«Το σίγουρο είναι πως όσες φορές κι αν το διαβάσουμε θα έχουμε πάντα την ίδια παράξενη αίσθηση και γοητεία. Κάπως έτσι είναι και με τη ζωή», γράφει η Φωτεινή Μουρατίδου στο πρώτο, αλλά σίγουρα όχι τελευταίο θεατρικό της έργο, «Τα Αγριόχορτα», επιχειρώντας να μας θυμίσει να αισθανόμαστε τη ζωή, κι όχι απλώς να την παρακολουθούμε να κυλά.
Μέσα από αυτή τη συνέντευξη, η Φωτεινή Μουρατίδου εκπαιδευτικός, θεατρολόγος στη Χ.Α.Ν.Θ και διδάσκουσα στη δημιουργική γραφή, μας δείχνει τον κόσμο από τη δική της οπτική γωνία, αρχίζοντας από τους πολλαπλούς ρόλους που καλείται καθημερινά να επιτελέσει. Η συζήτηση μαζί της, ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητική και διαφωτιστική, τονίζοντας μέσα από το έργο της, τη σημασία της τέχνης στη ζωή μας.
«Βλέπω τη συγγραφή σαν έναν εραστή που έρχεται και φεύγει όποτε θέλει»
– Αντιλαμβάνομαι ότι καθημερινά επιτελείς πολλούς διαφορετικούς «ρόλους». Πώς μπορείς να διαχειριστείς αυτούς τους πολλαπλούς ρόλους και ιδίως αυτού της συγγραφέως, που απαιτεί ενέργεια και κυρίως έμπνευση. Ποια θα ήταν η συμβουλή σου για κάποιον που θέλει να το επιτύχει;
– Αυτό ήταν πολύ δύσκολο για μένα αλλά ευτυχώς είχα μια καλή συγκυρία. Τα Αγριόχορτα, το πρώτο θεατρικό μου, αποτέλεσε τη διπλωματική μου εργασία στο μεταπτυχιακό μου πάνω στη δημιουργική γραφή στη σχολή θεάτρου. Μολονότι το καταστατικό της σχολής θεάτρου δεν προβλέπει τη συγγραφή θεατρικού ως διπλωματική εργασία, η κυρία Αλίκη Συμεωνάκη, στην οποία είναι αφιερωμένο και το θεατρικό, με τη σύμπραξη άλλων καθηγητών, με βοήθησαν και βρήκαν τρόπο να υποβάλω ένα θεατρικό ως διπλωματική εργασία.
Αυτό που με βοήθησε ήταν η ψυχολογική στήριξη από την κ. Συμεωνάκη. Επιπλέον, γράφω έξω, δεν μπορώ να γράψω στο σπίτι, πρέπει να βγω από όλους τους άλλους ρόλους μου και να μπω σε έναν δικό μου κόσμο. Με βοηθάει πολύ να ακούω φωνές, όχι μεταφορικά προφανώς…! Όταν βλέπω γύρω μου ότι η ζωή συνεχίζεται, αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να μπω στην όαση που ψάχνω.
Η άλλη τεχνική που με βοηθάει να βρίσκω έμπνευση είναι η ανάγνωση πλήθους βιβλίων ανεξαρτήτως θεματικής, είδους. Διαβάζω στοίβες, πάω σε θεατρικά και γράφω μικρά κομμάτια του έργου για να βρω μικροθεματικές μέσα στο έργο.
Βοηθάει η τεχνική του feedback από κάποιον απλό αναγνώστη, να ξέρω ότι κάποιος με ακούει. Επίσης, μου δίνει ενέργεια η συναναστροφή με τα παιδιά. Εγώ την συγγραφή, την έμπνευση την βλέπω σαν έναν εραστή που έρχεται και φεύγει όποτε θέλει.
– «Γιατί γράφουμε; Για να ζούμε», είναι η έκφραση που χρησιμοποιείς στην περιγραφή σου. Θέλεις να μας πεις λίγα λόγια για αυτό;
– Αφότου αποφοίτησα από το Ιστορικό-Αρχαιολογικό, ξεκίνησα να δουλεύω πάρα πολύ. Όταν αποφάσισα να μπω αυτοβούλως στη σχολή θεάτρου, υπήρχαν άνθρωποι του περίγυρού μου που μου έλεγαν: «Φωτεινή είσαι ήδη υπερφορτωμένη, γιατί το κάνεις;» Και κάπως αγανακτισμένη τους απάντησα: «Γιατί ζω!» Πιστεύω ότι αν η ζωή ήταν υπέροχη, δεν θα χρειαζόταν η τέχνη. Αλλά επειδή η ζωή δεν είναι τέλεια, η τέχνη χρειάζεται, όλοι πρέπει να έχουμε επαφή με την τέχνη για να ζούμε.
«Αν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δεν ασχολούνται με την τέχνη, πώς θα εμφυσήσουν κάτι στα παιδιά;»

– Είναι κοινώς αντιληπτό ότι το θέατρο και η τέχνη ευρύτερα είναι παραγκωνισμένα στο σύνολο των εκπαιδευτικών βαθμίδων. Ως εκπαιδευτικός και συγγραφέας, ποιος πιστεύεις ότι είναι ο τρόπος για να ωθήσουμε τα παιδιά στην τέχνη, αλλά και για να βρουν την κλήση τους σε αυτήν;
– Δεν το δέχομαι όταν κάποιος μου λέει ότι δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί με την τέχνη. Η τέχνη είναι ανάγκη. Όπως έχεις ανάγκη να φας, έχεις ανάγκη να ασχοληθείς με την τέχνη. Το «δεν έχω χρόνο» είναι μια δικαιολογία για όσους δεν έχουν ανάγκη την τέχνη. Και δεν (την) έχουν ανάγκη, διότι αυτή δημιουργείται από την παιδική ηλικία, είτε μέσω της οικογένειας, είτε μέσω του σχολείου.
Αρχικά, αν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δεν ασχολούνται με την τέχνη, πώς θα εμφυσήσουν κάτι στα παιδιά; Την αγάπη για την τέχνη την δίνεις όταν εσύ την αγαπάς. Στην παρουσίαση του θεατρικού ήρθαν όλοι οι μαθητές μου, με ρωτούσαν, ήταν μπροστά. Κι ήρθαν διότι αυτά λέμε συνέχεια.
Και το οξύμωρο είναι ότι φέτος στην πανελλαδικές βάλανε για τη δημιουργικότητα.
– Κατά την ανάγνωση του βιβλίου σου κυρίως ένιωθα, πάρα διάβαζα. Έχει κοφτές προτάσεις, σκηνές που τελειώνουν και αρχίζουν ξαφνικά, ήμουν σε μια συνεχή εγρήγορση και μόνο όταν τελείωσα την ανάγνωση κατάλαβα τι ακριβώς γινόταν. Αυτό ήταν μια προσωπική σου επιδίωξη;
– Ναι, διότι αυτή είναι η ουσία. Η τεχνική που χρησιμοποιώ είναι αυτή του φενακισμού, του κ. Ιωάννου. Οι ηρωίδες και λένε και δεν λένε. Από την αρχή υπάρχει αυτή η ροή, αυτή η αγωνία. Δεν θέλω εξαρχής να αποκαλύπτονται αρκετά, γιατί θέλω κάποιος να σκέφτεται. Μια άλλη τεχνική που χρησιμοποίησα είναι ένας τρόπος γραφής που ουσιαστικά οι ηρωίδες μιλάνε, αλλά δεν συνομιλούν. Κοινώς, δεν υπάρχει συνεννόηση μεταξύ τους. Το θεατρικό δεν το διαβάζεις, το νιώθεις. Αυτό με ενδιαφέρει και εμένα, να μένει αυτή η αίσθηση. Όλοι θέλουμε ένα μικρό ερέθισμα και χαίρομαι που κάποιες φορές τα αγριόχορτα είναι ένα ερέθισμα.
– Ενώ κανείς δεν καταλαβαίνει που βρίσκονται οι ηρωίδες, κατά μήκος του βιβλίου περιγράφονται αναλυτικά συγκεκριμένα αντικείμενα στον χώρο. Ποιος ήταν ο σκοπός αυτής της επιλογής;
– Αυτές είναι τεχνικές που γίνονται για λόγους δραματουργίας, διότι πρόκειται και για θεατρικό. Τα αντικείμενα παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο, γιατί το έργο είναι στατικό. Πρόκειται για τέσσερεις ηρωίδες που κάθονται σε έναν χώρο αναμονής.
Επίσης οι ηρωίδες δεν λένε πολλά, άρα μέσα από τα αντικείμενα ήθελα να δείξω τα συναισθήματά τους. Για αυτό υπάρχουν και σκηνοθετικές οδηγίες. Μεγαλύτερο σύμβολο είναι ο καθρέφτης σε σχήμα τιμονιού. Πρόκειται για ένα υπαρκτό αντικείμενο που έκανα δώρο σε έναν άνθρωπό μου, θέλοντας να του πω να παραμένει πάντα ελεύθερος, αλλά να στρίβει το τιμόνι της ζωής του ανάλογα με την πορεία που θέλει να της δώσει.
Κι είναι ειρωνικό μέσα στο έργο, διότι αυτές οι γυναίκες δεν έχουν προσωπική επιλογή. Και ένας καθρέφτης, το λέει και η ηρωίδα, είναι το πιο ελεύθερο πράγμα που σχεδόν την κάνει να ζηλέψει, διότι αυτή δεν μπορεί να επιλέξει τη ζωή της, όπως ο καθρέφτης που φαντάζει τόσο ελεύθερος.
«Πώς γίνεται να παράξεις τέχνη, χωρίς να βάλεις κομμάτια από τη δική σου σάρκα»

– Αναφορικά με τις ηρωίδες, πρόκειται για τέσσερις εντελώς διαφορετικές γυναίκες. Και ήθελα να σε ρωτήσω, είναι τέσσερις γυναίκες, είναι τέσσερες διαφορετικοί ρόλοι που έχει μια γυναίκα, τέσσερις διαφορετικές φάσεις που περνάει μια γυναίκα; Διότι αισθάνομαι ότι αν οποιαδήποτε το διαβάσει θα αναγνωρίσει τουλάχιστον μια γυναίκα που ξέρει σε κάθε μια από αυτές (τις φάσεις) και μπορεί και την ίδια γυναίκα.
– Όλοι οι συγγραφείς με έναν τρόπο βάζουν βιογραφικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία μέσα. Πολλές φορές με ρωτάνε: Φωτεινή ποια ηρωίδα είσαι; Καμία, είμαι όλες οι ηρωίδες, από τη στιγμή που το δικό μου χέρι γράφει, έχω βάλει στοιχεία σε όλες, σε όλα τα επίπεδα. Πώς γίνεται να παράξεις τέχνη, χωρίς να βάλεις κομμάτια από τη δική σου σάρκα άλλωστε…
Η ιδέα είναι ότι πρόκειται για τέσσερις διαφορετικές γυναίκες. Ωστόσο μ’ αρέσει και αυτή η προσέγγιση, ότι πρόκειται για την ίδια γυναίκα. Δεν δίνω κανένα στοιχείο για την καταγωγή, τη θρησκεία την εμφάνισή τους. Αυτό που λένε είναι ότι ταυτίζονται με το ηλικιακό, γιατί αυτό είναι και το μόνο στοιχείο που δίνω.
(Είναι σημαντικό ότι) το έργο δεν είναι μόνο για γυναίκες. Εγώ έγραψα ηρωίδες γυναίκες, γιατί είμαι γυναίκα και έτσι μου είναι πιο εύκολο. Μπορεί ένας άντρας να δει τον εαυτό του μέσα στο βιβλίο, να ταυτιστεί σκεπτόμενος τα πρέπει που ακολουθούν κι εκείνον. Αυτό με ενδιαφέρει, αν υπήρξε αυτό το ερέθισμα.
– Το θεατρικό έχει σημεία ωμότητας και ρεαλισμού. Κάποιες στιγμές ένιωθα πολύ άβολα και άσχημα. Γιατί συμβαίνει αυτό;
– Αυτό όμως είναι μια πραγματικότητα. Μου είχε πει η κ. Συμεωνίδου: Φωτεινή εσύ είσαι φύση αισιόδοξο άτομο. Γιατί τόση απαισιοδοξία στο θεατρικό;
Νομίζω είναι από τον ρεαλισμό που βλέπω γύρω μου. Επειδή έχω πολλή επαφή με ηλικίες 16, 17, βλέπω αυτή την επαναστατικότητα, το γνήσιο φεμινιστικό και ανθρωπιστικό πνεύμα και θλίβομαι όταν τους συναντάω μετά από δέκα χρόνια και βλέπω κάτι άλλο. Κι αν πραγματικά μπορώ να δώσω μια συμβουλή είναι να παραμένουμε αγριόχορτα, αυτό προσπαθώ να κάνω και εγώ να παραμένω άγρια με τη θετική έννοια, αντισυμβατική.
Εύχομαι όμως αυτό να είναι ένα κίνητρο στις νεότερες γενιές να μην μένουν στα πρέπει. Πολλές φορές μου έχει γίνει η ερώτηση «εσύ γιατί δεν παντρεύτηκες, γιατί δεν έκανες παιδιά;» Και εγώ προσπαθώ να αντιστρέφω την ερώτηση «εσύ γιατί παντρεύτηκες, γιατί έκανες παιδιά;». Θέλει γερό στομάχι να μην μπαίνεις σε αυτή τη διαδικασία εξήγησης. Μπορεί μια γυναίκα ή ένας άντρας να έχει άπειρους λόγους, γιατί δεν παντρεύτηκε/δεν έκανε παιδιά. Νομίζω ότι η «κηπούπολη» υπάρχει πάντα, την ζούμε και στο έργο.
– Πώς προέκυψε η «κηπούπολη» και τα αγριόχορτα;
– Πρώτα προέκυψε η κηπούπολη και μετά τα αγριόχορτα. Το έργο ήταν να ονομαστεί «Κηπούπολη 2», διότι έτσι βλέπω την κοινωνία. Σαν ένα καλοφτιαγμένο κήπο, όχι με την έννοια της καλαισθησίας δυστυχώς… Πρέπει να είναι όλα τακτοποιημένα, όπως ένας ωραίος κήπος που τα αγριόχορτα τα ξεπαστρεύουμε. Πρέπει να τα έχουμε όλα τακτοποιημένα. Έτσι και αυτές οι γυναίκες κάτι χαλάνε μέσα σε όλο αυτό το κλίμα. Και για αυτό είναι και στον χώρο αναμονής.
«Το θεατρικό είναι το καταλληλότερο βιβλίο»
– Θα ήθελα να σε ρωτήσω για το επίμετρο. Όταν τελείωσα το έργο, μου άρεσε που δεν υπήρχε εξήγηση, που δεν ήξερα, διότι μπορούσα να προβληματιστώ και να κάνω πάρα πολλά σενάρια. Κι όταν είδα ότι υπάρχει, τα συναισθήματα μου ήταν μεικτά, δεν ήξερα αν ήθελα να το διαβάσω. Όταν όμως το διάβασα, συνειδητοποίησα ότι ενώ υπήρχε πηγαίος ενθουσιασμός, τελικά το επίμετρο χρειαζόταν, γιατί ό,τι συναισθήματα μού είχαν δημιουργηθεί, ωρίμασαν, χωρίς να έχει δοθεί κάποιο τέλος.
– Αυτό λέω και μέσα στο βιβλίο. Πάντα έχουμε ώριμα και ανώριμα συναισθήματα. Με μια δεύτερη ανάγνωση αρχίζουν τα συναισθήματα και ωριμάζουν. Πολλοί με ρώτησαν γιατί δεν έγραψα κάποιο τέλος. Δεν έχω απάντηση. Αν μου πείτε τι πιστεύω ότι έγινε, δεν ξέρω. Έχω και εγώ τις δικές μου ερμηνείες. Κι αυτό έχει να κάνει με το πώς θέλουμε να δούμε τη ζωή.
Πολλοί μου λένε ότι επειδή είναι θεατρικό, θέλει ειδικό κοινό. Καθόλου. Ίσα-ίσα, μου φαίνεται αντιφατικό. Στην Ελλάδα, στο θέατρο πηγαίνει ο πιο απλός κόσμος. Το θεατρικό είναι το καταλληλότερο βιβλίο να διαβάσει ένας άνθρωπος που δεν έχει κάποιο υπόβαθρο πανεπιστημιακό. Είναι πιο εύκολο, γιατί σου δημιουργεί εικόνες. Αυτό το κοινό που έχει ένα πολύ υψηλό επίπεδο σε ένα αντικείμενο πολλές φορές πηγαίνει προκατειλημμένο. Αυτό που πάντα εύχομαι είναι όλοι οι άνθρωποι να ασχολούμαστε με την τέχνη, χωρίς προκαταλήψεις. Για μένα πρέπει να διαβάζουμε όλους τους τύπους βιβλίων.
– Η τελευταία φράση του επίμετρου αναφέρει: «το σίγουρο είναι πως όσες φορές κι αν το διαβάσουμε θα έχουμε πάντα την ίδια παράξενη αίσθηση και γοητεία. Κάπως έτσι είναι και με τη ζωή».
– Πώς αισθάνθηκες;
– Χαμογέλασα, ταυτίστηκα, αισθάνθηκα ότι κάποιος με καταλαβαίνει, και κυρίως αισθάνθηκα ότι δεν ήξερα ότι το χρειαζόμουν αυτό. Όπως δηλαδή κάποιος νιώθει μια αγαλλίαση γιατί την χρειάζεται, αλλά ποτέ κανείς δεν του είπε ότι την χρειάζεται.
– Εκεί έβαλα ένα απόσταγμα από τα δικά μου πιστεύω. Είναι αυτό που με κάνουν και εμένα πολλά βιβλία να αισθανθώ ή ένας πίνακας ζωγραφικής. Υπήρχε αυτή η μέθεξη με το έργο τέχνης, που κάτι μου άλλαζε την οπτική. Γιατί η τέχνη είναι ζωή, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Αν έπρεπε να γράψω κάτι στο ημερολόγιο μου, θα ήταν εγώ μέσα σε αυτόν τον πίνακα, εγώ μέσα σε αυτό το θεατρικό.
Είναι αυτές οι στιγμές που τα πόδια σου έχουν μπει μέσα και δεν μπορείς να κουνηθείς, γιατί απλά σε έχει καθηλώσει κάτι που έχεις αισθανθεί, το οποίο ξεκινά από συναίσθημα και γίνεται μια ώριμη σκέψη που σε συνοδεύει σε όλη τη ζωή σου. Και αυτό είναι αέναο.
– Δεν θα μπορούσαμε να κλείσουμε τη συνέντευξη, χωρίς να μας πεις πότε θα ανεβεί η παράσταση…
– Με το προχωρημένο τμήμα της θεατρικής ομάδας της ΧΑΝΘ, η παράσταση θα ανεβεί τον Μάρτιο!
Συνέντευξη: Άσπα Λέστου & Θεονύμφη Καλιτσουνάκη







