φαίνεται λίγο γελοίο, όταν βλέπω στα social media να γράφουν ότι δουλεύουν «Poet» στην εταιρεία τάδε. Καταλαβαίνω ότι είναι μια δουλειά που μπορεί να σε απασχολεί 24 ώρες.

Όταν όλη η καθημερινότητά σου είναι γύρω από αυτό προσπαθείς να αποκτήσεις και κάποιο κοινωνικό στάτους, νομίζω βοηθάει να έχεις και κάτι άλλο. Θα μου πεις τώρα αν είσαι τραγουδοποιός ζεις από το τραγούδι, γιατί όχι από την ποίηση;

Η Δημουλά είχε ένα γκελ και ήταν γνωστή και σε ευρύτερα στρώματα. Ξεκίνησε από στόμα σε στόμα μεταξύ των ποιητών, αλλά μόνο από τα βιβλία της δεν θα μπορούσε να ζήσει η Δημουλά. 

Ο Σεφέρης τη «Στροφή» την έβγαλε σε 200 αντίτυπα. Κι ο Ελύτης όταν πήρε το Νόμπελ (όπως μας το μαρτυρεί ο Σαχτούρης) επειδή συντηρούνταν από την οικογένειά του, είπε πως «τώρα μπορούν να το βουλώσουν».

Δεν είναι μόνο τα οικονομικά που περιλαμβάνει το Νόμπελ. Κατάλαβαν ότι έκανε κάτι σημαντικό. Πλέον δεν θεωρείται κάτι παρακατιανό με την έννοια αυτή. Θεωρείται ίσως και να κοινωνικό αξεσουάρ, αλλά η ποίηση είναι κάτι πέρα από αυτά.

Έλεγε ο Παπαγεωργίου ότι η ποίηση είναι ένα σκοπός χωρίς σκοπιμότητα. Είναι ένα σκοπός με ευρύτερη αποστολή. Κάτι που σε κινητοποιεί αλλά δεν έχει κάποια σκοπιμότητα.

– Μετά από δεκατέσσερα χρόνια πώς ήρθε η έμπνευση;

– Τα δούλευα παράλληλα. Μερικά ποιήματα είναι γραμμένα το ‘16, δηλαδή με μια δεκαετία απόσταση. Επέστρεψα και στην Πρέβεζα, οπότε άρχισε ο τόπος να αποκτά και ένα πιο ειδικό βάρος σε μένα. Και ήθελα να κάνω μια σύνδεση των ποιητών με τον τόπο. Γιατί κάθε ποιητής ή συγγραφέας είναι και η φωνή ενός τόπου.

ποίηση
Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

«Ο καθένας έχει ένα συγγραφικό εικονοστάσι»

– Να πάμε και λίγο στις αναφορές σας, Κάλβος, Σολωμός, Αναγνωστάκης ή και από το εξωτερικό η Μαρίνα Τσβετάγιεβα συνοδεύουν αρκετά από τα ποιήματα. Πώς λειτουργεί αυτό; Είναι έμπνευση, είναι φόρος τιμής;

– Είναι ταύτιση, αλλά είναι και ένας φόρος τιμής. Ελπίζω βέβαια να αποφεύγω την παγίδα του βιογραφισμού, της αγιοποίησης. Ο καθένας έχει ένα συγγραφικό εικονοστάσι με κάποιους που νιώθει ότι ταιριάζουν τα χνώτα τους.

Ο τρόπος που τους χρησιμοποιώ είναι σαν ποιητικοί κασκαντέρ, δηλαδή σαν να κάνουν τη βρώμικη δουλειά και εγώ να είμαι από πίσω, να κάνω τις επικίνδυνες σκηνές.

– Συνειδητά γίνεται αυτό;

– Πάντα λέω ότι ήταν λίγο συνειδητό ή λίγο ασυνείδητο. Σκεφτείτε πως το βιβλίο πήρε σάρκα και οστά όταν έγραψα το ποίημα για τον Κάλβο. Μονοκοπανιά με τη μία. Ήξερα βέβαια όλο το ιστορικό background κι αφού το έγραψα το ποίημα και μου βγήκε σχεδόν σαν πίδακας, είπα πως πρέπει να το γράψω το βιβλίο με τις συνομιλίες με τα πρόσωπα, αλλά με έναν τρόπο που να μην είναι μονοθεματικός, να έχει μία ποικιλία.

– Από την επαφή με το αναγνωστικό κοινό τι κρατάτε;

– Πιστεύω ότι το κοινό της ποίησης είναι τεχνητός όρος, αλλά ότι υπάρχει ταυτόχρονα μια προσωπική σχέση. Στον καθένα μιλάει προσωπικά, αυτό έχει δύναμη και λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Ο καθένας βρίσκει κάτι να διαβάσει και πιστεύω ότι τα ποιήματα έχουν διάφορα επίπεδα ανάγνωσης. Είναι σαν το κρεμμύδι που το ξεφλουδίζει ο καθένας και όσο προχωράει όντως μπορούν να εντυπωσιαστούν.

Αν κάτι μου έχει κάνει εντύπωση ήταν όταν ένας καθηγητής είχε βάλει στους μαθητές του στην Γ’ Λυκείου ένα ποίημα μου και τους ζήτησε ανάλυση και στις απαντήσεις των μαθητών ο καθένας το ανέλυε τελείως διαφορετικά.

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί ο καθένας πάντα διαβάζει κάτι διαφορετικό. Όπως αναφέραμε τα ποιήματά μου πολλές φορές έχουν παραπομπές ή κλείνουν το μάτι σε διάφορα.

Πιστεύω όμως ότι μπορεί να διαβαστεί ακόμα και αν μπορεί να μην ξέρεις τι υπάρχει από πίσω. Δηλαδή μπορείς να το διαβάσεις σαν μια ιστορία.

«Τα ποιήματα είναι σαν τις χειρολαβές, ο καθένας πιάνεται από όπου νομίζει»

– Ναι, αλλά σου δίνει και το έναυσμα να ψάξεις κάτι παραπάνω. Εγώ ήξερα κάποια πράγματα, άλλα όμως όχι. Και θέλησα να τα ψάξω…

– Η ομορφιά της ποίησης είναι ότι ο καθένας μεταφράζει ένα ποίημα στα μέτρα του… Τα ποιήματα είναι σαν τις χειρολαβές, ο καθένας πιάνεται από όπου νομίζει. Καλό είναι να υπάρχει κάπου να πιαστεί όμως ο άλλος, να του δίνεις αυτήν τη δυνατότητα.

– Εσάς όμως, δεν σας ενοχλεί αυτό; Ότι ο καθένας αλλάζει το νόημα σας για να το προσαρμόσει στο μέσα του;

– Όχι. Πιστεύω γενικά ότι τα ποιήματα δεν είναι μονοσήμαντα. Έχουν διάφορα επίπεδα ανάγνωσης. Καλό είναι να μην είσαι πολύ αποφατικός. Να είσαι άσπρο-μαύρο. Δεν πιστεύω ότι είναι άβατο η ποίηση.

– Άρα η ερώτηση είναι «τι θέλεις εσύ να πει ο ποιητής»

-Είναι αναγκαία η φαντασία. Και στη γεωμετρία δεν υπάρχει φαντασία; Είναι γεωμετρικός τόπος η ποίηση. Υπάρχει μια ραχοκοκαλιά που ο καθένας την πλάθει.

Φωτό: Βαγγέλης Λαζαρίδης / dreamonline.gr
Φωτό: Αφροδίτη Κεραμέως / dreamonline.gr

«Μια βράβευση βοηθάει να μην έχεις το αίσθημα του αδικημένου…»

– Με την πρώτη σας ποιητική συλλογή βραβευτήκατε μάλιστα…

– Ναι η αλήθεια είναι πως αυτό ήταν καλό, γιατί καμιά φορά πολλοί έχουν το σαράκι ότι δεν έχουν αναγνωριστεί και αυτό είναι άσχημο όταν περνάνε τα χρόνια. Όχι ότι δεν υπάρχουν αποκλεισμοί, ότι δεν υπάρχουν άδικες διακρίσεις ή συστήματα. Αυτά υπάρχουν πάντα. Μια βράβευση βοηθάει να μην έχεις το αίσθημα του αδικημένου. Προς Θεού, δεν το είχα ποτέ, αλλά δεν ξέρεις στα γεράματα τι μπορεί να σε χτυπήσει ως καημός. Μπορεί κάποιος να νιώθει ότι τον αδίκησαν, τον παραγκώνισαν.

Σημασία έχει να σου λέει κάποιος άνθρωπος ότι δεν κοιμήθηκα το βράδυ, γιατί διάβασα ένα ποίημα και να σου λέει πώς τον συγκίνησε. Αυτό σε συγκινεί κάπως, όταν έρχεται δηλαδή κάποιος άνθρωπος από το πουθενά και σου λέει πως «έχω το βιβλίο σου στο κομοδίνο και κάθε βράδυ διαβάζω κι ένα ποίημα».

– Υπάρχει και ένας στίχος του Μάνου Ελευθερίου στα «Μαλαματένια Λόγια» που λέει «πως το φέραν η μοίρα και τα χρόνια, να μην ακούσεις έναν ποιητή» και νιώθω πώς κάποιος είναι λειψός αν δεν ακούσει έναν ποιητή…

– Μιας και αναφέρεις τον Μάνο Ελευθερίου, θα σου πω μια ιστορία με τον Μάνο Ελευθερίου. Κάποια στιγμή παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «Καλησπέρα σας, είμαι ο Μάνος Ελευθερίου, δεν ξέρω αν με γνωρίζετε» και του απαντάω εγώ μέσα στον χαμό, γιατί ήμουν στο νοσοκομείο «δώστε μου μισό λεπτό να βγω έξω, γιατί είμαι στο νοσοκομείο και δεν σας ακούω». Κι εκείνος μου απαντάει «α, κι εγώ συνέχεια στα νοσοκομεία είμαι» καθώς είχε προβλήματα τότε. Ήταν ωραίο το «δεν ξέρω αν με γνωρίζετε».

Υπάρχουν άνθρωποι που λένε πως δεν διαβάζουν ποίηση, χωρίς να γνωρίζουν πως μερικές φορές ίσως την ακούν. Όπως για παράδειγμα ο ποιητής Κώστας Ουράνης που εγώ τον έμαθα από τα Διάφανα Κρίνα.

– Είναι μια καλή αφορμή να γνωρίσεις ένα ποιητή μέσω της μουσικής. Αυτό σε βοηθάει, σου δίνει μια πρώτη επαφή, μια μύηση, ένα κέντρισμα.

H “Ανοιχτή Ημερομηνία” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις.

Συνέντευξη: Αφροδίτη Κεραμέως & Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μοιράσου το:

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Βαγγέλης Λαζαρίδης

Μεγάλωσα στην Νέα Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης και κατοικώ στην Καλαμαριά. Είμαι απόφοιτος της Νομικής, ενώ ταυτόχρονα ασχολούμαι με την ερευνητική δημοσιογραφία. Στον ελεύθερο μου χρόνο, διαβάζω βιβλία (τα οποία κατά καιρούς ανεβάζουμε στο READ ON-line), ακούω μουσική στο πικάπ και μου αρέσει να συζητώ για την κοινωνία και την πολιτική με φίλους και γνωστούς. Το DREAM ON-line αποτελεί ένα πρότζεκτ το οποίο με πολύ κόπο και με συλλογική προσπάθεια έφτασε εδώ που είναι σήμερα, προσωπικά, θεωρείται ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. «Βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς» λέει ένα τραγούδι, και ίσως αυτή είναι η χρυσή συνταγή για τα πάντα.

 

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα