Κεφάλαιο Κασσελάκης: Το πολιτικό μάρκετινγκ, η νίκη του φωτός και ο νέος ΣΥΡΙΖΑ

Κασσελάκης

Μεγαλωμένος στην Αμερική, καλές σπουδές, έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα, πολιτικό πρότυπο το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ, καμία εμπλοκή σε κινήματα και αγώνες: μολονότι τίποτα στην ιστορία του υποψήφιου-κομήτη, Στέφανου Κασσελάκη, δεν φαίνεται να θυμίζει το πρότυπο της παραδοσιακής αριστεράς, εντούτοις, κατάφερε να κερδίσει το 55,98% των ψήφων των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, έναντι 44,02% της Έφης Αχτσιόγλου, σκαρφαλώνοντας στην προεδρία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Κανένας δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την επιτυχημένη πολιτική καμπάνια, που, οπλισμένη με τα τεχνάσματα της πολιτικής επικοινωνίας και των social media, ανέδειξαν νέο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, τον Στ. Κασσελάκη. Η εντυπωσιακή διείσδυση του στο εκλογικό σώμα του ΣΥΡΙΖΑ ερμηνεύεται, από πολλούς, με όρους «πολιτικού μάρκετινγκ».

Η προβολή του ως φρέσκο πρόσωπο, αποδεσμευμένο από τα κατάλοιπα ενός παρωχημένου πια κομματικού συστήματος, που έφτασε στην Ελλάδα με τη μορφή χαρισματικού μεσσία για να εκτοπίσει την κυβέρνηση, διαθέτοντας τα προσόντα μιας αριστείας δυνητικά ισοδύναμης με την τελευταία, αποτέλεσαν ικανούς λόγους για να εναποθέσουν, διά της ψήφου, σε αυτόν τις ελπίδες τους τα μέλη του κόμματος.

Πολύ περισσότερο, όμως, ο Κασσελάκης κατάφερε να γίνει το «παιδί του λαού». «Με λένε Στέφανο», κάπως έτσι ξεκίνησε το βίντεο με το οποίο συστήθηκε στον λαό ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά του, ενώ δεν δίστασε, ή –μάλλον- στηρίχθηκε στη γνωριμία του λαού με την προσωπική του ζωή: ο σύντροφος, το γυμναστήριο, ο καφές του, η διασκέδασή του, το lifestyle του, αμβλύνοντας, με αυτόν τον τρόπο, το χάσμα μεταξύ πολιτικού-πολίτη και καλλιεργώντας ένα κλίμα οικειότητας.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και μια από τις δηλώσεις του: «Δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός», στην προσπάθειά του να υπογραμμίσει ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται μεμπτό για έναν πολιτικό να μην γνωρίζει «τα πάντα».

Είναι αλήθεια πως έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου κανείς μπορεί -και πολύ περισσότερο οφείλει- να εμφανίζεται λίγο πιο εύθραυστος, μεταμελημένος, ανθρώπινος. Η μερική αμφιβολία και, ασφαλώς, η ενσυναίσθηση είναι μέρος του πολιτικού παιχνιδιού.

Το άλλοθι και ο χώρος για να κάνει ένας πολιτικός λάθη, και στη συνέχεια να τα παραδεχτεί, δηλώνοντας μετάνοια και υποσχόμενος λύσεις, τον μετατρέπει σε «έναν από εμάς», ενισχύοντας τη συμπάθεια και την ανεκτικότητα του λαού προς το πρόσωπό του. Στην εποχή των social media, το «ανθρώπινο» έχει μετατραπεί σε αξεσουάρ μιας καλά προγραμματισμένης επικοινωνιακής ατζέντας.

Από την άλλη μεριά, με γνώμονα την προβολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας του Κασσελάκη, δεν ήταν λίγοι όσοι έσπευσαν να ισχυριστούν πως ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να ασκήσει καθήκοντα αρχηγού κόμματος και δη, αξιωματικής αντιπολίτευσης, αναλογιζόμενοι, μεταξύ άλλων, και την παρελθούσα αποσύνδεσή του από την ελληνική πραγματικότητα.

Η δε απροκάλυπτη συμπάθειά του προς το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ –που ενισχύθηκε από την εθελοντική του δράση στην καμπάνια του Τζο Μπάιντεν το 2008- πολλαπλασιάζει τις φωνές που τον θέλουν πιόνι, επιστρατευμένο στα αμερικανικά συμφέροντα και, συνεπώς, τερματισμό της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Οι φωνές αυτές ενισχύονται από τις ανησυχίες περί πολιτικής σύμπλευσης προς τις επενδύσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και την απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από την εργατική τάξη και τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα.

Πηγή: tovima.gr

Πέραν τούτου, λόγος γίνεται και για…κομματικό πραξικόπημα, εν κρυπτώ, υποκινούμενο από τον Νίκο Παππά και Παύλο Πολάκη, δεδομένη της ανοιχτής στήριξής τους προς το πρόσωπο του νεοεκλεγέντος Προέδρου. Αυτά, ωστόσο, μένει να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν στην πράξη.

Η πραγματική ανησυχία, ωστόσο, έγκειται στην τάση απλούστευσης και συμπύκνωσης ολόκληρου του ελληνικού προβλήματος στο πρόσωπο ενός «Μητσοτάκη» και στη μηχανορραφημένη καλλιέργεια ενός λαϊκισμού, που επιδιώκει να περικλείσει στους κόλπους του ένα ιδεολογικό κράμα, υπό τον μανδύα της «φρέσκιας ιδέας».

Ζητούμενο οφείλει να είναι η αναζήτηση πολιτικών, εναρμονισμένων με τις ανάγκες των σύγχρονων κοινωνικών ζητημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από την τρωτή πολιτειακή οργάνωση, την κοινωνική ανασφάλεια, την κλιματική και περιβαλλοντική κρίση. Το βάρος τέτοιων ζητημάτων επιτάσσουν βαθιά ανάλυση, προτάσσοντας τους πολιτικούς όρους έναντι των επικοινωνιακών τεχνασμάτων και των κενών λόγων. Άλλωστε, η πολιτική δεν θα μπορούσε να περιορίζεται μόνο στη θέληση για εξουσία.

Μοιράσου το:

Λεωνόρα Χριστοφοράκη

Λεωνόρα Χριστοφοράκη

Γεννημένη το 2001 και απόφοιτη του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ. Επικοινωνιακή, τουλάχιστον έτσι με χαρακτηρίζουν, θεωρώ τον λόγο κατεξοχήν όπλο συνεννόησης και γεφύρωσης χασμάτων. Μου αρέσει να ανακαλύπτω συνεχώς νέες πτυχές του εαυτού μου, γι’ αυτό αντιμετωπίζω την αρθρογραφία αφενός ως πρόκληση να επικοινωνήσω σκέψεις και απόψεις, αφετέρου, ως πρόσκληση των αναγνωστών για αφύπνιση, προβληματισμό και παρακίνηση.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα