Μετά από την εξαιρετικά επιτυχημένη παρουσίασή του στην Ανοιχτή Θεατρική Σκηνή της Πόλης 2025 και την περιοδεία του στην Κύπρο, το Λιωμένο Βούτυρο τουΘεσσαλονικιού ποιητή, πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Σάκη Σερέφα, η αληθινή ιστορία της γυναικοκτονίας που συγκλόνισε την πόλη τη δεκαετία του 1960, ζωντανεύει στη σκηνή του METROPOLITAN: The Urban Th
Το «Λιωμένο Βούτυρο» είναι μια παράσταση που δεν σε αφήνει να σταθείς αμέτοχος. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, οι πρωταγωνιστές, Ελίνα Αντωνίου και Μιχάλης Στεφανίδης, μοιράζονται μαζί μας για την ιδέα και τα υλικά που τη συνθέτουν. Με αφετηρία μια ιστορία της δεκαετίας του ’60, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ζήτημα που παραμένει φλέγον έως και σήμερα: τις γυναικοκτονίες.
Η Ελίνα και ο Μιχάλης μας μίλησαν για όσα λιώνουν πάνω στη σκηνή, και για όσα συνεχίζουν να λιώνουν μέσα μας μετά το τέλος της παράστασης. Τους ευχαριστούμε θερμά!
– Οι γυναικοκτονίες είναι, δυστυχώς, στο επίκεντρο της επικαιρότητας τα τελευταία έτη. Τι σας τράβηξε αρχικά στην ιστορία της Λούλας και με ποιον τρόπο θεωρείτε πως μπορεί να αφήσει ένα αποτύπωμα η συγκεκριμένη παράσταση τώρα;
Ελίνα: Η Λούλα είναι ένα κορίτσι που θα μπορούσε να είναι η κάθε μία από εμάς, αυτό είναι που έκανε αυτόν τον χαρακτήρα τόσο ιδιαίτερο για εμένα, το ότι θα μπορούσε πολύ εύκολα να είμαι εγώ και αυτό με τρομάζει. Μακάρι να μην χρειαζόταν ποτέ αυτή η παράσταση να αφήσει κάποιο αποτύπωμα, να μην είχαμε την ανάγκη να πούμε αυτή την ιστορία. Την λέμε γιατί αξίζει να ειπωθεί, γιατί η Λούλα, όπως και κάθε γυναίκα που έχει δολοφονηθεί, είχε ζωή, όνειρα, φίλους, οικογένεια και δυστυχώς έσβησε άδικα και βίαια και πιστεύω πως το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να λέμε τις ιστορίες αυτών των γυναικών.
– Ποια στοιχεία από την ιστορία και το αρχείο ήταν τα πιο καθοριστικά για τη διαμόρφωση της παράστασης; Ήσασταν σε επικοινωνία με τον συγγραφέα του έργου, Σάκη Σερέφα;
Ελίνα: Το βασικότερο στοιχείο για εμάς είναι ότι αυτή η ιστορία λέγεται από πολλά πρόσωπα, αλλά ποτέ από τη Λούλα. Η Λούλα είναι νεκρή απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, ό,τι βλέπουμε γι’ αυτήν, ό,τι την ακούμε να λέει και ό,τι την βλέπουμε να κάνει, δεν είναι παρά η μεταφορά αυτών των γεγονότων από τρίτους. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα, ποτέ δεν θα μάθουμε την δική της εκδοχή της ιστορίας και όπως ο κ. Σερέφας φρόντισε να το κάνει ξεκάθαρο αυτό μέσω του έργου του, έτσι ξεκάθαρα και εμείς θελήσαμε να το μεταφέρουμε στη σκηνή.
Ο κ. Σερέφας ήταν εκεί για να μας λύσει κάθε απορία, να μας ενημερώσει σχετικά με την πραγματική υπόθεση που συνέβη τότε και σίγουρα μέσω αυτών των πληροφοριών να καταφέρουμε και εμείς να έρθουμε πιο κοντά στην ιστορία.
-Πώς αποφασίσατε να δώσετε τη χροιά του μέτα-θεάτρου και της κωμωδίας σε μια τόσο θλιβερή ιστορία; Πώς νιώθετε ότι επιτυγχάνεται αυτή την ισορροπία;
Μιχάλης: Tο έργο δεν αφορά την εξιχνίαση του συγκεκριμένου φόνου, ούτε θέλει να λύσει κάποιο μυστήριο. Δεν μιλάμε για κάποια αστυνομική ιστορία. Αντίθετα, εστιάζει στον κοινωνικό περίγυρο του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, στους χαρακτήρες που έρχονται να πουν την ιστορία, ο κάθε ένας με τον δικό του τρόπο, με τη δικιά του άποψη. Βλέπουμε επτά διαφορετικούς ρόλους. Όλοι τους εξωστρεφείς, με έντονα χαρακτηριστικά, με αρκετά χιουμοριστικά στοιχεία και με πολύ μεγάλη ενέργεια.
Η κολλητή της Λούλας από το χωριό, η προσωπική της κομμώτρια, ο ταβερνιάρης που σέρβιρε το τελευταίο γεύμα στο θύμα, ο ρεσεψιονίστ που είχε βάρδια τη στιγμή που διαπράχθηκε το έγκλημα, ο ιατροδικαστής που βρήκε το πτώμα, ο αστυνομικός στον οποίο παραδόθηκε ο θύτης το επόμενο πρωί και στο τέλος ο ίδιος ο θύτης.
Στη δικιά μας προσέγγιση, δύο μόνο ηθοποιοί καλούνται να παίξουν όλους τους ρόλους. Εξηγώντας: Εμφανίζονται ως αφηγητές, που εναλλάσσονται στους ρόλους του κοινωνικού περιγύρου, και οι ρόλοι γίνονται το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, ο Τάσος και η Λούλα. Ουσιαστικά, μιλάμε για ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, μέσα στο θέατρο. Αυτό είναι κάτι που έχει έναν ιδιαίτερο θεατρικ
Και σαφώς είναι κάτι που προσφέρει στην/στον θεατή μια συνεχή εγρήγορση, μια συνεχή παρακολούθηση. Η απόφασή μας ήταν συνειδητή για τον λόγο του ότι, πρώτον, οι υποκριτικές απαιτήσεις αυξάνονται κατά πολύ και δεύτερον, η συγκεκριμένη προσέγγιση βγάζει αρκετό χιούμορ, κάτι το οποίο έρχεται βέβαια σε αντίθεση με τον κεντρικό θεματικό πυρήνα του έργου.
Είναι μεγάλο ρίσκο να λες μια τέτοια ιστορία, η οποία δυστυχώς είναι επίκαιρη, διαχρονική και τόσο τραγική, με πινελιές χιουμοριστικές. Όλο αυτό επιτυγχάνεται με τις ακαριαίες εναλλαγές ρόλων, με τις παράλληλα ακαριαίες αλλαγές φωτισμού και σίγουρα με τη μουσική που λειτουργεί ως συμπρωταγωνιστής και όχι ως χαλί. Παρόλα αυτά, όσες φορές το χιούμορ πρωτοστατεί σε συγκεκριμένες σκηνές, επαναφέρουμε συνειδητά το θέμα και το υπενθυμίζουμε στην/στον θεατή. «Κάτσε, γιατί γελάμε τώρα; Δεν βλέπουμε κάτι τραγικό μπροστά μας;»
– Η ζωντανή μουσική αποτελεί μια δυνατή προσθήκη σε ένα έργο, δίνοντας του μια διαφορετική χροιά. Σε τι αποσκοπεί αυτή σας η κίνηση;
Μιχάλης: Διαβάζοντας για πρώτη φορά το έργο, μου έκανε εντύπωση ότι η πρωταγωνίστρια, η Λούλα, ήθελε να γίνει ντιζέζ. Ο όρος ντιζέζ σημαίνει τραγουδίστρια ελαφριού λαϊκού τραγουδιού. Πριν από τη ντιζέζ η Σωτηρία Μπέλλου, η ντιζέζ η Μαίρη Λίντα και μετά τη ντιζέζ η Μαρινέλλα. Εκμεταλλευόμενοι αυτή την πληροφορία, θέλαμε να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στο μουσικό στοιχείο. Η πρωταγωνιστική παρουσία της ζωντανής μουσικής είναι ένα κεφάλαιο από μόνη της.
Πρώτα απ’ όλα, χρησιμοποιώντας δύο φωνές και ένα πιάνο, είναι κάτι που δίνει πολλά στοιχεία της ατμόσφαιρας. Θέλουμε από τα πρώτα λεπτά του έργου να τοποθετήσουμε την/τον θεατή σε μια δεκαετία που απέχει από την σημερινή μουσική κουλτούρα. Ακούγονται τραγούδια της Λίντα, της Πόλυ Πάνου, της Γιώτα Λύδια, του Στέλιου Καζαντζίδη, της Μαρινέλλας, του Θέμη Ανδρεάδη.
Προσωπικά ως μουσικός επιμελητής αυτής της παράστασης, δυσκολεύτηκα να διαλέξω ανάμεσα σε τόσο υπέροχα κομμάτια της δεκαετίας του 1960. Χρειάστηκε αρκετός κόπος και αμέτρητες πρόβες από τους δύο ηθοποιούς για να καταλήξουμε σε τι κομμάτια θα πούμε, ποιος θα τα τραγουδάει και τι συνοδεία θα υπάρχει από το πιάνο.
Όμως φτάσαμε σε ένα σημείο που πιστεύω ότι οι κόποι μας απέδωσαν καρπούς. Τα δύο πρωταγωνιστικά κομμάτια της παράστασης είναι το «Λούλα, Λούλα» του Θέμη Ανδρεάδη, του οποίου ο στίχος δεν θα μπορούσε να ταυτίζεται περισσότερο με τον θεματικό πυρήνα του έργου, και το δεύτερο κομμάτι είναι το «Μάγισσες φέρτε βότανα», το οποίο είναι το πρώτο κομμάτι που τραγούδησε η Λούλα πάνω στο πατάρι.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η μουσική δεν αποτελεί σε κανένα σημείο του έργου ένα χαλί. Είναι πάντα συμπρωταγωνίστρια μας, που ταυτόχρονα, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, μας βοηθάει να αποδώσουμε το θέμα και την ατμόσφαιρα της εποχής.

– Πώς διαχειρίζεστε το trigger που ενδέχεται να προκαλέσει η παράσταση σε κάποιους θεατές;
Μιχάλης: Κοιτάξτε, σίγουρα είναι μεγάλο ρίσκο να ανεβάσεις στη σκηνή του θεάτρου το συγκεκριμένο θέμα, ένα θέμα που δυστυχώς συμβαίνει και σήμερα κατά πολύ, στη διπλανή πόλη, στη διπλανή γειτονιά, δίπλα από την πόρτα σου.
Σαν ομάδα εστιάσαμε στο να μην υπάρχει η οποιαδήποτε γελοιοποίηση του θέματος, ούτε κάποια ελαφριά προσέγγιση. Και έτσι ασχοληθήκαμε κυρίως με την αφήγηση της συγκεκριμένης ιστορίας από τους διάφορους ρόλους που έζησαν το ζευγάρι. Δεν εμφανίζεται ποτέ κάποια σκηνή βίας, κάποια σκηνή «σπλάτερ» που θα κάνει την/τον θεατή να αισθανθεί έντονα ή άβολα.
Αυτό έγινε με μια συνειδητότητα γιατί πρώτον, όπως έχουμε πει, το έργο δεν αφορά μόνο τη στιγμή της γυναικοκτονίας ή μόνο το πώς ο Τάσος σκότωσε τη Λούλα, αλλά και πώς έδρασαν οι ρόλοι του κοινωνικού περιγύρου, τι τύψεις έχουν για πράγματα τα οποία δεν έκαναν και θα μπορούσαν να κάνουν. Λίγες είναι οι στιγμές που ενδέχεται η/ο θεατής «να σφιχτεί», αν μου επιτρέπεται αυτή η έκφραση.
– Υπήρξε πρόκληση η εναλλαγή μιας σειράς ρόλων από δύο μόνο ηθοποιούς;
Μιχάλης: Με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη μας, κληθήκαμε για τον κάθε ρολό ξεχωριστά να γράψουμε ένα βιογραφικό σημείωμα, όπου αργότερα έπρεπε να το φέρουμε και να το παρουσιάσουμε επί σκηνής. Η πρόκληση ξεκίνησε αρχικά με τους δύο ηθοποιούς να ανακαλύψουν τον ρόλο του αφηγητή. Σίγουρα, ο ρόλος του αφηγητή είναι πιο ουδέτερος και πιο γειωμένος από τους υπολοίπους. Δεύτερον, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε αυτό το «παιχνίδι» σε ένα επόμενο στάδιο: Ο Μιχάλης θα περάσει και από έναν γυναικείο ρόλο, και η Ελίνα από έναν ανδρικό. Αυτό εμπλούτισε ακόμη περισσότερο τις ερμηνείες.
Η μεγαλύτερη πρόκληση και των δυο μας ήταν το ζευγάρι του Τάσου και της Λούλας, γιατί είναι η περίπτωση που τα πράγματα σοβαρεύουν, γίνονται πιο «σκοτεινά». Εγώ σαν ηθοποιός, έπρεπε να υποδυθώ τον θύτη και να υπερασπιστώ τα αδιανόητα λόγια που εκφράζει. Ήδη από τις πρώτες αναγνώσεις του έργου δυσκολεύτηκα και προβληματίστηκα για το πως θα μπορέσω να υπερασπιστώ τους μονολόγους του Τάσου.
Όμως, εξίσου απαιτητικοί είναι και οι ρόλοι των ανθρώπων του περιγύρου, γιατί όπως έχουμε πει είναι εξωστρεφείς και έντονες προσωπικότητες, ο κάθε ένας με τα κουσούρια του. Δεν αφήνουν ποτέ την ενέργεια να πέσει και οφείλουν να εξηγήσουν την άποψή τους πάνω στην ιστορία και αυτή η ιστορία να γίνει αντιληπτή από το κοινό.

– Έχετε περιοδεύσει με την παράσταση και παίζετε αρκετό καιρό: έχετε αλλάξει στοιχεία, πριν έρθετε αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη και στο θέατρο Metropolitan;
Ελίνα: Η παράσταση δεν έχει δεχτεί κάποια αλλαγή αυτή τη φορά ως προς τη δομή της, πέραν των μικρών προσαρμογών που χρειάζεται να γίνουν σε κάθε νέο θέατρο, αλλά νιώθω πως σταδιακά και καθώς η παράσταση “ωριμάζει” προστίθενται δικές μας πινελιές στους χαρακτήρες. Προσπαθούμε πάντα η παράσταση να απευθύνεται στο εκάστοτε κοινό, γι’ αυτό πολλές φορές μικροαλλαγές μπορεί να συμβαίνουν και από μέρα σε μέρα.
– Ποιο μήνυμα θέλετε να κρατήσουν οι θεατές φεύγοντας στο σπίτι μετά την παράστασή σας;
Ελίνα: Στην παράσταση, πέραν της βασικής ιστορίας της Λούλας και του Τάσου, ακούμε μαρτυρίες των προσώπων που βρίσκονταν κοντά τους πριν τον φόνο, αλλά και μετά, αυτά τα πρόσωπα κλείνουν συχνά τις μαρτυρίες τους με ένα παράπονο, ότι δεν έκαναν αυτό που χρειαζόταν εν τέλει για να βοηθήσουν τη Λούλα, μένουν δηλαδή με την απορία “Αν έπραττα αλλιώς, θα ήταν ακόμη η Λούλα εδώ;”.
Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να κάνουμε στην καθημερινότητα μας για να βοηθήσουμε σε παρόμοιες περιπτώσεις και δυστυχώς υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις, οπότε αν κάτι θα ήθελα να κρατήσουν οι θεατές θα ήταν τη θέληση να βοηθήσουν πραγματικά όταν έρθουν αντιμέτωποι στη ζωή τους με αντίστοιχα περιστατικά.
Συνέντευξη: Αναστασία Μωυσιάδου
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Κείμενο: Σάκης Σερέφας
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαλάκος
Δραματουργία: Άρια Χατζόγλου
Σκηνογραφία: Η Ομάδα
Φωτισμοί: Αριστοτέλης Αρμάντο Μέμα
Μουσική Επιμέλεια: Μιχάλης Στεφανίδης
Γραφιστικός Σχεδιασμός: Λοΐζος Θεοδώρου
Φωτογραφίες: Αθηνά Χαϊκάλη, Αναστασία Λουλέ, SoulArt Photography
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
Οργάνωση παραγωγής: METROPOLIT
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Ελίνα Αντωνίου
Μιχάλης Στεφανίδης
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Χώρος: Metropolitan: The Urban
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: 30 Ιανουαρίου έως 8 Φεβρουαρίου 2026, κάθε Παρασκευή-Σάββατο στις 21:00 και Κυριακή στις 19:00
Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ κανονικό | 12 ευρώμειωμένο (ανέργων, φοιτητών, ΑμεΑ)
Αγορά εισιτηρίων: https://www.more.
Πρόσβαση με Μετρό: Στάση Φλέμινγκ
Parking: Ιδιωτικοί χώροι parking πλησίον του θεάτρου
Σας ενδιαφέρει:
Συνδεθείτε με το θέατρο METROPOLITAN:







