Οδηγός επιβίωσης για καλές μαθήτριες

μαθήτριες

Οι καλές μαθήτριες γεννιούνται συντροφιά με προσδοκίες. Χαμογελάνε νωρίς και το γέλιο τους είναι γάργαρο κι ελπιδοφόρο · θαρρείς αλλάζει την ατμόσφαιρα μες στο δωμάτιο και συμπαρασέρνει με την αυθεντικότητά του. Περπατάνε νωρίς και γρήγορα αρχίζουν να τρέχουν, πάντοτε πασχίζοντας κάτι να προλάβουν. Οι καλές μαθήτριες μαθαίνουν εξ απαλών ονύχων τη βιάση. Τα αναπτυξιακά στάδια τα προσπερνούν σαν ρυάκια, με μεγάλες, επιδέξιες δρασκελιές, πάντοτε χαμογελώντας νικηφόρα. Δεν απογοητεύουν ποτέ και είναι ολόλαμπρες, κουβαλούν στις πλάτες τους τον κόσμο όλο.

Κυριολεκτικά κουβαλούν όλο τον κόσμο. Αλλά επ’ αυτού δεν έχουν ιδέα ουδεμία. Τα επιδοκιμαστικά χαμόγελα τριγύρω μοιάζουν-και ίσως είναι- ανακουφιστικά και υποστηρικτικά. Δεν φανερώνουν την υποβόσκουσα απαίτηση που επικαλύπτεται από την ευγενέστερη προσμονή. Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να αντιληφθούν τα κορίτσια τη δυσβάσταχτη αξίωση του να ‘σαι πάντοτε σωστή.

Οι καλές μαθήτριες μαθαίνουν να μιλούν σχεδόν από τα γεννοφάσκια τους. Παπαγαλίζουν μεγαλόστομες κουβέντες που δεν πολυκαταλαβαίνουν, τραγουδούν φωναχτά, ονειρεύονται μέσα από τις παιδικές τους λέξεις. Ξέρουν ότι το σωστό είναι “δώσε μου”, κι όχι “δώνε μου”, “γενέθλια”, κι όχι “γενέλθια”, ότι τα δελφίνια δεν είναι ψάρια, αλλά θηλαστικά, και συχνά στα τρία τους χρόνια έχουν το θράσος να διορθώνουν και τους γύρω τους.

Στο σχολείο βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή. Τρέμει το φυλλοκάρδι τους κάθε πρωί, μη και δεν είναι προετοιμασμένες για κάποιο ανεπιθύμητο διαγώνισμα και στο πρώτο 19 χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους. Ίσως ακούσουν από τον καθηγητή των μαθηματικών πως, για κορίτσια, είναι πολύ καλές στα μαθηματικά, αλλά είναι ακόμη πολύ μικρές και πολύ σωστές για να απαντήσουν. Οι καλές μαθήτριες, άλλωστε, έχουν μάθει πως είναι ακόμη καλύτερες, όταν απαντούν μόνο σε ό,τι αφορά άμεσα στο μάθημα. Οποιαδήποτε άλλη δήλωση δεν ταιριάζει σε τέτοιου είδους κορίτσια και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ξέρουν πότε να το βουλώνουν.

Οι καλές μαθήτριες φοβούνται πως πάντα μένουν πίσω. Δεν έχουν μάθει, καταπώς φαίνεται, όλες τις εξαιρέσεις και είναι αδύνατο να διαβάζουν όλη μέρα (αυτό δεν τις πολυενδιαφέρει, ομολογουμένως, αλλά πώς να το πεις αυτό και ποιος θα σε πιστέψει). Μεγάλο πρόβλημα είναι και το μάθημα της γυμναστικής, στο οποίο ή είναι απελπιστικά κακές και αποδεικνύουν περίτρανα τη μετριότητά τους, ή είναι τόσο καλές, που αυτό που σχολιάζεται από τους -πάντα αστείους, στη χειρότερη, χαριτωμένα ανώριμους συμμαθητές τους- είναι το εφηβικό τους σώμα, που το αθλητικό κολάν προδίδει.

Φτάνοντας στο λύκειο, καλούνται να επιλέξουν: ποιες είναι και τι θέλουν. Ψέματα δεν θα σας πω. Γίνονται συχνά γιατροί ή δικηγόροι. Ίσως οι πιο “ιδιαίτερες” να προτιμούν το Πολυτεχνείο, αλλά αυτές τις κοιτάμε με μια εγγενή περιέργεια “μα τι ξεχωριστά κορίτσια’’, σκεφτόμαστε, αν δεν το έχουμε ήδη ξεστομίσει. Ούτε λόγος για χορεύτριες, κομμώτριες, οδηγούς λεωφορείων, μηχανικούς αυτοκινήτων, ηθοποιούς, ελαιοχρωματίστριες, ζωγράφους, μουσικούς, συγγραφείς. Αυτές ή δεν είναι αρκετά καλές μαθήτριες ή κάτι δεν έχουν καταλάβει.

Και μόλις μπουν στο πανεπιστήμιο, μετ’ επαίνων βεβαίως-βεβαίως, θα μας θυμίσουν αυτό που τοις πάσι είναι γνωστό: πως είχαν πρόγραμμα και στοχοπροσήλωση και έβγαιναν κιόλας αλλά όχι και υπερβολικά και φυσικά είχαν κοινωνική ζωή αλλά προπαντός δεν παρέκκλιναν από τον Στόχο και οι βάσεις χτίζονταν επί δώδεκα χρόνια και τίποτα ποτέ δεν θα μπορούσε να τις απομακρύνει από τον Στόχο και ευχαριστώ τους καθηγητές μου που στάθηκαν αρωγοί και σύμβουλοι σε αυτό το κοπιώδες ταξίδι.

Έχει πάντα απήχηση αυτή η παράσταση και συχνά συνοδεύεται από αντιδράσεις του τύπου “μου αρέσει”, “λατρεύω”, “νοιάζομαι”  και από σχόλια όπως “μπράβο, καμάρι μου”, “και εις ανώτερα” σε μια συλλογική ώθηση ν’ αγγίξουμε έναν άπιαστο ουρανό που ματαιώνει. Είναι βέβαιο πως δεν θα γίνει καμία αναφορά σε όλα τα δάκρυα, στην απογοήτευση, στα “δεν αντέχω”, στις μέρες που δεν ανοίχτηκε κανένα βιβλίο και κανένα τετράδιο. Τέτοιες αποτυχίες δεν πρέπουν σε καλές μαθήτριες.

Στη διάρκεια αυτής της μεθεόρτιας περιόδου τα κορίτσια περνούν το κατώφλι της ενηλικίωσης και το πελώριο χαστούκι που με ταχύτητα φωτός και απροσδιόριστη προέλευση κατευθύνεται με βία στο πρόσωπό τους δεν θα μπορούσαν ποτέ να το προαισθανθούν. Τις βρίσκει απροετοίμαστες και τόσο μόνες μες στη βουβή τους τελειότητα, που τις συνθλίβει ανελέητα επιβεβαιώνοντάς τους πως έχουν πλέον μεγαλώσει. Η νέα γνώση θα τις ξενίσει και -πόσο παράδοξο- θα τις κάνει να νιώθουν μικροσκοπικές.

Τα επόμενα χρόνια θα είναι ταραχώδη και διαμορφωτικά. Οι καλές μαθήτριες θα μάθουν πως δεν είναι τόσο μοναδικές όσο πίστευαν, γιατί ο κόσμος βρίθει από καλές μαθήτριες, εξίσου ταπεινωμένες, εξίσου μοναχικές. Θα γνωρίσουν για πρώτη φορά την απόρριψη, θα τρομάξουν και θα ξεσπάσουν και μακάρι να το κάνουν. Θα δουν τα όνειρά τους να κατακρημνίζονται ή να παρουσιάζονται πεζά κι αυτή η αποκαθήλωση φέρει έναν πόνο πικρό και, τελικά, οικείο, μάλλον ενήλικο.

Θα ανακαλύψουν πως έχουν ακόμα το δικαίωμα να ονειρεύονται και να αναπλάθουν τον εαυτό τους και να ερωτεύονται και να πληγώνονται και να πέφτουν, να πέφτουν, να πέφτουν και να αργούν πολύ να σηκωθούν και κάποιες φορές να μην μαθαίνουν από τα λάθη τους και περήφανες να τα επαναλαμβάνουν.

Κυρίως, θα μάθουν να μιλάνε και να διεκδικούν τη θέση τους στον κόσμο. Θα αρχίσουν να απαντούν, να διαφωνούν ,να ξεκαθαρίζουν το πού στέκονται, να φαίνονται δυσάρεστες και όχι πια τόσο γλυκές. Στην αρχή θα τρομάξουν με τη νέα πραγματικότητα, που απαιτεί από τις ίδιες τόσες πολλές θυσίες, μα εκεί θα εντοπίσουν τα πρώτα ψήγματα της πραγματικής ενηλικίωσης, την οποία δεν μπορούσαν να φανταστούν, όταν πάτησαν τα δεκαοκτώ.

Για να λέμε όλη την αλήθεια, όσο κι αν μεταμορφώνονται και αναθεωρούν και επανατοποθετούνται, παραμένουν, για τους άλλους, αλλά και για τις ίδιες, καλές μαθήτριες. Ακόμη νιώθουν πως είναι υποχρεωμένες  να απαντούν σε ερωτήσεις, να είναι ευγενικές, να τρέχουν να προλάβουν, να ξέρουν πού πηγαίνουν και κάθε κίνησή τους να την νοηματοδοτούν. Ακόμα πιστεύουν πως οι άλλοι ξέρουν καλύτερα, τις απόψεις και τις “συμβουλές” τις ακούν σαν προσευχές.

Καμιά φορά κλαίνε στο μπάνιο για όλη τους την ύπαρξη, που είναι μηδαμινή και απογοητευτική. Η προσπάθειά τους να καταπνίξουν τα δάκρυα επιφέρει πολλαπλά κύματα απόγνωσης και μια ολοκληρωτική παράδοση σε κλάμα λυτρωτικό, μέχρι να ακουμπήσουν με πρησμένα μάτια το κεφάλι τους στο πάτωμα.

Κι αφού περάσει λίγη ώρα και καταλαγιάσουν κάπως τα συναισθήματα, μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας του μπάνιου αρχίζουν να διαφαίνονται πολλά ακόμη κορίτσια: μαθήτριες καλές, κακές και μέτριες, που μεταξύ τους δεν διαφέρουν και τόσο τελικά. Όλες τους έχουν μάθει να απολογούνται, να συμμορφώνονται, να καταπνίγουν τον θυμό τους και τη θλίψη τους, να κλαίνε πίσω από κλειστές πόρτες για αυτές που δεν μπόρεσαν να γίνουν και χαμογελώντας να κουβαλούν βάρη που δεν επέλεξαν οι ίδιες.

Ειδικά οι καλές μαθήτριες αργούν να συνειδητοποιήσουν πως ποτέ δεν γνωρίζουν αρκετά και βρίσκονται διαρκώς σε φάση μαθητείας. Η εξίσωση, όσο κι αν το παλεύουν, δεν λύνεται και ο γραμματικός τύπος είναι συνέχεια λανθασμένος. Άλλωστε, όλες οι μαθήτριες, και αυτές που πήραν το απολυτήριο με 20 και αυτές που δεν τελείωσαν ποτέ τους το σχολείο, είναι καταδικασμένες να μένουν για πάντα μετεξεταστέες.

Μοιράσου το:

Σοφία Συμεωνίδου

Σοφία Συμεωνίδου

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσα στην Κατερίνη, επέστρεψα για να σπουδάσω. Διαβάζω, προσπαθώ να γράφω, βλέπω καλές και κακές ταινίες, ψήνω άνοστα κεικ, ενίοτε ασχολούμαι με το θέατρο, άλλοτε σπουδάζω Ψυχολογία στο ΑΠΘ. Αγαπώ πολύ τις λέξεις και εδώ θα προσπαθώ να τις βάζω σε σειρά.

Πρόσφατα

Διαβάστε Περισσότερα

Σχετικά Άρθρα