Μετά από αρκετή αναμονή εκδόθηκε πριν λίγους μήνες στα ελληνικά το νέο βιβλίο της Σάλλυ Ρούνεϋ «Ιντερμέτζο» (Εκδ. Πατάκη). Η Ιρλανδή συγγραφέας, που έγινε ευρύτερα γνωστή στο αναγνωστικό κοινό με το βιβλίο της «Κανονικοί άνθρωποι», επιστρέφει με ένα μελαγχολικό και πολυδιάστατο μυθιστόρημα που καταγράφει την πορεία των νέων γενεών προς την ενηλικίωση. Με επίκεντρο το πένθος, την απώλεια, και τις ανθρώπινες σχέσεις εξερευνά την ταυτότητα και τη ρευστότητα ενός αβέβαιου «είναι».
Κεντρική πλοκή και χαρακτήρες
Η κεντρική πλοκή ακολουθεί δύο αδέλφια, τον Πίτερ και τον Ίβαν Κούμπεκ. Δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις, ο Πίτερ γύρω στα τριάντα και ο Ίβαν στα είκοσι δύο. Και οι δύο ταλανίζονται από την πρόσφατη απώλεια του πατέρα τους, βιώνουν το πένθος και προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Η Σάλλυ Ρούνεϋ αποτυπώνει με συγγραφική μαεστρία την ακανόνιστη πορεία τους προς την εσωτερική ισορροπία, μια ενδιάμεση φάση, ένα «Ιντερμέτζο» που δοκιμάζει τα ψυχικά τους αποθέματα.
Ο Πίτερ, δικηγόρος στο Δουβλίνο, μαζί με την απώλεια βιώνει μια έντονη εσωτερική κρίση. Ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες, τη νεαρή φοιτήτρια Ναόμι που τον βοηθά να βλέπει τη ζωή πιο ανάλαφρα και την πρώτη του αγάπη, τη Σύλβια, σταθερή παρουσία στη ζωή του με την οποία βρίσκει εσωτερική ασφάλεια και εγγύτητα.
Ο Ίβαν, επαγγελματίας σκακιστής, πιο ανασφαλής και αδέξιος κοινωνικά, γνωρίζει μια μεγαλύτερή του γυναίκα, τη Μάργκαρετ, με την οποία έρχεται κοντά γρήγορα και γνωρίζει τον έρωτα.
Πένθος και απώλεια
Η γονική απώλεια, το πένθος που βιώνουν τα δύο αδέλφια ενισχύει το κενό που ήδη υπάρχει μέσα τους, το κενό της παιδικότητας, του ανεξερεύνητου «εγώ» που ωρίμασε απότομα, πριν προλάβει να ενηλικιωθεί. Ο Πίτερ και ο Ίβαν Κούμπεκ ωστόσο δεν παύουν τις ζωές τους για να πενθήσουν, ζουν μαζί με το πένθος. Το φέρουν μαζί τους στην καθημερινότητα, στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και στις προσωπικές σχέσεις τους.
Τα δύο αδέλφια βιώνουν την απώλεια διαφορετικά μα εξίσου επώδυνα. Αυτό φαίνεται και από τον διαφορετικό τρόπο γραφής των δύο αφηγητών. Ο Πίτερ βιώνει το πένθος περισσότερο βίαια και συγκεχυμένα, αυτό αντικατοπτρίζεται στον λόγο της Ρούνεϋ όταν αφηγείται την εμπειρία του. Είναι πιο μπερδεμένος, λιγότερο ξεκάθαρος και έντονα συναισθηματικός.
Ο Ίβαν, απ’ την άλλη, βιώνει την απώλεια πιο προσανατολισμένα με περισσότερη αποδοχή της θλίψης και του θυμού που την συνοδεύουν. Ο λόγος εδώ είναι πιο συγκροτημένος, πιο δομημένος με περισσότερη συνοχή.
Έρωτας και ανθρώπινες σχέσεις
Ο έρωτας έχει κομβικό ρόλο στην αβέβαιη πορεία των δύο αδελφών προς την αναζήτηση του εαυτού τους. Άλλοτε λειτουργεί ως στήριγμα, ως μια σταθερή βάση στον άγνωστο εσωτερικό κόσμο τους που συγκρούεται. Άλλοτε ως επιβεβαίωση του αφανισμού ενός εαυτού που ακόμα δεν έχει προλάβει να βρεθεί πριν απολεσθεί.
Τα δύο αδέλφια συνδέονται ακαριαία και έντονα. Σ’ έναν αβέβαιο κόσμο, γεμάτο ανασφάλεια και αμφιβολίες, ο έρωτας λειτουργεί ως ένα φως που υποδεικνύει τον δρόμο, δεν είναι όμως οριστική λύτρωση. Οι πρωταγωνιστές καταρρέουν πιο εύκολα βιώνοντας μια έντονη σύνδεση, όχι επειδή πάσχουν, αλλά επειδή ακόμα δεν έχουν βρει το κουράγιο να δουν τον εαυτό τους ολόκληρο.
Γενιές και κοινωνικό πλαίσιο
Η Σάλλυ Ρούνεϋ δεν γράφει μόνο για αυτά τα δυο αδέλφια, γραφεί για μια ολόκληρη γενιά που μέσα σ’ ένα περιβάλλον κοινωνικής αστάθειας και πολιτικής αβεβαιότητας προσπαθεί να βρει τον χώρο της στον κόσμο. Οι αμφιβολίες, οι αντιφάσεις και το μεταβατικό στάδιο των ευμετάβλητων αποφάσεων αποτελούν βίωμα της νεότερης ενήλικης γενιάς, των Millenials και της Gen z, που μεγαλώνει σ’ έναν κόσμο γρήγορων αλλαγών. Σε αυτές τις ρευστές, συχνά ασφυκτικές συνθήκες, η πορεία προς την ενηλικίωση αποδεικνύεται αργή και γεμάτη προκλήσεις.
Ο Πίτερ, ως μεγάλος αδελφός που ανήκει στη γενιά των millenials, ενσαρκώνει την αγχώδη ωριμότητα. Φαινομενικά έχει μια στρωτή ζωή, μια καλή δουλειά και μια ρυθμισμένη κοινωνική πραγματικότητα, μέσα του όμως νιώθει κενός, ασταθής, ένοχος και υπερβολικά υπεύθυνος. Αντιδρά σαν ένας ενήλικας που κουβαλά ένα άγρυπνο παιδί μέσα του, ένα παιδί που από χρόνια παγιδεύτηκε σε μια συνθήκη καταναγκαστικής ωριμότητας. Φέρει το ένστικτο του φροντιστή και διαρκώς φοβάται πως πληγώνει τους άλλους, στην πραγματικότητα όμως έχει ανάγκη από φροντίδα για να νιώσει ζωντανός.
Ο Ίβαν απ’ την άλλη, πιο ανοιχτός στην αβεβαιότητα που κατακλύζει τη ζωή του, αλλά και γεμάτος φόβο και ανασφάλεια για το μέλλον εκπροσωπεί τη νεότερη γενιά της Gen Ζ. Τίποτα δεν είναι πραγματικά σταθερό στην καθημερινότητά του, όλα όμως τα αντιμετωπίζει με περισσότερο αυθορμητισμό. Βασανίζεται ωστόσο συχνά από διάχυτο θυμό για όλα όσα γνωρίζει πως αξίζει, ενώ δεν έχει, μια αίσθηση αδικίας που βαραίνει την ψυχοσύνθεσή του, άλλοτε σιωπηλά, άλλοτε με κρότο.
Γραφή και συναισθήματα
Τα ευαίσθητα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η Σάλλυ Ρούνεϋ διαποτίζουν το μυθιστόρημα με μια διαρκή αίσθηση μελαγχολίας, πόνου και μοναξιάς. Η συγγραφέας εντείνει αυτά τα συναισθήματα με τη βαθιά διεισδυτική γραφή της, προσφέροντας στον αναγνώστη μια καλύτερη κατανόηση του κόσμου των πρωταγωνιστών, μα και του κόσμου συνολικά.
Η Ρούνεϋ σκιαγραφεί τους χαρακτήρες με μια λυρική εσωτερικότητα και η έντονη δράση απουσιάζει. Στην αφήγηση κυριαρχεί το σιωπηλό, το άρρητο που εκδηλώνεται με απλότητα και αλήθεια. Οι κραυγαλέες εντάσεις είναι ελάχιστες και οι καθημερινές στιγμές θριαμβεύουν, γιατί εκεί πραγματικά αναδεικνύεται το βάθος της ύπαρξης.
Συμπερασματικά
Συνοψίζοντας, η συνταγή επιτυχίας της Σάλλυ Ρούνεϋ δεν έχει αλλάξει. Στο βιβλίο της «Κανονικοί άνθρωποι» θέλησε να φέρει στο προσκήνιο τους απλούς τραυματισμένους ανθρώπους και να αναδείξει τις σχέσεις που δημιουργούν στη ζωή τους. Ωστόσο, κάτι έμεινε ανολοκλήρωτο σε εκείνη την πρώτη της απόπειρα, αφήνοντας έντονα την αίσθηση ενός βαθιού αναστεναγμού χωρίς αιτία.
Στο «Ιντερμέτζο» με ρεαλιστικότερο και πιο ολοκληρωμένο τρόπο αγκαλιάζει αυτούς τους τραυματισμένους ανθρώπους και τους περιθάλπει. Εστιάζει στην εσωτερική ένταση που βιώνουν, όχι αιτιολογώντας την, αλλά επικεντρώνοντας στο βίωμά της. Δεν πασχίζει να προσφέρει θεραπεία, ανακουφίζει όμως και συγκινεί μέσα απ’ την κατανόηση. Οι ήρωές της δεν παρουσιάζονται αλώβητοι, αλλά σε διαδικασία επούλωσης, απορροφώντας μέσα απ’ τη διαφάνειά τους το φως και το σκοτάδι. Έτσι, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να δει μέσα τους καθαρά, αλλά και να στραφεί προς τη δική του εσωτερικότητα με ειλικρίνεια.








